Μενέλαος Λουντέμης (1906-1976)

Ελληνες λογοτέχνες

Ποιητής και πεζογράφος με μεγάλη απήχηση σ’ ένα ευρύτατο κοινό, κυρίως στις δεκαετίες του ’50, ’60, ’70, θεωρείται ένας από τους πιο πολυδιαβασμένους Ελληνες συγγραφείς, σύμφωνα με τον Β.Βασιλικό, έπειτα απο τον Ν.Καζαντζάκη.

Ο Μενέλαος Λουντέμης, το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτρης Βαλασιάδης, γεννήθηκε το 1906 στην Αγία Κυριακή της Ανατολικής Θράκης. Η μικρασιατική καταστροφή θα φέρει την οικογένεια του και τον ίδιο πρώτα στην Εδεσσα και τα χωριά της, όπου έζησε απο το 1923 μέχρι το 1932. Μαθητής ήδη στο γυμνάσιο της πόλης (1925-1929) έκανε το 1928 το συγγραφικό του ξεκίνημα απο τις στήλες της Αγροτικής Ιδέας. Κατόπιν στη Θεσσαλονίκη, ενώ το 1929 θα τους βρει στην Αθήνα, όπου ο νεαρός Λουντέμης ασκεί διάφορα προσωρινά επαγγέλματα για βιοποριστικούς λόγους. Οι οικονομικές δυσκολίες θα αμβλυνθούν κάπως μονάχα το 1938, όταν έπειτα από μεσολάβηση του Μαλακάση θα διοριστεί βιβλιοθηκάριος της “Αθηναϊκής Λέσχης”.
Εχοντας ήδη προσχωρήσει στην Αριστερά, λαμβάνει ενεργό μέρος στην Αντίσταση κατά τη διάρκεια της Κατοχής, ενώ στον Εμφύλιο συλλαμβάνεται καί στέλνεται στη Μακρόνησο και τον Αη Στράτη. Το 1958 εκπατρίζεται στη Ρουμανία, ενώ το 1962 του αφαιρείται η ελληνική υπηκοότητα. Θα ζήσει στην Ρουμανία ως τα 1976, οπότε ξανααποκτά την υπηκοότητα του καί επιστρέφει στην Ελλάδα. Πεθαίνει την ίδια χρονιά, στην Αθήνα.

Η πεζογραφία (για την οποία είναι κυρίως γνωστός) αλλά καί η ποίηση του Λουντέμη είναι βαφτισμένη στην Αριστερή ιδεολογία καί δοκιμασμένη από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο καί την τραυματική εμπειρία του εμφυλίου. Πέρα από κάποιες πρώιμες δημοσιεύσεις του σε λογοτεχνικά περιοδικά, Η πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία έγινε το 1934, με τη δημοσίευση του διηγήματός του Μιά νύχτα με πολλά Φώτα κάτω από μια Πόλη με πολλά Αστέρια, στο περιοδικό Νέα Εστία. Ουσιαστικά όμως εμφανίζεται στα γράμματα το 1938, με το βιβλίο του Τα πλοία δεν άραξαν. Πρόκειται για μιά συλλογή διηγημάτων βιωματικού υλικού, με σαφείς επιρροές του Δημοσθένη Βουτυρά καί με κατατεθειμένο ήδη τον προσανατολισμό του συγγραφέα στη ρεαλιστική καταγραφή των εμπειριών καί των συνθηκών διαβίωσης ενός ιδιαίτερου κοινωνικού στρώματος. Το βιβλίο γνωρίζει καλή υποδοχή καί ο συγγραφέας τιμάται με το Μέγα Κρατικό Βραβείο, την ίδια χρονιά.

Θα ακολουθήσει μιά πληθωρικότατη παραγωγή (45 περίπου βιβλία) μυθιστορημάτων κυρίως, αλλά καί ποιημάτων ή διηγημάτων.

Το γεγονός είναι ότι τα βιβλία του Λουντέμη κυριολεκτικά ανέθρεψαν πολλές γενιές αναγνωστών καί για δεκαετίες αποτέλεσαν το μόνιμο ανάγνωσμα ενός κοινού που αισθανότανε λιγότερο ή περισσότερο οικεία την αριστερή ιδεολογία.

