Γερμανικό – Μάνθος Γιουρτζόγλου

Μάνθος Γιουρτζόγλου


ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ

 

Δέκατη τέταρτη μέρα χωρίς έξοδο. Πεντηκοστή ένατη από τότε που επέστρεψε από την τελευταία του άδεια. Ο Μιχάλης κόντευε να λαλήσει. Χώρια που τον είχαν χώσει τρίτη συνεχή βραδιά στο χειρότερο νούμερο σκοπιά: Δύο με τέσσερις τη νύχτα, το λεγόμενο «Γερμανικό». Και μέσα σε όλα αυτά να είναι καλοκαίρι ντάλα, το νησί να σφύζει από ζωή, το στρατόπεδο να βρίσκεται στο κέντρο του χωριού, λίγο πιο μακριά από την θάλασσα και διακόσια μέτρα από εκεί που γίνονταν όλα. Τι άλλο να του τύχει;

  

Και όμως, ο δυστυχής σκαπανέας μετρούσε και μια ακόμη πληγή, πιο μεγάλη: Είχε να μιλήσει με τη Σμαράγδα παραπάνω από μια εβδομάδα, αφού εκτός του ότι δεν τον έπαιρνε εκείνη, δεν απαντούσε και στις δεκάδες καθημερινές κλήσεις και στα γραπτά του μηνύματα, κάτι που του είχε προκαλέσει έντονη ανησυχία. Το τελειωτικό χτύπημα όμως, το δέχτηκε αμέσως μετά το σιωπητήριο και ενώ προσπαθούσε να κλέψει λίγο ύπνο πριν το βάρβαρο ξύπνημα στις δύο παρά τέταρτο για το αποψινό νούμερο. Η Σμαράγδα είχε αποφασίσει -επιτέλους- να δώσει σημεία ζωής, αλλά όχι για καλό. Τον πήρε τηλέφωνο, για να του ανακοινώσει ψυχρά και αδίστακτα το τέλος της σχέσης τους. Του είπε ότι αποφάσισε να φύγει για σπουδές στο εξωτερικό τον Σεπτέμβρη, ότι θα έμενε εκεί τουλάχιστον για μία πενταετία κι ότι δεν έπρεπε να ταλαιπωρούνται με τον συνδυασμό της απόστασης και της θητείας του Μιχάλη να δημιουργεί αυτό το χάος μεταξύ τους. Αυτό ήταν. Τα τηλεφωνικά δάκρυα της Σμαράγδας φάνηκαν στον Μιχάλη τόσο ψεύτικα κι επιτηδευμένα που της έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα. Στις πολλαπλές κλήσεις της που ακολούθησαν, απαξίωσε να απαντήσει. Ένοιωθε πλέον σαν φυτό, χώρια που είχε χάσει και τον ύπνο του. Και το επόμενο ξημέρωμα, τον περίμενε άσκηση (τα λεγόμενα «σκηνάκια») στο βουνό. Με δύο λόγια, γάμα τα με μεγάλα γράμματα...

   

