Λίζα Διονυσιάδου

Η Λίζα Διονυσιάδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και ζει στην Αθήνα.
Σπούδασε αρχιτεκτονική στη Μόσχα, στα χρόνια της δικτατορίας και εργάστηκε στην Αθήνα και τον Πειραιά.
Η πρώτη ποιητική δουλειά της με τίτλο “Εν λευκώ” ήταν μια αντίστιξη στην “Γαλάζια μηχανή” (Καστανιώτης), που εκδόθηκε ύστερα από τον πρόωρο χαμό του εικοσάχρονου γιου της, Γιώργου Φιλιππίδη, το 1997.

Προς τα έξω – Λίζα Διονυσιάδου

Σκέψεις, ανάμεσα σε όνειρο και πραγματικότητα. Φλυαρία; Λογοτεχνία; Κάτι άλλο; Το φλερτ των σκέψεων με τις λέξεις είναι μαγικό. Κάποτε το φλερτ, γίνεται έρωτας… οι νιφάδες των λέξεων, ακουμπούν με τρυφεράδα στο χαρτί και τότε γεννιέται ένας καινούργιος κόσμος.

Ποίηση, Οδός Πανός, 2001, 72 σελ.

Εν λευκώ – Λίζα Διονυσιάδου

” …Στο κοράλλι που μου έδωσες έπαψαν πια να διακρίνονται τα ίχνη των δακτύλων σου, έτσι θα χρειασθώ κάτι περισσότερο, κάτι πιο πολύ ή που απ΄ αυτό δεν θα σβήσουν ποτέ τα αποτυπώματά σου, γιατί ναι, μακριά σου αλήθεια κρυώνω. Κανένας δεν κατάλαβε σε ποιον αλήθεια απευθυνόταν η γυναίκα, μα επειδή πού και πού καθέναν στο ακροατήριο χωριστά τον κοίταζε, όλοι τους ήθελαν να ελπίζουν πως επρόκειτο γι΄ αυτούς. Έτσι ξεσπάσανε καβγάδες στο πλήθος, που λιαγιάσανε μόνο σαν ήρθε τη γυναίκα φτερωτό άλογο και την πήρε και είδαν ότι αυτό ήταν η μούσα της…”
Γιώργος Φιλιππίδης, “Γαλάζια μηχανή”, Καστανιώτης

Αυτά τα 17 σπαράγματα
γράφτηκαν μέσα στο 2000
τρία χρόνια μετά
την αναχώρηση του γιού μου Γιώργου Φιλιππίδη.
Λίζα Διονυσιάδου

Ποίηση, Οδός Πανός, 2001, 47 σελ.

Ο καθρέφτης – Λίζα Διονυσιάδου

Και άλλες ιστορίες
Είκοσι μια μικρές ιστορίες με στιγμές καθημερινές, παρούσες ή περασμένες. Άσχετες, πολλές φορές, μεταξύ τους, συνθέτουν ένα σώμα -εντέλει ομοιογενές- που ταξιδεύει μέσα στο χρόνο.
Η επιφάνειά του γίνεται καθρέφτης, όπου αντανακλώνται πρόσωπα, αντικείμενα, συμπεριφορές, σκέψεις, πράξεις. Είδωλα αληθινά και γνήσια…
Όσο μπορούν τα είδωλα, να είναι αληθινά και τα γνήσια να γίνονται είδωλα.

Διηγήματα, Ροές, 2003, 84 σελ.

Το τι του τίποτα – Λίζα Διονυσιάδου

Ένα τίποτα – κάτι ακόμα πιο μηδαμινό: ένα τίποτα αποκτά ξαφνικά υπόσταση, αρχίζει να διογκώνεται, γιγαντώνεται, παίρνει διαστάσεις μυθικές… Και απειλεί να οδηγήσει τα πάντα στον αδιέξοδο λαβύρινθο των δομών μιας πολυπρόσωπης γραφειοκρατίας και μιας απρόσωπης Δικαιοσύνης.
Η Αγγελική Ανδρεάδη, υπάλληλος σε δημόσια υπηρεσία, βρίσκεται τυχαία μπλεγμένη σε μια ανόητη, αδιανόητη, εξωφρενική ιστορία και όλη της η ζωή αναστατώνεται – χωρίς η ίδια να μπορεί να καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει. Προσπαθεί να κινηθεί μέσα σε μια εφιαλτική, “καφκική” ατμόσφαιρα και αντιμετωπίζει συνεχώς τελείως σουρεαλιστικές καταστάσεις.