Ο Μενέλαος Λουντέμης τιμήθηκε το 1951 με το βραβείο Χρυσής Δάφνης της Πανευρώπης.

Έκσταση
…Μυκήνες! Ξένε, κλάψε… Αν θέλεις να προσευχηθείς, δεν υπάρχει βωμός. Όλα είναι θρύψαλα, λιωμένα κάτω απ’ το ασήκωτο πέλμα του καιρού. Κι όμως… τον παλιό κείνο και φευγάτο καιρό όλα ήταν ολόρθα. Οι σπασμένες υδρίες ήταν κάποτε ξεχειλισμένες νέκταρ. Τούτες οι κολόνες κρατούσαν στα κεφάλια τους τον ουρανό της σοφίας! .Ύστερα οι Έλληνες μπούχτισαν, μέθυσαν απ’ τη γνώση και τη λάμψη και τα ‘ σπασαν όλα, τα ‘καναν συντρίμματα! Ναι, απ’ την πολλή λάμψη τυφλώθηκαν. Αν θέλεις να δεις Μυκήνες, φλογερέ προσκυνητή, σκύψε. Η πόλη είναι βουλιαγμένη. Η Μυκήνα είναι υπογειούπολη. Ευλογία στα χώματα που τη φύλαξαν απ’ τους ανθρώπους της κι απ’ τη μανία της καταστροφής τους.

Καληνύχτα, ζωή
“Άμα τον πόνο σου τον μοιράζεσαι μ’ άλλους” -λένε- “λιγοστεύει”. Μπορεί. Την πείνα σου όμως μ’ όσους και να τη μοιραστείς, δε θα χορτάσεις. Τα πάρκα ήταν γιομάτα νηστικούς… Μα τι έτρεξε και γέμισ’ ο κόσμος νηστικούς; Η κρίσις, λένε.
“Ένεκα η κρίσις, κύριε…”
Μα τι ήταν η “κρίσις”; Αρρώστια; Κι αν ήταν έτσι, γιατί δεν κολλούσαν όλοι;
Ο ήρωας εγκαταλείπει την Αθήνα, στην οποία ζει μέρες απόγνωσης και ανέχειας, και ταξιδεύει στην Αιδηψό, με την ελπίδα να βρει εκεί καλύτερη τύχη. Στη λουτρόπολη με την έντονη τουριστική ανάπτυξη, θα αντιμετωπίσει αρχικά την απελπισία της ανεργίας. Έπειτα θα εργαστεί ως σερβιτόρος, αν και η δουλειά δε θα τον απαλλάξει από τη φτώχεια, αλλά ούτε και από τη σκληρότητα των ανθρώπων. Θα κατορθώσει ωστόσο να επιβίωσει και να γράψει την “ιστορία μιας ψυχής”….

Συννεφιάζει
1923. Ένα ορφανό αγόρι, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, θα βρεθεί προσφυγόπουλο στο Βερτεκόπι, στη Δυτική Μακεδονία· εκεί, θα βρει απάγκιο στη φιλία του με τον μικρό Σουκρή, που ως μουσουλμάνος θα αναγκαστεί να ακολουθήσει την αντίστροφη διαδρομή -αν και η ζωή έχει άλλα, σκληρότερα σχέδια για τη μοίρα του. Η περιπλάνηση του μικρού ήρωα σε πόλεις και χωριά της Βόρειας Ελλάδας, στην προσπάθειά του να επιβιώσει, θα τον φέρουν αντιμέτωπο με τις αντοχές του, θα του δείξουν τη σκληρότητα της ζωής, χωρίς ωστόσο θα πλήξουν την αγνή του ευαισθησία που επίμονα αναζητά τον τόπο όπου δεν είναι δυστυχισμένα τα παιδιά…
Η πένα του Λουντέμη, με αφηγηματική δύναμη, ζωντανεύει μια ολόκληρη εποχή στην οποία τα σύννεφα, “καλά κουμάσια και του λόγου τους”, “μέσα τους έχουνε κρυμμένο το πικρό κεντρί”.

Οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος
“Η πρώτη κραυγή του ανθρώπου είναι κλάμα. Αποκεί και πέρα οι άνθρωποι ή παραμένουν άνθρωποι και κλαίνε, ή γίνονται τέρατα και κάνουν τους άλλους να κλαίνε”.
Ο Ευγένης Βενετός και ο Άρης Βεργωλής, φίλοι αδερφικοί, συμπορεύονται στη φτώχεια, στην απελπισία, μα και στην αγανάκτησή τους για το άδικο του κόσμου, που προσπαθούν να το εξηγήσουν, ο καθένας με τον τρόπο του. Τυχαία -ίσως πάλι, όχι- θα συναντήσουν το γερο-Ραματά που, στον πολυκαιρισμένο του καφενέ, θα τους πάρει από το χέρι, θα γίνει ο πατέρας που δεν έχουν, και μαζί θα πορευτούν, αντιμέτωποι με τις επιλογές τους. Ώσπου θα πέσει στα χέρια τους το βιβλίο της Φούγιας. “Για λίγο ουρανό·” ένα βιβλίο, που απρόσμενα θα αλλάξει την πορεία της ζωής τους.
Πρόσωπα που θα τα συνδέσει η τύχη, ίσως και το πεπρωμένο, που θα ανακαλύψουν πως, τελικά, “οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος”…
“νύσταξα να σε καρτερώ έρωτα, και να λιώνω,
μπρος στο βιβλίο της ζωής σκυμμένος μια ζωή!
Μα αν ήτανε να ερχόσουνα για ένα, έστω, πρωί,
χίλια θε να’ δινα πρωινά, να ζούσα εκείνο μόνο!”

Ένα παιδί μετράει τ΄άστρα
Πήχτωσε το βράδυ. Λιγόστεψε κι ο αχός απ’ τα κυπαρίσσια. Ανάψανε οι λαμπάδες τ’ ουρανού. Όλα ήταν γάλα, γάλα, λουλάκι και σπίθες. Το ποτάμι μουρμούριζε μες στον ύπνο του κρυφά παραμιλητά. Το παιδί κείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε, ολόκληρο το βράδυ. Έγραφε το πιο πικρό, το πιο μεγάλο του παραμύθι.
Την αυγή ξεκίνησε. Ήταν παρηγορημένο. Είχε καταφέρει όλη τη νύχτα να μετρήσει τ’ αστρα. Να τα μετρήσει όλα, σιγά-σιγά, ένα-ένα… Όλα.
Και τα βρήκε σωστά.
“… Ο Λουντέμης έγραφε όπως ανάσαινε, δεν σταματούσε ποτέ… Σχεδόν καθένα από τα βιβλία του είναι και μια μαρτυρία από τη μακρόχρονη οδύσσειά του στους χώρους της εξορίας – μέσα κι έξω από την Ελλάδα… Τώρα τα παιδιά, όταν θα μετράνε τ’ άστρα, θα ξέρουν πως εκείνο που τους λείπει βρίσκεται στη βιβλιοθήκη τους” – Στρατής Τσίρκας
“Ο Μενέλαος Λουντέμης ήταν ένας από τους ωραίους της γενιάς των Ρωμιών λογοτεχνών που κλείσανε στο έργο τους τη δίψα και τους αγώνες του λαού μας για ελευθερία, δημοκρατία, ανθρωπισμό…” – Διδώ Σωτηρίου
“… Ο Λουντέμης δίνει τη σπαραχτική πείρα ζωής που έχει κερδίσει σ’ ένα κόσμο ωραίο μα δύσκολο, το μεθύσι της ζωής που λέγεται πάθος: έρωτας, πόνος, ελευθερία, επιτυχία, καταστροφή… Αφήνει την καρδιά του πάλι να μιλήσει για τα πάθη της αντλώντας από το ανεξάρτητο απόθεμα της παιδικής του εμπειρίας”
– Δημήτρης Ραυτόπουλος

Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους
Ο ήρωας, δίχως µέλλον, τριγυρνά στη Χαλκίδα, στην Αθήνα, στον Άγιο Κωνσταντίνο… Καταπιάνεται µε όποιο επάγγελµα µπορεί για να επιβιώσει· του αρκεί ένα κοµµάτι ψωµί και µια στέγη για να προστατευτεί από τη νύχτα και την καταιγίδα. Γίνεται λούστρος, λογιστής, ηθοποιός, πλανόδιος βιβλιοπώλης. Κάπως έτσι γνωρίζει τον συγγραφέα Γιάννη Σκαρίµπα, µε τον οποίο γίνονται αδερφικοί φίλοι. Κινητήριος δύναµη είναι γι’ αυτόν, όπως και για τον Σκαρίµπα, η αγάπη· η αγάπη για τα βιβλία και για την Αλίκη. Αναζητά τις αλήθειες που θα τον λυτρώσουν, περιπλανιέται – κυνηγάει τους ανέµους…

Οδός Αβύσσου αριθμός 0
Την περίοδο του Εµφυλίου πολέµου στη Μακρόνησο κατοικεί η ωµή βία, ο τρόµος, η απελπισία. Στον αριθµό Μηδέν της οδού Αβύσσου δε µένουνόµως µόνο «δήµιοι» και θύµατα· σ’ αυτή την κοινωνία της παράνοιας ανήκει και ο ασυµβίβαστος ιδεολόγος, ο µικροαπατεώνας, ο περιθωριακός που κάνει τον βασανιστή, αλλά και ο ψευτοδιανοούµενος «ανανήψας» που απαγγέλλει παθιασµένα ποίηση στους παλιούς συντρόφους του…
«Η φρίκη της Μακρόνησος δε χωράει σε βιβλία. Διαβάζεται µόνο µες στα µάτια των τρελών της. Μόνο τ’ αυτιά του Λαυρίου πρόφτασαν στην αρχή ν’ αρπάξουν κάτι ξεφτίδια απ’ τις φωνές…
Στην αρχή, γιατί αργότερα ράγισαν κι αυτά και δεν άκουαν πια τίποτα. Κι έτσι απόµειναν µόνο οι σκύλοι -µε το προφητικό τους ένστικτο- να σκορπούν απ’ τους καρβουνοσωρούς τις οιµωγές τους, σα µαύρουςχρησµούς που έβγαιναν απ’ τα σπλάχνα του προαιώνιου ζώου».

Το ρολόι του κόσμου χτυπά μεσάνυχτα
Λίγα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο ένα αεροπλάνο απογειώνεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες με προορισμό την Ευρώπη. Καθένας εκεί μέσα κουβαλά μαζί του την ιστορία του, συνυφασμένη -χωρίς να το ξέρει- με αυτήν του διπλανού του. Πέντε ζωές ξετυλίγονται μπροστά στα μάτια μας όπως το νήμα απ’ το κουβάρι: ένα ηλικιωμένο ζευγάρι Εβραίων που κυνηγήθηκαν και έχασαν τα παιδιά τους στα γερμανικά στρατόπεδα· ένας Γερμανός ναζιστής που σκόρπισε χωρίς τύψεις τον θάνατο και τον τρόμο· μια όμορφη Ιταλίδα που ερωτεύτηκε, αλλά τελικά βίωσε τη ματαίωση· ένας Αμερικανός στρατιώτης που γυρνώντας από τον Πόλεμο της Κορέας έχασε τη μνήμη του, αλλά και την ψυχή του· κι ένας νεαρός Έλληνας λοστρόμος που πολέμησε με γενναιότητα. Όλοι αυτοί -και άλλοι, θύματα και θύτες- θα βρεθούν να πετούν πάνω απ’ τη θάλασσα, μέσα σ’ ένα αεροπλάνο που από στιγμή σε στιγμή θα πέσει…
“Το ρολόι του κόσμου χτυπά μεσάνυχτα”… Οι ήρωες του βιβλίου, τύποι καθημερινοί, με αγνά ιδανικά, οι οποίοι ξεχειλίζουν από ανθρωπιά κι αγάπη, γνωρίζουν από πρώτο χέρι τη βία, το μίσος και το έγκλημα. Η πορεία τους μοιάζει με μια αέναη θυσία στον βωμό της ελευθερίας των λαών και της αγάπης.