Η ώρα μέχρι να τον μεταφέρουν στην σκοπιά κύλησε βασανιστικά αργά, σαν τιμωρία. Κάθε λεπτό βάραινε πάνω του σαν αιώνας, όλα τα ζόρια και το πήξιμο που είχε περάσει εκεί μέσα είχαν αρχίσει να συσσωρεύονται επικίνδυνα και να φορτώνουν το μυαλό του με περισσό βάρος. Και σαν να μην έφτανε η πίκρα 14 μηνών δύσκολης θητείας – εκ των οποίων οι δώδεκα σε αυτό το κωλοτάγμα- να' σου και η ιστορία με τη Σμαράγδα να βάζει το κερασάκι στην τούρτα. «Ποιες σπουδές και μαλακίες; Τώρα το θυμήθηκε; Να δεις που θα βρήκε άλλον αυτή!» σκεφτόταν συνεχώς ο Μιχάλης που δεν μπορούσε να χωνέψει την δικαιολογία που του ξεφούρνισε η -πρώην πλέον- αγαπημένη του. Κι ενώ προσπαθούσε να χωνέψει την σφαλιάρα από την Σμαράγδα, η σκέψη της δοκιμασίας που τον περίμενε από αύριο στα σκηνάκια, πάνω στον 800 μέτρων ύψους βουνό του νησιού, τον τρέλανε ακόμη περισσότερο: Η κούραση, η βρωμιά, η ζέστη και τα κουνούπια. Να μετράς το νερό με την σταγόνα. Οι καραβανάδες να φωνάζουν για νυχτερινή πεζοπορία και κάθοδο στην θάλασσα την ώρα που δεν μπορείς να πάρεις τα πόδια σου από την κούραση, το φούμο να βαραίνει στο πρόσωπο, τα φίδια που σε ζώνουν από παντού, τους άλλους φαντάρους να ψάχνουν μια ήσυχη γωνία για να τον παίξουν. Ένας συρφετός από άχρηστους ανθρώπους που κάνουν άχρηστα πράγματα. Κι αυτός να έχει δύο εβδομάδες να δει άνθρωπο να μην φοράει χακί, δύο μήνες να δει το σπίτι του, τέσσερις ακόμα μήνες θητείας να τον περιμένουν και να τον έχει παρατήσει και η γκόμενα.

  

Απόψε, τον έχουν βάλει στο πίσω μέρος του στρατοπέδου, στην σκοπιά που βρισκόταν μπροστά από το ιατρείο και την αποθήκη καυσίμων. Το σημείο αυτό έβλεπε στο δρόμο που οδηγούσε στην κεντρική πλατεία και στο μικρό λιμανάκι του χωριού, στο πλέον πολυσύχναστο σημείο του δηλαδή. Ο Μιχάλης παρέλαβε το χαρτάκι με το σύνθημα-παρασύνθημα χωρίς να βγάλει κουβέντα από το στόμα. Έκανε ζέστη και ο οπλισμός μαζί με το κράνος έκαναν την κατάσταση αφόρητη. Το χειρότερο από όλα όμως, ήταν πως δεν είχε τίποτα ευχάριστο να σκεφτεί για να χαλαρώσει, έστω κι ελάχιστα. Ακόμη και ο ύπνος ήταν κάτι αδιανόητο. Λίγο η ώρα, λίγο οι ετοιμασίες για το πρωινό που θα ερχόταν, μα πιο πολύ η απόρριψη από τη Σμαράγδα έκαναν την απόσταση από τον Θεό Μορφέα να μοιάζει χαώδης. Και είναι και αυτή η αλλόκοτη μοναξιά της σκοπιάς. Και να θες να ηρεμήσεις, να ξεχαστείς από κάτι, δεν μπορείς. Η μία σκέψη φέρνει την άλλη και φορτώνεις, φορτώνεις...

