Πεζογραφήματα – Μάριος Καρακατσάνης

Μάριος Καρακατσάνης

Πεζογραφήματα – Μάριος Καρακατσάνης

Ότι μισώ

Σου έχω πει πόσο μισώ το τρίξιμο της πόρτας καθώς κλείνει πίσω σου,
Που είμαι;
Ποιος είμαι;
Ένα ντόμινο φρικτών αναμνήσεων πέφτει το ένα μετά το άλλο, Με πλακώνει,
Με σκοτώνει αθόρυβα,
Εύχομαι να ήσουν εδω,
Να κολυμπούσες στους φόβους μου,
Να φτάσεις στον πάτο της δικιάς μου θλίψης,
Να γαντζωθείς στα δάκρυα μου,
Να ισορροπήσεις σε χείλη, που δε θα πουν ποτέ ξανά "Σ' αγαπώ".
Πλέον σε μισώ,
Απεχθάνομαι κάθε τι που σε θυμίζει,
Όχι, όχι, μη φεύγεις, σε έχω ανάγκη!
Ξέρω ότι η μυρωδιά από την σήψη των ονείρων μου σ' ενοχλεί, Σε αηδιάζει,
Κάνει τις κρυφές σου σκέψεις να ουρλιάζουν μέσα μου,
Μα συγχώρα με, δεν φταίω εγώ, είναι επειδή περίμενα τόσο μα τόσο πολύ.
Όλα όμως είναι εδώ,
Όλα όσα αγάπησα,
Όλα όσα μου έλειψαν,
Όλα όσα έχασα,
Όλα...
Μισό φεγγάρι με φωτίζει,
Ημιτελής είμαι και εγώ,
Κομμένες λέξεις,
Μισόλογα σε μάτια που βλεφάρισαν για να πνίξουν ένα δάκρυ,
Τι θέλω;
Τι αναζητώ;
Σπλάχνο του ουρανού είμαι,
Και εσυ ευχή που φτάνεις κοντά μου,
Το όνειρο τελειώνει,
Σβήνει,
Ξυπνάω από το τρίξιμο μιας πόρτας,
Θεέ μου πόσο το μισώ...

Ώρα 0

Ποτέ δεν ήμουν από τους ανθρώπους που αρέσκονται να απολαμβάνουν μικρές λεπτομέρειες, στιγμές που άλλους τους αγκαλιάζουν τρυφερά, εμένα ανέκαθεν μου προκαλούσαν απέχθεια. Ό,τι ήταν να τραβήξει την προσοχή μου, το επέλεγα αποκλειστικά και μόνο εγώ και αυτό γιατί, το έβλεπα, θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην καλοβολεμένη καθημερινότητά μου. Και κάθε αλλαγή στη ζωή μου, ερχόταν μόνο σαν συνέπεια λάθους, και τέτοια, έκανα πολλά.

Συνήθιζα να αγνοώ, να παραλείπω αυτό που στα δικά μου μάτια φάνταζε ανόητο ή ασήμαντο, αδιαφορώντας αν οι συνειδητές πλέον επιλογές μου θα χτυπούσαν με μανία κύματος ολέθριου, στην ακτή όποιου είχε την ατυχία να συνυπάρξει μαζί μου. Κάθε οργή της μίζερης ζωής μου, είχε μια και μοναδική εξήγηση: η άμυνά μου ήταν σε οτιδήποτε απειλούσε την εικόνα του τεράστιου Εγώ μου. Κοιτώντας τώρα από μια κάποια απόσταση, δεν είμαι σίγουρος για την πραγματική αιτία του τόσου συσσωρευμένου θυμού. Υπήρξα υπέρμετρα εγωιστής. Παγερά στεκόμουν απέναντι σε ότι δεν με αφορούσε προσωπικά, εμένα και την κίβδηλη ζωούλα μου. Πόσο ανόητος υπήρξα, θεέ μου, πόσο ανόητος!

Θυμάσαι πόσο μισούσα τη βροχή; Θυμάσαι πόσες κατάρες ξεστόμιζα για τις σταγόνες της; Αυτές που σε άλλους μοιάζαν ευλογία, εμένα με εμπόδιζαν να απολαύσω τους ευδαιμονικούς περιπάτους μου, τις διαδρομές που ήθελα να ακολουθήσω και δυσχεραίνονταν!

