Άγγελοι – Νατάσα Γκουτζικίδου

Νατάσα Γκουτζικίδου

Η λαίλαπα του πολέμου κυκλώνει την Ευρώπη του 1940. Η Λυγερή ζει με την οικογένειά της στο Λονδίνο από τότε που θυμάται τον εαυτό της. Ωστόσο, τα όνειρά της είναι χρωματισμένα με το γαλάζιο της ελληνικής γης, όπου ελπίζει μια μέρα να επιστρέψει. Ένα ξέγνοιαστο καλοκαίρι έχει αποτυπωθεί στην μνήμη της, μα κάθε φορά σκοντάφτει πάνω στην επίμονη άρνηση του πατέρα στης. Μαύρο πανί για τη μητέρα της η Λυγερή, στης οποίας το πρόσωπο διαβάζει τα λάθη του παρελθόντος. Δύο αδερφές που βιώνουν τον ανταγωνισμό μεταξύ τους και δύο αφίξεις που έρχονται να αναστατώσουν κι άλλο τη ζωή της οικογένειας. Ένας έρωτας που ξετυλίγεται αργά και παίρνει τη μορφή φύλακα αγγέλου κι ένα ξεχασμένο γράμμα που φέρνει αλήθειες στο φως. Μπορεί η αγάπη να επιβιώσει, όταν ο κόσμος γύρω της γκρεμίζεται; Μπορεί η συγχώρεση να φέρει την λύτρωση στις καρδιές των ανθρώπων; Μυθιστόρημα, Διάνοια, 2023, 392 σελ.

-- 1 of 3 --

Το ταξίδι με το τρένο είχε διαρκέσει πολλές ώρες αλλά η Λυγερή κι η Ελένη δεν έδειχναν να νοιάζονται ιδιαίτερα. Ήταν τόσο ενθουσιασμένες που θα γνώριζαν επιτέλους την πατρίδα τους για την οποία είχαν ακούσει τόσα που δεν τις ενδιέφερε καθόλου η κούραση κι η ταλαιπωρία του πολύωρου ταξιδιού. Άλλωστε, τα όσα αντίκριζαν τα μάτια τους τις αποζημίωναν. Έπειτα ήταν η πρώτη φορά που έφευγαν τόσο μακριά από το σπίτι κι αυτό τις έκανε πιο ανυπόμονες να γνωρίσουν τον κόσμο. Εικόνες και τοπία εναλλάσσονταν κάθε λίγο. Έλατα και βελανιδιές παραχωρούσαν τη θέση τους σε λίμνες και ποτάμια, μικρά χωριά σε μεγάλες πόλεις, ορεινοί όγκοι σε όμορφες πεδιάδες, ενώ οι άνθρωποι τούς υπενθύμιζαν κάθε λίγο το μεγαλείο της διαφορετικότητας. Κανένας τόπος όμως δεν μπορούσε να συγκριθεί με την Ελλάδα. Με το που έφτασαν στην Αθήνα ένιωσαν τον αέρα ν’ αλλάζει. Τι είχαν απογίνει η υγρασία κι η ομίχλη του Λονδίνου; Ποιο ήταν το φωτεινό πλάσμα που χαμογελούσε ψηλά στον ουρανό, σαν να τους έγνεφε; Ώστε έτσι ήταν η ζωή στην Ελλάδα, φωτεινή. Φωτεινή και χαρούμενη. Χάρη στον Αχιλλέα και τον Μιχάλη, τους γιους του θείου Αγησίλαου, περπάτησαν σχεδόν κάθε σπιθαμή της πόλης. Στα μάτια τους η Αθήνα δεν ήταν παρά ένας παράδεισος, μια μικρή όαση φωλιασμένη ανάμεσα σε πέτρες. Το μεθυστικό άρωμα των νυχτολούλουδων πλημμύριζε τις γειτονιές, που ήταν γεμάτες χαρούμενες παιδικές φωνές κι όνειρα, ενώ τα γεράνια στις γλάστρες έφερναν στο μυαλό κατακόκκινα φιλιά. Οι άνθρωποι τριγυρνούσαν στους δρόμους με το βλέμμα στραμμένο πάντοτε στον Παρθενώνα, τον ναό της Ολύμπιας Αθηνάς, προστάτιδας της πόλης και αφέντρας της ιστορίας της. Αργά το βράδυ, όταν το φως της ημέρας χανόταν πίσω από τα βουνά, τα καφενεδάκια γέμιζαν κόσμο που προσπαθούσε να ξεκλέψει μια στιγμή ευτυχίας ή μια νότα χαράς, κάτι που θα τους έβγαζε από τη δίνη της μονοτονίας και την ανία της καθημερινότητας. Παρότι οι περισσότεροι κάτοικοι ζούσαν σε λιγότερο όμορφα σπίτια από το δικό τους στο Λονδίνο, χωρίς οικονομική άνεση, έδειχναν ευτυχισμένοι.

-- 2 of 3 --

Ακολούθησαν οι μέρες στη θάλασσα, στο μικρό σπίτι που νοίκιασε ο πατέρας τους. Τι βουτιές, τι μακροβούτια, με πόσα γέλια γέμισαν τις στιγμές τους. Μα η καλύτερη ώρα ήταν το απόγευμα, όταν ο ήλιος χανόταν στα γαλάζια νερά βάφοντας με χρυσοκόκκινες ανταύγειες την άμμο κι ο ήχος από κάποια μπουρού ταξίδευε το μυαλό πάνω στα κύματα. Με τα παπούτσια στο χέρι και τη θαλασσινή αλμύρα να νοτίζει το φόρεμά της, η Λυγερή απολάμβανε τη βόλτα στην ακρογιαλιά με μοναδική συντροφιά κάποιο ψαροπούλι που ξεμάκραινε από τη ρότα του. Στεκόταν λίγο σιμά της και μετά άνοιγε τα φτερά του για να πετάξει ψηλά, δραπετεύοντας τα όνειρά της. Νατάσα Γκουτζικίδου Απόσπασμα από το βιβλίο «Άγγελοι», Εκδόσεις Διάνοια, 2023

-- 3 of 3 --