    Κάθε λεπτό που περνούσε, έφερνε τον Μιχάλη όλο και πιο κοντά στα όριά του. Το μυαλό του είχε σκοτεινιάσει, του έπαιζε περίεργα παιχνίδια. Tου πέρασε από το μυαλό να αρχίσει να πυροβολεί κατά ριπάς κι όποιον πάρει ο χάρος, ευτυχώς όμως εγκατέλειψε αμέσως αυτή την φρικτή ιδέα.  Η ώρα όμως δεν περνούσε. Με τίποτα. Σε ανύποπτο χρόνο άνοιξε το κινητό του. Σκέφτηκε να της τηλεφωνήσει. Να την βρίσει. Να ξεσπάσει. Να του φύγει λίγο βάρος. Δεν το έκανε. Θεώρησε πως έτσι θα της έδινε αξία χωρίς να κερδίσει ο ίδιος τίποτα απολύτως. Την κατάσταση επιδείνωναν τα μηχανάκια και τα αυτοκίνητα που περνούσαν απ'έξω και τον πίκαραν με φωνές και γιούχα. Χώρια ο ήχος από τα γέλια και τις μουσικές από την πλατεία που ακούγονταν λες και ήταν δίπλα του. Σε κάποια στιγμή, ένα μικρό αμάξι σταμάτησε απέναντι από το στρατόπεδο. Από μέσα βγήκαν δύο πανέμορφα ξανθά πλάσματα που γελούσαν δυνατά μιλώντας μια βαρετά ακατάληπτη διάλεκτο. Με αργά βήματα – που όμως φανέρωναν την μέθη τους-  οι δύο άγγελοι πλησίασαν στη σκοπιά. “Hey soldier, you need love,don't you?». Ο Μιχάλης προσπάθησε να μην δώσει σημασία. Δεν απάντησε. «Come on, Tell us something. Tell us about your gun...» Γέλασαν. Προκλητικά. Σαγηνευτικά. Ο Μιχάλης εκνευρίστηκε. Με μια απότομη κίνηση έστρεψε το όπλο του προς τις δύο ξανθές και τις σημάδεψε. Εκείνες πισωπάτησαν χωρίς όμως να σταματήσουν να γελούν. «OK, OK, if you want to kill us, you can visit the opposite rooms. We stay on room three, upstairs. Hurry up, we're going to sleep in a while...», του είπε η μια από τις δυο. Απόμεινε να τις κοιτάζει στήλη άλατος. «Δεν μπορεί» σκέφτηκε, «αυτές οι δύο είναι πλάσματα της φαντασίας μου. Είναι δυνατόν να συμβαίνουν σε μένα όλα αυτά...»

Κι όμως. Οι δύο κοπέλες πέρασαν τον δρόμο και μπήκαν στην είσοδο του μικρού μοτέλ που απείχε το πολύ διακόσια μέτρα από την σκοπιά του. Λίγο μετά, άναψε ένα φως στο μπαλκόνι, και τα δύο θαύματα της φύσης βγήκαν έξω φορώντας μόνο τα εσώρουχά τους και του έκαναν νοήματα, καλώντας τον να έρθει επάνω.

   Του είχε στρίψει. Κάποιος καλός Θεός του προσέφερε ένα δώρο και εκείνος δεν ήξερε τον τρόπο να το αποκτήσει. Μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας, πέρασαν από το μυαλό του όλα όσα του συνέβαιναν. Η έξοδος που δεν έπαιρνε, η άδεια που αργούσε, ο αρχιμαλάκας ο λοχαγός, η αυριανή άσκηση, οι τέσσερις μήνες που του έμεναν για να απολυθεί και φυσικά, η προδοσία της Σμαράγδας. Ο Μιχάλης ήθελε πως και πως να φύγει από κει πέρα. Να τα αφήσει όλα. Να τους γράψει όλους στα αρχίδια του. Χωρίς να το πολυσκεφτεί λοιπόν, μέσα στην σύγχυσή του έβγαλε το κράνος, και μ’ ένα γρήγορο σάλτο βρέθηκε έξω από τα συρματοπλέγματα. Έριξε πίσω του μια γρήγορη ματιά, βεβαιώθηκε πως δεν τον είχε δει κανείς και πέρασε τρέχοντας τον δρόμο. Σε λιγότερο από μισό λεπτό χτυπούσε την πόρτα του δωματίου 3. Μόλις οι δύο άγγελοι του άνοιξαν, σκέφτηκε πως και στη πύλη του παραδείσου είναι κάπως έτσι...

   

