Κώστας Μπαρμπαντωνάκης

Ο Κώστας Μπαρμπαντωνάκης γεννήθηκε στη Μήλο, τα δύσκολα χρόνια της κατοχής, το 1941.
Ηταν το πρώτο παιδί μιας φτωχής οικογένειας και είναι χαρακτηριστικό, -όπως λέει ο ίδιος- ότι φόρεσε για πρώτη φορά παπούτσια σε ηλικία 5 ετών. Τελείωσε το δημοτικό και το γυμνάσιο με πολύ καλές επιδόσεις. Από πολύ μικρός ήθελε να γίνει ναυτικός και να γνωρίσει τον κόσμο. Αγαπούσε πάρα πολύ την θάλασσα σε βαθμό που να μην μπορεί να καταλάβει πως μπορούν να ζουν άνθρωποι σε μια χώρα που δεν έχει θάλασσα.
Σε ηλικία 17 ετών πέτυχε να εισαχθεί στην Σχολή Εμποροπλοιάρχων και πράγμα πολύ δύσκολο για την εποχή εκείνη, -πριν συμπληρώσει τα 31 του χρόνια-, η εταιρεία στην οποία τότε εργαζόταν, του ανέθεσε την πλοιαρχία σε φορτηγό 12.000 τόνων. Στο συγκεκριμένο πλοίο, πλην του μαγείρου και ενός ναυτόπαιδου, ήταν ο νεότερος όλων. Σε ηλικία 39 ετών προσελήφθη στο γραφείο της εταιρείας ως αρχικαπετάνιος. Μετά από 7 χρόνια άνοιξε δική του εταιρεία εφοδιασμού πλοίων με λιπαντικά.
Από την ηλικία των 14 ετών άρχισε να “σκαλίζει” στο χαρτί, κάποιες λέξεις που τις ονόμαζε ποίημα. Ποτέ όμως δεν πέρασε από το μυαλό του ότι ήταν, ή θα γινόταν ποιητής. Αυτοσαρκαζόμενος μάλιστα, λέει μέχρι σήμερα, ευτυχώς και για μένα και για την ποίηση. Ελάχιστα λοιπόν απ’ αυτά που διασώθηκαν, μαζί με κάποια μεταγενέστερα, αποφάσισε να τα “εκθέσει” και να “εκτεθεί” στην μικρή συλλογή “Αλισάχνη”.

Αλισάχνη – Κώστας Μπαρμπαντωνάκης

«Αλισάχνη», το τραγούδι της ζωής μας
Αλισάχνη, μια λόγια μεσαιωνική λέξη -τότε που χτίζονταν ο πρώτος νεοελληνικός λόγος- που θέλει να εξεικονίσει το στρώμα του θαλασσινού αλατιού, όταν επικάθηται σε λογής επιφάνειες και κοιλότητες. Αλισάχνη, μια λέξη μουσικότατη που «κατέβηκε» από το βάθρο της ετυμολογίας της (αλς+άχνη) και πέρασε στο στόμα του λαού για να σημάνει καταρχάς το ράπισμα, το μπάτσισμα, το μαστίγωμα του θαλασσινού νερού, όταν σηκώνονται τα κύματα κι ορμούν καταπάνω μας, είτε βρισκόμαστε στο κατάστρωμα, είτε στον μώλο, είτε στον βράχο: Ο Μηλιός, ο Κυκλαδίτης, ο καπετάνιος Κώστας Μπαρμπαντωνάκης, ήδη από τη δεκαετία του ’50, δοκιμάζει να εκφράσει με στίχους εικόνες της καθημερινότητας από το νησί, όταν ακόμη μαθητής δοκίμαζε την ράβδο του καθηγητή επί δικαίων και αδίκων…

Θα παρακαλέσω τους αναγνώστες να μην αντιμετωπίσουν τα ποιήματα της ποιητικής συλλογής «Αλισάχνη» με τα αυστηρά κριτήρια περί λογοτεχνικότητας, γιατί ελλοχεύει ο κίνδυνος να απωλέσουν την απόλαυση. Ο Κώστας Μπαρμπαντωνάκης δεν νοθεύει το ποιητικό αποτέλεσμα, γιατί δεν μας ζητά να κατέβουμε στα βαθιά της αυτοσυνειδησίας αναζητώντας στην ποίηση τον καθρέφτη, ώστε να δούμε τον εαυτό μας μπροστά στον επερχόμενο θάνατο του θνητού. Ο φόβος και ο τρόμος έχουν απομακρυνθεί, οι θεοί έχουν κατέβει από τον ‘Ολυμπό τους και έχουν γειωθεί στην γαία της ανθρώπινης παρουσίας, ο χριστιανικός θεός έχει κρυφτεί μέσα στα δάση του Πανός κι ο αλιέας, ο θαλασσινός, ο ναυταίος έχουν ασκηθεί στην παρουσία του φωτός και στην κατάλυση του σκότους.