Η φυλακή του κάτω κόσμου
1963. Η εμπλοκή των ΗΠΑ στον πόλεμο του Βιετνάμ κλιμακώνεται. Στο πεδίο της μάχης, ο στρατιώτης Μπίγκγουελ, αμφισβητίας και ιδεολογικά αντίθετος στον πόλεμο, γίνεται στόχος των συντρόφων του. Η αποστασιοποίησή του τον καθιστά αποδιοπομπαίο τράγο, και τον εγκαταλείπουν στη ζούγκλα. Η τύχη θα τον οδηγήσει, λαβωμένο, σε ένα χωριό Βιετναμέζων. Εκεί, η αρχική επιφυλακτικότητα και καχυποψία των ντόπιων θα μετατραπούν σε ειλικρινή συμπάθεια για τον Αμερικάνο. Ο αντάρτης Κουάν, η μητέρα Υ-Εν, οι μικροί της γιοι, ο νεαρός Λάι, όλο το χωριό, με ανυπόκριτη αγάπη, θα τον αγκαλιάσουν και θα γίνουν η οικογένειά του, χιλιάδες μίλια μακριά από την πατρίδα του.
Ωστόσο, ένα καπρίτσιο της μοίρας θα φέρει εκ νέου τον Μπίγκγουελ αντιμέτωπο με τους τέως συμπολεμιστές του, καθώς εκείνοι θα βρεθούν έρμαιο στα χέρια των εχθρών τους. Και οι Αμερικανοί στρατιώτες θα λάβουν ένα πραγματικό μάθημα μεγαλοψυχίας και ανθρωπιάς…

Θυμωμένα στάχυα
“Να την η φωτογραφία της ζωής, χωρίς πολλά λόγια. Είναι περίεργο. Όλοι οι παππούδες επιμένουνε πως είδαν κι άλλους πολέμους. Μα σαν κι αυτόν, σου λένε, δεν ήταν κανένας. Σε κανέναν, λέει, οι άνθρωποι δεν πείνασαν και δεν τρόμαξαν τόσο. Έτσι λένε. Κι όλοι τους πιστεύουνε. Και πώς να μην πιστέψεις έναν άνθρωπο που -όταν σ’ τα λέει όλα αυτά- βουρκώνουν και σκοτεινιάζουν τα μάτια του;”
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, ο Φώτης Τριάρχης, αμούστακο παιδί, ζει στο χωριό με τη μητέρα του και τον παππού του που είναι μυλωνάς. Βιώνει την πείνα, ζει τον τρόμο που σπέρνουν οι κατακτητές και οι έλληνες συνεργάτες τους, οι καταδότες και οι μαυραγορίτες. Η παιδική ψυχή του φουντώνει από την αδικία, και ανυπομονεί να μεγαλώσει για να πολεμήσει με τους αντάρτες στα βουνά. Μαζί με τον φίλο του Αργύρη κάνουν όνειρα για τη ζωή, σχεδιάζουν ηρωικά κατορθώματα και αναζητούν τρόπους να εκδικηθούν για όσα συμβαίνουν στο χωριό τους…