Στα εικοσιέξι του, ο Μιχάλης ελάχιστες τρέλες είχε κάνει. Δεν είχε κάτι φοβερό να εξιστορήσει, πέρα από πράγματα που λίγο πολύ όλοι κάνουν στα νεανικά τους χρόνια. Αυτό που βίωνε όμως τώρα, ξεπερνούσε και την πιο βαθιά κρυμμένη φαντασίωσή του. Ούτε λίγο, ούτε πολύ βρισκόταν τέσσερις ημέρες σκαστός από το στρατόπεδο, στην αγκαλιά δύο πανέμορφων Γερμανίδων, οι οποίες του φέρονταν σαν βασιλιά. Έβγαιναν έξω, του αγόραζαν φαγητά, αναψυκτικά, μπύρες και τσιγάρα, όταν είχαν κέφι του μαγείρευαν ότι μπορούσαν και φυσικά τον βομβάρδιζαν με απανωτές δόσεις σεξ. Οι τρεις τους κλείνονταν στην μικρή κρεβατοκάμαρα της ενοικιαζόμενης γκαρσονιέρας ώρες ολόκληρες και δεν σηκώνονταν από το κρεβάτι παρά μόνο για την φυσική τους ανάγκη. Η Χάικε και η Ούλρικε είχαν ακούσει από το πρώτο κιόλας βράδυ την ιστορία του και δεν δίστασαν να τον κρύψουν. Του φέρονταν με τον καλύτερο τρόπο, ήταν δύο αληθινοί άγγελοι, θαρρείς θεόσταλτοι στην Γη μόνο για κείνον και εκείνος, εκτός από αυτό που βίωνε, είχε καταφέρει να κάνει άνω-κάτω ένα ολόκληρο νησί. Η εξαφάνισή του είχε σημάνει γενικό συναγερμό. Τον έψαχναν μέρα-νύχτα παντού, σε όλα τα πιθανά και απίθανα σημεία. Ακόμα και η αστυνομία είχε κινητοποιηθεί στήνοντας μπλόκα όχι μόνο στο χωριό, αλλά σε ολόκληρο το νησί, αφού εκτός του ότι είχε χαθεί τέσσερις ολόκληρες ημέρες, είχε πάρει μαζί και το όπλο του. Και αυτό ήταν που είχε προκαλέσει ντελίριο πανικού στις Αρχές. Την τρίτη ημέρα μάλιστα, η Δημοτική αρχή είχε μοιράσει σε όλους τους ντόπιους φειγ -βολάν με την φωτογραφία του Μιχάλη. Κι όλα αυτά, ενώ εκείνος κρυβόταν εκεί, μέσα στα πόδια τους. Σε απόσταση διακοσίων - το πολύ - μέτρων από το στρατόπεδο...

  Στο μεταξύ, η είδηση της «απόδρασης» του οπλισμένου στρατιώτη είχε γίνει πρώτο θέμα στα δελτία ειδήσεων όλων των τηλεοπτικών σταθμών. Ότι έπρεπε δηλαδή για τους αποχαυνωμένους τηλεθεατές, τους μεγαλοδημοσιογράφους και τους κάθε λογής μαϊντανούς των καναλιών, που ντάλα καλοκαίρι έψαχναν κάτι για να ασχολούνται. Κάποιοι ειδικοί μάλιστα, δεν δίστασαν να εκφράσουν τον φόβο τους ότι «ο εξαφανισθείς στρατιώτης πιθανόν να είναι μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης» και να εγείρουν ερωτήματα μήπως τυχόν είχε κλαπεί κι άλλος οπλισμός από το στρατόπεδο...!


Πίσω στην Αθήνα, η Σμαράγδα είχε τρελαθεί. Αισθανόταν φρικτές ενοχές, φοβόταν πως ο Μιχάλης μπορεί και να είχε αυτοκτονήσει. Ένοιωθε υπεύθυνη γι’ αυτό που εκείνος είχε κάνει. Όμως δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Οι γονείς της θα την έστελναν για σπουδές στην Αγγλία και η απόσταση θα σκότωνε τη σχέση τους. Πριν του τηλεφωνήσει, το σκέφτηκε πολύ καλά και συνειδητοποίησε πως δεν θα άντεχε να τον βλέπει μόνο Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρια. Με όλα αυτά που έγιναν όμως, το είχε κιόλας μετανιώσει. Ήξερε ότι είχε κάνει μεγάλη μαλακία. Στο φινάλε, το πρώτο ή το τελευταίο ζευγάρι θα ήταν που θα περνούσε αυτό το ζόρι; Και γιατί δεν τον περίμενε να έλθει με άδεια για να του το πει; Ήταν ανάγκη να το κάνει τώρα; Έτσι λοιπόν, πήρε αμέσως τηλέφωνο την αστυνομία και τους είπε τα πάντα. Το επόμενο πρωί, πέμπτη ημέρα της εξαφάνισης του Μιχάλη, πήρε το πρώτο πλοίο από τον Πειραιά κι έφτασε στο νησί, συνοδευόμενη από δυο αξιωματικούς της Ασφάλειας.