Τα ποιήματα της «Αλισάχνης» τα ανέγνωσα με την διάθεση να γνωρίσω τον Κώστα Μπαρμπαντωνάκη και τον γνώρισα εξ ολοκλήρου ως έναν άνθρωπο που γυροφέρνει στο παρελθόν για να κρατήσει απ’ αυτό τις αξίες του ηθικού βίου που δεν τις σβήνουν οι νέοι τεχνολογικοί καιροί φορτωμένοι με εικόνες παρά πολλές εικόνες ταχύτατες, αναλώσιμες, μονοδιάστατες. Επιθυμία μου που θέλουν να την συμμεριστούν και οι καλοπροαίρετοι οι οποίοι διαβάζουν ποίηση, είναι να δουν να σκάει μέσα τους το μπουμπούκι της ανθοφορίας αυτό που ομορφαίνει ως υπόσχεση την ψυχική οντότητα και την διευρύνει ώς την ενόραση του μέλλοντος ως παροντικής ταύτισης του σώματος με το μυαλό.

Κι όπου δει, κι όπου χρειάζεται, η πολιτική ως όραμα που δεν ξέφτισε, εγγράφεται στο ποιητικό σώμα του καπετάνιου, όμως μ’ έναν τρόπο ίσιο, λεβέντικο, αδιαπραγμάτευτο, κι αν το ηχόχρωμά της είναι παλαιϊκό, κι αν έλκει την καταγωγή της από τα αλώνια του Χάρου, μην την κρατήσετε σε απόσταση. Ακούγεται δεινό κονταροχτύπημα και πίσω απ’ αυτό ο παλμός της καρδιάς, όλο το αίμα του οργανισμού τροφοδοτεί τις λέξεις, γιαυτό είναι απτές, αφήνουν τα στίγματά τους, τα ίχνη τους αποτυπώνονται πάνω σε τοίχους ως συνθήματα μιας άλλης εποχής που δεν πάλιωσε, αλλά πάντα νέα επανέρχεται στους μοντέρνους καιρούς όχι για να τους επιβραβεύσει ως τετελεσμένους αποκλειστικά και μόνο προς διαμαρτυρία. Τους διασαλεύει, τους διαπερνά, τους διαπλέει με μια σειρήνα, μ’ ένα σήμα συναγερμού, μ’ ένα κατακόκκινο αλάρμ που ανάβει και σβήνει, και ζητάει ξανά και ξανά ν’ ανακαλύψει την ειλικρίνεια του αιτήματος της Αριστεράς, παρούσας, ζώσας, χοϊκής, ανεξάντλητης, αήττητης.

Η ποιητική συλλογή «Αλισάχνη» αποτελεί σύνοψη μιας ζωής για αυτό που έγινε και δεν έγινε η μεταπολεμική Ελλάδα, κυρίως το δεύτερο, πάντα σε εκκρεμότητα, σε διερεύνηση, όμως σε αντιστοιχία με την πίστη που δεν έγινε δόγμα, μονολιθικότητα, μουσειακότητα. Μέσα στο γήρας της νεότητας ο Κώστας Μπαρμπαντωνάκης μας γνέφει ότι τίποτα δεν πήγε χαμένο κι αφήνει την κληρονομιά του σε ευήκοους απογόνους. Αυτοί θα κρατήσουν ζωντανή τη φλόγα κι αν είναι από κερί, τόσο το καλύτερο, αφού θα πρέπει να την περάσουν από στενωπούς, από σήραγγες, από στοές. Κάποτε θα βγουν στο φως κι αυτό θα θα πάρει μεγαλύτερη λάμψη από τα υγρά μάτια τους. Και δεν θάναι κατ’ ανάγκην από δάκρυα λύπης, η χαρά γνωρίζει κι αυτή να δακρύζει όταν έρθει η ώρα της λύτρωσης.

Και τότε όλα θα είναι ειρηνικά, υπάκουα, παρεΐστικα, γλεντζέδικα. Μέσα στο πάθος του τραγουδιού, λόγια και μουσικές, ομονοούν, ομοηχούν, αγκαλιάζονται. Ας πάρουμε, λοιπόν, στα χέρια μας την «Αλισάχνη», και τρυφερά να την κάνουμε να ηχήσει. Και να ηχήσει μέχρι το πέρας αυτής της μακράς νύχτας που διανύουμε, περιμένοντας ν’ έρθει το ξημέρωμα. Και μόλις ξημερώσει, να προφέρουμε την λέξη αλισάχνη, μήπως δροσιστούμε, μήπως ξυπνήσουμε, μήπως εγερθούμε. Τότε μια καινούρια μέρα θα έχει έρθει στην ζωή όλων μας.
Βασίλης Κ. Καλαμαράς
επιμελητής του βιβλίου

Ποίηση, Άπαρσις, 2019, 48 σελ.

Ποίηση
Αλισάχνη (2019), Άπαρσις

Πηγές: Biblionet, Άπαρσις

Επισκέψεις: 7