Η ιστορία δομείται με έναν πρωτότυπο, δυνατό, αρθρωτό τρόπο αφήγησης: τα παράλογα που συμβαίνουν στην ηρωίδα συνδέονται και εναρμονίζονται απόλυτα με τη γενική περιρρέουσα παράνοια της καθημερινότητας καθώς διανθίζονται με παραθέσεις σύγχρονων ειδήσεων από εφημερίδες – εξίσου σουρεαλιστικής διάθεσης. Διανθίζονται όμως και με εσωτερικούς μονολόγους, με μικρές αποδράσεις σε άλλους χρόνους και άλλους τόπους, με σκέψεις και όνειρα που διασώζουν την ανθρώπινη διάσταση των πραγμάτων και δεν αφήνουν την ουσία και τις αξίες της ζωής να συμπαρασυρθούν στη δίνη του τίποτα.
Παυλίνα Παμπούδη

Αφηγήσεις, Ροές, 2009, 96 σελ.

Από μια σταγόνα γάλα – Λίζα Διονυσιάδου

Βαθιά, πολύ βαθιά, στον βυθό του ανθρώπινου ασυνείδητου, υπάρχουν κρυμμένες ιστορίες. Ένας Αφρικανός αγριοελέφαντας, χτυπημένος από την ελεφαντίσια μοίρα του, και μια γυναίκα, με τον ανθρώπινο πόνο καρφωμένο μέσα της με ατσαλένια καρφιά, συναντήθηκαν σε μια τέτοια ιστορία. Το όνειρο του ελέφαντα πέρασε την πύλη των ανθρώπινων ονείρων, βρέθηκε στο όνειρο της γυναίκας και οι εικόνες τους τρύπωσαν η μια μέσα στην άλλη, ενώθηκαν και εν τέλει μετουσιώθηκαν. Εκεί όπου οι λέξεις είναι ανήμπορες να εκφράσουν τα αισθήματα, έρχονται οι εικόνες των ονείρων να γεμίσουν με τα χρώματά τους την άχρωμη παλέτα στις ψυχές των όντων αυτού του πλανήτη.

Αφηγήσεις, Publibook, 2011, 85 σελ.

Χιονίζει – Λίζα Διονυσιάδου

Να περπατάς με το πρώτο χιόνι στο Γκόρκι Παρκ, στη Μόσχα. Και δίπλα σου να βαδίζει μια γυναίκα ωραία, σε όλες τις ηλικίες της ταυτόχρονα. Φοράει σκούφο ρώσικο, γούνινο γιακαδάκι της τυλίγει τον λαιμό, αλλά είναι Ελληνίδα. Έρχονται άνθρωποι πολλοί από απέναντι. Από άλλους τόπους κι από άλλους χρόνους. Πλάσματα σχεδόν χιμαιρικά έτσι όπως αναδύονται μέσα από διασταυρούμενες αλέες, παλίμψηστα σκιών και τρυφερές ομίχλες. Και τι μαλακό το βήμα τους πάνω στο χιόνι… Αυτή σου τους συστήνει έναν έναν. Ύστερα, καθώς συνεχίζετε τον περίπατό σας, σου αφηγείται διάφορα για τον καθένα τους. Ξέρει, ασφαλώς, τα μυστικά τους γιατί αυτή η γυναίκα έχει διασταυρωθεί μαζί τους αμέτρητες φορές σ’ αυτές τις αλέες. Τους γνώρισε και την γνώρισαν. Πρόλαβαν να μοιραστούν πράγματα, να τολμήσουν ακόμα και τον έρωτα, να τους λυγίσει ο πόνος. Σου μιλάει, για τους άλλους, γιατί γνωρίζει καλά ότι μόνο έτσι μπορεί να σε ξεναγήσει στη δική της πραγματική ζωή. Αυτή που πλάστηκε με αγγίγματα με αυτούς τους άλλους. Έχει συνείδηση ότι οι σχέσεις με τους ανθρώπους, ακόμα και η πλέον ασήμαντες, είναι ιερές…

Σ’ έναν τέτοιο εξαιρετικό σεργιάνι βγάζει το βιβλίο της Λίζας Διονυσιάδου. Σ’ αυτό το μοσχοβίτικο τοπίο πάντα. Και να χιονίζει. Μια που η γυναίκα ετούτη του βιβλίου, είτε στο Παρίσι βρίσκεται είτε στη Νάπολη, είτε κάτω από τον ήλιο του Αιγαίου, πάντα σε τοπία χιονισμένα κινείται κι ανασαίνει. Τοπία που κάποιοι ονομάζουν “νοσταλγική μνήμη” και κάποιοι άλλοι “χαρακιές στην ψυχή”.
Πάνος Σταθόγιαννης

Μυθιστόρημα, Γαβριηλίδης, 2012, 191 σελ.