  Το ίδιο βράδυ, ο Μιχάλης χάζευε τον εαυτό του να έχει γίνει το πρόσωπο της ημέρας. Αρχικά, ξεράθηκε στα γέλια. Ήταν μια χαρά εκεί που ήταν και δεν σκόπευε να γυρίσει πίσω. Τους την είχε φέρει κανονικά και το χαιρόταν δεόντως. Επειδή όμως, κάθε παράτολμη πράξη στην ζωή, έχει και τις συνέπειές της, όταν είδε τις εφημερίδες και τα φειγ-βολαν που του έφεραν οι δύο ερωμένες του, μετά την απογευματινή τους βόλτα, ένοιωσε τα πρώτα σημάδια πανικού να τον κυριεύουν. Σκέφτηκε τι θα γινόταν όταν κάποτε εμφανιστεί (γιατί όντως θα εμφανιζόταν κάποια στιγμή): Τις στρατιωτικές φυλακές που με μαθηματική ακρίβεια θα «επισκεπτόταν», την αντιμετώπιση από τους άλλους φαντάρους στο τάγμα, των οποίων οι άδειες είχαν ανακληθεί καλοκαιριάτικα εξαιτίας του, την ντροπή των γονιών του, την αποστροφή των φίλων του και πάνω απ' όλα το ότι θα έπρεπε να αποδείξει πως δεν είναι ελέφαντας. Τότε ήταν που έριξε μια λοξή ματιά στο G3A3 που είχε πάρει μαζί του. Αν δεν είχε αυτό, ίσως το πράγμα να μην είχε πάρει αυτή την έκταση. Αλλά ακριβώς την στιγμή που είχε αρχίσει να τον παίρνει από κάτω, εμφανίστηκε η Ούλρικε. Τον σήκωσε από το κρεβάτι, μπήκαν παρέα στο μπάνιο και χαριεντίστηκαν για αρκετή ώρα μέσα στο νερό. Έτσι, όπως το σώμα του είχε γίνει ένα με αυτό της 20χρονης Γερμανίδας κάτω από τις σαπουνάδες, ο Μιχάλης έδιωξε από το μυαλό του κάθε αρνητική σκέψη. Την ίδια ώρα, η Χάικε μαγείρευε στο μικρό κουζινάκι της γκαρσονίερας ότι πιο απλό και γευστικό: αυγά τηγανητά με πατάτες. Έφαγαν, ήπιαν τις πέντε μπύρες που υπήρχαν στο ψυγείο, και χάθηκαν μέσα στην κρεβατοκάμαρα σε ένα ακόμα ντελίριο ερωτικού πάθους.

   

Την επόμενη το πρωί, ξύπνησε με μία τρομερή νευρικότητα. Λογικό ήταν άλλωστε, έξι ολόκληρες μέρες κλεισμένος σε μια γκαρσονιέρα με κλειστά παράθυρα και πόρτες. Είχε αρχίσει να σαλτάρει από την κλεισούρα. Ήθελε να βγει λίγο έξω, να δει τον ήλιο, να αναπνεύσει λίγο καθαρό αέρα, αλλά ήξερε πως αυτό θα ισοδυναμούσε με αυτοκτονία. Το στρατόπεδο βρισκόταν ακριβώς απέναντι και θα γινόταν αμέσως αντιληπτός. Άρχισε να βηματίζει νευρικά μέσα στο σπίτι. Σκεφτόταν πως θα γλύτωνε από όλα αυτά, πως θα την «έβγαζε καθαρή». Βρισκόταν όμως σε πλήρη αδιέξοδο. Το μόνο που τον έκανε να χαμογελάσει λίγο, ήταν η σκέψη των δύο αγγέλων που όπου να΄ναι θα επέστρεφαν από την πρωινή τους βόλτα στην παραλία. Τις ήθελε πολύ και τις δύο. Κι όπως και να το πάρει κανείς, την έβγαζε βασιλικά. Σκεφτόταν την στιγμή που θα έπεφταν και οι τρεις τους στο κρεβάτι μετά το μεσημεριανό φαγητό. Λιγωνόταν στην ιδέα πως θα χανόταν για μια ακόμη φορά στην αγκαλιά των ηλιοκαμένων σφριγηλών κορμιών της Χάικε και της Ούλρικε, πως θα παραδιδόταν στα χάδια τους ελαφρύς σαν πούπουλο. Άσε που πέρασε από το μυαλό του να πάρει τηλέφωνο τη Σμαράγδα και να την βάλει ν΄ ακούει τα βογκητά των δυο κοριτσιών την ώρα που τις γαμούσε. Αυτή κι αν θα ήταν ωραία εκδίκηση. Όχι, το όνειρο που ζούσε δεν έπρεπε να τελειώσει. Τουλάχιστον όχι τώρα. Ήταν τόσο καλά εκεί.. Μετά, βλέπαμε....