Το κρασί των δειλών
– Τι ’ναι, Νίκο;
– Ξέρεις τι τρέχει; μου λέει κολλώντας τα χείλη του στ’ αυτί μου.
– Δεν ξέρω…, του απαντώ…
– Σκοτώσανε έναν υπουργό!
– Πώς;;
Ο φίλος έψαξε με τα μάτια να δει αν τον άκουσαν.
– Πότε;
– Προχτές τη νύχτα. Της Δικαιοσύνης. Μου το σφύριξε ο γιος της σπιτονοικοκυράς μας, ο Στέφανος ο Παπαγιωργάκης, καθώς γέμιζε το λαγήνι του στη βρύση. Ανεβήκαμε τη σκάλα αμίλητοι. Κοντά στην πόρτα έσκυψα στ’ αυτί του.
– Δεν είν’ ανάγκη να πεις τίποτα πουθενά, του λέω. Εγώ περιμένω κι άλλα.
Ικαρία, Ασφάλεια, Βούρλα, Μακρόνησος… Η εμπειρία ζωής του Μενέλαου Λουντέμη στους χώρους εκτοπισμού και “αναμόρφωσης” αντιφρονούντων στο μετεμφυλιακό καθεστώς.
Στα ασφυκτικά όρια της εξορίας και της φυλακής, ο συγγραφέας συνθέτει ένα μωσαϊκό χαρακτήρων -ο αγωνιστής, ο χωροφύλακας, ο χαφιές, ο περιθωριακός, ο προοδευτικός ιερέας- που συνυπάρχουν σε ένα χώρο-μικρογραφία της κοινωνίας των πρώτων χρόνων μετά τον Εμφύλιο, αλληλεπιδρούν και συνιστούν “καθρέφτη” μιας δύσκολης περιόδου της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Η πολιτική, η ιδεολογία, το καθήκον, η καχυποψία, η προδοσία, μέσα από τα μάτια ανθρώπων διαφορετικών, “καταδικασμένων” ωστόσο να συμβιώσουν…
“Πόλεμο έχω και σήμερα εδώ κάτω. Πόλεμο μ’ έναν απελπισμένο εχθρό, που είναι ικανός για όλα, γιατί είναι ετοιμοθάνατος… Και τώρα Τυραννία, εμπρός! Η ζωή μου είναι στα χέρια σου. Έλα να την πάρεις – για να πεθάνεις!”

Αγέλαστη άνοιξη
Ο Μέλιος Καδράς δεν είναι πια παιδί ούτε μετράει τ’ άστρα… Έχει πλέον αποβληθεί από όλα τα γυμνάσια της χώρας, επειδή πολύ αγάπησε ή, επισήμως, για “τας ερωτικάς επιστολάς” του. Περιπλανιέται, λοιπόν, για άλλη μια φορά στην επαρχία της Βόρειας Ελλάδας· γνωρίζει μικρασιάτες πρόσφυγες, ξεχασμένους σε ξερά και άνυδρα χωριά, γύφτους πονηρούς μα φιλοσοφημένους, αγρότες και κτηνοτρόφους φτωχούς κι αγράμματους.
Συναντά και πάλι, την αδικία αλλά και την καλοσύνη. Θα καταφέρει ωστόσο να γίνει δάσκαλος σε ένα ορεινό χωριό και να βοηθήσει με όλες του τις δυνάμεις τους ανθρώπους που βρίσκονται στα διάβα του, θα εναντιωθεί σε κάθε λογής προκατάληψη και αδικία. Πάντοτε ευαίσθητος, αισιόδοξος μα και αποφασιστικός, θα επιστρέψει έπειτα, καβαλάρης, στην πόλη του για να ξαναβγεί τους σχολικούς του φίλους και, κυρίως, τη μεγάλη του αγάπη, την Αγράμπελη – ένα ταξίδι επώδυνο στην “αγέλαστη Άνοιξη”…

Άπαντα τα ποιητικά
Συμπληρωματικό της δημοφιλέστατης πεζογραφίας του, το -λιγότερο γνωστό- ποιητικό έργο του Μενέλαου Λουντέμη μάς συστήνει εκ νέου έναν γνήσια αριστερό συγγραφέα. Μακριά από κομματικές παρωπίδες, αυτός ο λυρικός της κοινωνικής στράτευσης εμφανίζεται και μέσα στην ποίησή του ως ένας βαθιά ανθρωπιστής λογοτέχνης. Υμνητής της απλής ζωής του λαού, αλλά και γενναία μαχόμενος κατά των πάσης φύσεως καταπιέσεων και διακρίσεων, ταυτίζει τον Έρωτα με την Ελευθερία και μας καλεί να αγωνιστούμε για έναν καλύτερο κόσμο.
Περιλαμβάνει τις ποιητικές συλλογές:
– Κραυγή στα πέρατα
– Θρηνολόι και άσμα για το σταυρωμένο νησί
– Το σπαθί και το φιλί
– Κοντσέρτο για δυο μυδράλλια κι ένα αηδόνι
– Πυρπολημένη μνήμη
– Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς

Μυθιστορήματα
Εκσταση (1943)
Καληνύχτα ζωή (1946)
Συννεφιάζει (1947)
Οι κερασιές θ’ανθίσουν και φέτος (1956)
Ενα παιδί μετράει τ’άστρα (1956)
Τότε που κυνηγούσα τους ανέμους (1957)
Οδός αβύσσου αριθμός 0 (1962)
Το ρολόι του κόσμου χτυπάει μεσάνυχτα (1963)
Η φυλακή του κάτω κόσμου (1964)
Θυμωμένα στάχυα (1965)
Το κρασί των δειλών (Σαρκοφάγοι Ι) (1965)
Οι ήρωες κοιμούνται ανήσυχα (Σαρκοφάγοι ΙΙ) (1974)
Ο άγγελος με τα γύψινα φτερά, (Σαρκοφάγοι ΙΙΙ) (1974)
Της γης οι αντρειωμένοι (1977)
Αγέλαστη Ανοιξη
Το κρασί των Δειλών
Λύσσα
Τρόπαια Α (Μαραθώνας)
Τρόπαια Β (Σαλαμίνα)
Κάτω απ’ τα κάστρα της ελπίδας

Διηγήματα
Μια Νύχτα με πολλά Φώτα κάτω από μια Πόλη με πολλά Αστέρια (1934)
Τα πλοία δεν άραξαν (1938)
Περιμένοντας το ουράνιο τόξο (1940)
Γλυκοχάραμα (1944)
Αυτοί που φέρανε την καταχνιά (1946)
Βουρκωμένες μέρες (1953)
Το τραγούδι των διψασμένων (1966)

Θεατρικά
Οι κεραυνοί ξεσπούν (1958)
Θα κλάψω αύριο (1975)
Ανθισμένο όνειρο (1975)
Ταξίδια του χαμού (1975)
Πικρή θάλασσα (1976)
Οι Δήμιοι με τ’ άσπρα γάντια (1978)

Βιογραφίες
Ο λυράρης, Μιλτιάδης Μαλακάσης (1976)
Ο κονταρομάχος, Κώστας Βάρναλης (1976)

Ποίηση
Κραυγή στα πέρατα (1954)
Τραγουδώ για την Κύπρο (1956)
Το σπαθί και το φιλί (1967)
Θρηνολόι και άσμα για το σταυρωμένο νησί (1975)
Κοντσέρτο για δύο μυδράλια και ένα αηδόνι (1973)
Οι εφτά κύκλοι της μοναξιάς (1975)
Τραγουδώ για την Κύπρο (1956)
Ο εξάγγελος (Άγγελος Σικελιανός) (1976)
Άπαντα τα ποιητικά (2016)

Διάφορα
Ο Μεγάλος Δεκέμβρης (χρονικό) (1945)
Οι αρχιτέκτονες του τρόμου (Σάτιρα)
Μπάτ-Τάϊ (Οδοιπορικό στο Βιετνάμ)
Δαίδαλος (παιδικό)
Ο Ηρακλής (παιδικό)
Ο Ικαρος (παιδικό)
Θησέας (παιδικό)

Μεταφράσεις
Το σπίτι της ομίχλης, Θεόδωρου Κωνσταντίν
Μορομέτε, Μαρίν Πρέντα
Και τους καταδικάσα όλους σε θάνατο, Τίτους Πόποβιτς
Πέρα απ’ τς αμμόλοφους, Φάνους Νεάγκου
Πύρινα άλογα, Ίον Μπραντ
Το λουλούδι της στάχτης, Εουτζέν Ζεμπελεάνου (1974)
Οι φρουροί των ανέμων, Βίρτζιλ Θεοδορέσκου
Ο ιππότης της μοναξιάς, Ζέο Ντιμιτρέσκου
Σαρκασμοί και εφιάλτες, Μαρίν Σορέσκου
Ένας άνθρωπος Οστην αγορά, Ντομίτρου Ποπέσκου
Άσπιλοι κι αμόλυντοι, Χόρια Λοβινέσκου (1975)

Βραβεία
Μέγα Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας (1938) – Τα πλοία δεν άραξαν
Χρυσή Δάφνη της Πανευρώπης (1951)

Πηγές: EKEBI, BIBLIONET, ΔΟΛ, Ελληνικά Γράμματα, Εκδόσεις Πατάκης, Δωρικός

140 views.