Ο άνθρωπος από τη Χάβρη – Λίζα Διονυσιάδου

Σε αυτή τη χρονική στιγμή συνέλαβα την ιδέα της παρακολούθησης. Ναι, όπως το ακούτε! Σκέφτηκα να παρακολουθώ τον Μαρσέλ, τις ώρες που περνούσαμε χώρια. Κάτι τόσο χυδαίο και ποταπό, κάτι που στην προηγούμενη ζωή μου θα μου προκαλούσε αηδία, το έκανα εδώ! Προσποιήθηκα ότι φεύγω για τα -συνηθισμένα μου πια- πετάγματα, αλλά ξαναγύρισα και κρύφτηκα πίσω από κάτι που έμοιαζε με δέντρο. Είδα, λοιπόν, τον Μαρσέλ να παίρνει έναν δρόμο σκυφτός και κουρασμένος. Τα φτερά του ήταν διπλωμένα στην πλάτη του και ούτε μια στιγμή δεν σκέφτηκε να τα ανοίξει. Όχι μόνο περπατούσε, αλλά κάποιες στιγμές σχεδόν μπουσουλούσε.

Μυθιστόρημα, Γαβριηλίδης, 2014, 181 σελ.

Ύστεροι έρωτες – Λίζα Διονυσιάδου

Με την Άννα, συχνά παίζαμε το παιχνίδι με τις φωτογραφίες. Μας άρεσε να αποτυπώνουμε τις στιγμές. Εκείνη, ενώ πάντα πρώτη ξεκινούσε αυτό το παιχνίδι, δεν στεκόταν ποτέ ακίνητη, όταν προσπαθούσα να τη φωτογραφίσω. Έβαζε και έβγαζε τα γυαλιά της, διόρθωνε τα μαλλιά της, χαμογελούσε στημένα, παραπονιόταν πως αργώ και κουράστηκε το χαμόγελό της. Πάντα ανήσυχη. Εγώ, με προσεχτικές κινήσεις, πάσχιζα να παγιδεύσω το πρόσωπό της μέσα στο κάδρο, όπως ήθελα να τη βλέπω. Εκείνη, νόμιζε πως ήταν μια στιγμή μόνο που θα αποτυπωνόταν, και προσπαθούσε φιλάρεσκα να την κάνει καλύτερη. Δεν ήξερε πως στην εικόνα αποτύπωνα όλη της τη ζωή. Ακόμα κι αυτά που δεν είχαν συμβεί ώς τώρα, τα έβλεπα ζωγραφισμένα στο βλέμμα της. Κάπως έτσι ξεδιπλώνεται αυτή η ιστορία. Με εκπλήξεις, που η ίδια αποζητούσε, προσπαθώντας να ξορκίσει την πλήξη και την αδιαφορία του τέλους των συγκινήσεων.

Μυθιστόρημα, Γαβριηλίδης, 2017, 156 σελ.

Μυθιστορήματα
Χιονίζει (2012), Γαβριηλίδης
Ο άνθρωπος από τη Χάβρη (2014), Γαβριηλίδης
Ύστεροι έρωτες (2017), Γαβριηλίδης

Διηγήματα
Ο καθρέφτης (2003), Ροές

Αφηγήσεις
Το τι του τίποτα (2009), Ροές
Από μια σταγόνα γάλα (2011), Publibook

Ποίηση
Προς τα έξω (2001), Οδός Πανός
Εν λευκώ (2001), Οδός Πανός

Συλλογικά έργα
Ανθολογία μικρού διηγήματος για τη νύχτα (2017), Κύμα

Πηγές: Biblionet, Οδός Πανός, Ροές, Publibook, Γαβριηλίδης

Επισκέψεις: 8