   

Πράγματι, λίγη ώρα αργότερα άκουσε το κλειδί να στριφογυρίζει στην πόρτα. Ήταν ξαπλωμένος στο διπλό κρεβάτι. Η πόρτα του δωματίου άνοιξε και μπήκε μέσα η Χάικε. Φορούσε ένα πολύχρωμο παρεό, το έβγαλε και ξάπλωσε δίπλα του. Μαζί της είχε και μια πλαστική σακούλα. Καθώς τον φιλούσε, με το ένα της χέρι έβγαλε από την σακούλα ένα ζευγάρι χειροπέδες. Ο Μιχάλης απόρησε. Την ρώτησε τι πάει να κάνει, αλλά εκείνη δεν του απαντούσε. Συνέχισε να τον φιλάει στο πρόσωπο και με την γλώσσα της κατέβαινε σιγά σιγά προς τον λαιμό και το στήθος του, ενώ με το αριστερό της χέρι προσπάθησε να περάσει τις χειροπέδες στα χέρια του. Ξάφνου, ακούστηκαν βήματα στις σκάλες. Πολλά βήματα. Σαν να κατάλαβε τον γνώριμο ήχο των στρατιωτικών αρβυλών. Πανικοβλήθηκε. Με μια απότομη κίνηση, πέταξε στο πλάι την Χάικε που στο μεταξύ είχε φτάσει με τη γλώσσα της ανάμεσα στα πόδια του, σηκώθηκε γρήγορα και πήρε το όπλο του. Έκανε να βγει από το δωμάτιο και αντίκρυσε στην είσοδο της γκαρσονιέρας τέσσερις άνδρες ντυμένους στα μπλε να τον σημαδεύουν με αυτόματα όπλα. Δίπλα τους, στεκόταν η Ούλρικε.

«Παράτα τα Σωτηρίου, αρκετά μας ταλαιπώρησες. Ξέρουμε τι έχει γίνει. Δώσε μας το όπλο και το Στρατοδικείο θα σου φερθεί με επιείκεια», του είπε ένας από τους τέσσερις καραβανάδες.

  

Οι δύο «άγγελοι» του λοιπόν, αυτές που του χάριζαν όλες αυτές τις ημέρες τον παράδεισο, τον είχαν προδώσει. Γι’ αυτό και οι χειροπέδες! Τον είχαν ρίξει κανονικά μες στα σκατά. Γερμανίδες. Σωστή Κόλαση. Προτίμησαν τα λεφτά των αρχών για όποιον έδινε πληροφορίες. Χαζές ήταν; Ο Μιχάλης είχε παγιδευτεί μες στον παράδεισο που νόμιζε ότι βρισκόταν. Πουτάνες γυναίκες. Όλες ανεξαιρέτως. Και τώρα; Τώρα τι; Αφού έκλεισε και κλείδωσε στα γρήγορα την πόρτα της κρεβατοκάμαρας, άνοιξε το παράθυρο και μ' ένα απότομο σάλτο βρέθηκε ολόγυμνος στο μπαλκόνι. Ακριβώς από κάτω, από απέναντι, από παντού ξεφύτρωναν άνθρωποι ντυμένοι στα μπλε και στα χακί. Οπλισμένοι. Τον σημάδευαν. Δίπλα του υπήρχε μια ξύλινη σκάλα. Δεν το σκέφτηκε καθόλου. Με το όπλο στο χέρι, άρχισε να την σκαρφαλώνει και σε λίγο έφτασε στην ταράτσα. Άλλο σπίτι δίπλα στην γκαρσονιέρα δεν υπήρχε. Δεν μπορούσε να ξεφύγει από πουθενά. Όλα είχαν τελειώσει. Από ένα μεγάφωνο, άκουσε την φωνή του Διοικητή του τάγματος: «Σωτηρίου, δεν μπορείς να ξεφύγεις. Πέτα το όπλο και σήκωσε τα χέρια ψηλά.» Ο Μιχάλης κοντοστάθηκε για μια στιγμή. Σκέφτηκε όλα όσα είχαν γίνει, το πήξιμο στην σκοπιά, τις ατέλειωτες αγγαρείες, την άδεια που δεν ερχόταν, την Σμαράγδα. Σκέφτηκε ακόμη το τι τον περιμένει στις στρατιωτικές Φυλακές Αυλώνας. «Αμ δε, παλιοχαμούρες» είπε από μέσα του και όπλισε το G3. Πυροβόλησε δύο φορές στον αέρα και πέταξε από κάτω το όπλο, εκεί όπου άνηκε. Σε αυτούς.

Ξάφνου, με την άκρη του ματιού του είδε μπροστά μαζί με τους καραβανάδες και τους μπάτσους, τους γονείς του και δίπλα τους μια γνώριμη γυναικεία φιγούρα. Η Σμαράγδα στεκόταν και τον κοιτούσε κάτωχρη. «Μιχάλη μου, μωρό μου, εδώ είμαι. Κατέβα κάτω κι όλα θα πάνε καλά. Θα τα λύσουμε όλα, μόνο κατέβα. Σε παρακαλώ...». Τότε ήταν που χτύπησε κόκκινο. Την κοίταζε ακίνητος, σιωπηλός. Παρατήρησε τον εαυτό του. Ήταν γελοίο θέαμα, έτσι γυμνός που στεκόταν πάνω από όλους αυτούς. Θα ήθελε να μαλακιστεί μπροστά τους χύνοντας ποτάμια σπέρματος στα μούτρα τους αλλά δεν είχε καιρό για τέτοιους «ανδρισμούς». Προχώρησε λίγα βήματα μπροστά και στάθηκε στην άκρη της ταράτσας. Κοίταξε από κάτω τον συρφετό των ένστολων που τον περίμεναν σημαδεύοντάς τον. Τις γελοίες φάτσες του Διοικητή και του αστυνόμου. Τις κάμερες που απαθανάτιζαν λίγο πιο δίπλα την σκηνή. Μόνο για τους γονείς του στεναχωριόταν. Τους έβλεπε να τον κοιτάζουν σαν χαμένοι, η μάνα του έκλαιγε. Ντράπηκε και ένοιωσε βαθιά θλίψη. Δεν είχε όμως άλλα περιθώρια. Είχε περάσει πλέον στην απέναντι πλευρά και αυτό που τον περίμενε δεν θα το άντεχε.

 «Και τώρα, ανοίξτε μου την αγκαλιά σας, παλιομαλάκες!» φώναξε με όλη του την δύναμη και βούτηξε στο κενό. Το ουρλιαχτό της Σμαράγδας που τον περίμενε κάτω, ήταν το τελευταίο πράγμα που άκουσε πριν σκάσει σαν καρπούζι στην πυρωμένη άσφαλτο. Πέθανε δυο ημέρες αργότερα στην εντατική μονάδα του 401 Στρατιωτικού Νοσοκομείου από εγκεφαλική αιμορραγία. Οι δυο στρατονόμοι που τον φρουρούσαν, πήραν από δυο ημέρες τιμητική άδεια έκαστος….