Θυμάσαι πόσο πικραινόσουν όταν άφηνα τα αγαπημένα σου λουλούδια να μαραθούν, μόνο και μόνο επειδή στις προτεραιότητές μου, δεν θα μπορούσε φυσικά να είναι να τους ρίξω λίγο νερό; Ασήμαντες λεπτομέρειες που δεν με αφορούσαν! Και η δική σου αγάπη γι' αυτά, παντελώς αδιάφορη! Μια έκφραση του προσώπου σου όμως, δεν θα την ξεχάσω ποτέ: ήταν τότε που σου ανακοίνωσα με παγερή απάθεια πως το χρυσόψαρο που - το ήξερα - με τόση στοργή φρόντιζες, επιπλέει ανάσκελα μέσα στη θολή γυάλα. Με είχες παρακαλέσει να το φροντίζω για λίγο, θυμάσαι; Μόνο για λίγες μέρες, είπες, έπρεπε υποχρεωτικά να λείψεις. Για την δουλειά σου είπες, αλλιώς θα σε απέλυαν, θυμάσαι; Μα τι ρωτάω!! Πώς θα μπορούσες να ξεχάσεις; Έκλαιγες γοερά εκείνη τη μέρα, πενθούσες την απώλεια ζωής του πολύ αγαπημένου σου, κι εγώ, το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ ήταν το πόσο, μα πόσο ανόητη φάνταζες στα μάτια μου!

Γιατί φυσικά, εγώ ζούσα στη δική μου περιχαρακωμένη ζωούλα, στη μίζερη κωφότητα ενός επηρμένου αλαζόνα! Την κίβδηλη ζωούλα μου θα πω τώρα. Σκάκι έπαιζα με ικανοποίηση, στις πλάτες των άλλων όμως, χωρίς ουσιαστικό αντίπαλο.

Νύχτες και νύχτες ονειροπολούσα έλεγα, μα το μόνο που έκανα ήταν να φέρνω τον κόσμο στα δικά μου μέτρα, όλοι να περιστρέφονται γύρω από ένα και μοναδικό κέντρο: εμένα! Εγώ να είμαι ο αφέντης, το Α και το Ω στις ζωές των άλλων. Χωρίς φυσικά να δέχομαι κανέναν ως σημαντικό στη δική μου ζωή. Μηδενική αξία ψυχών σε μυαλό νάρκισσου, αυτό ήμουν! Ένας μικρός θεός, να ορίζει την αρχή, τη μέση και το τέλος της κάθε σκέψης. Τέτοιες "ονειροπολήσεις" έκανα κι εκείνο το βράδυ που ήρθες να μ' ανταμώσεις χαμογελαστή. Φορούσες καινούριο φουστάνι, καμάρωνες, περνούσες από δίπλα μου να μυρίσω το νέο σου άρωμα, χοροπηδούσες σαν ευτυχισμένο παιδί στη θέα των νιφάδων που χόρευαν έξω από το σπίτι μας. Γελούσες, πλημμυρίζοντας το δωμάτιο τρυφερή ζεστασιά. Τί έκανα εγώ; Τίποτα φυσικά! Λίγο χιόνι έπεφτε αδιάφορα, ούτε σ' αυτό έδωσα σημασία, ούτε στο φόρεμα και το άρωμα βέβαια. Κι εσύ, η γυναίκα μου, που πάντοτε έβρισκε ουσία και στο πιο ανούσιο πράγμα, να μου ψιθυρίζεις απαλά "ό,τι δίνει χαρά στην ψυχή ενός ανθρώπου, αυτόματα αποκτά αξία, γιατί εμείς είμαστε που οφείλουμε να την δίνουμε". Ακόμα την θυμάμαι την απάντησή μου: "Η αληθινή αξία κρύβεται σε ό,τι μπορούμε να αγγίξουμε, όλα τα άλλα είναι ουτοπίες".

Ουτοπίες...... φυσικά και είναι, ειδωμένες όμως από εντελώς διαφορετικό πρίσμα. Πένθιμες είναι οι ουτοπίες μου μα ούτε που το καταλάβαινα τότε. Τώρα όμως πενθώ. Για τον ήλιο που έλαμπε δίπλα μου και τον έχασα. Για την κάθε σταγόνα βροχής που δεν είδαμε μαζί. Για το άρωμά σου που ποτέ δεν μύρισα. Πένθος, για σένα που έχασα μαζί με τις στιγμές που δεν εκτίμησα, για τα χρόνια που πέρασαν χωρίς να σε αγγίζω όπως σου άξιζε. Τώρα, μιλώ για σένα και για μένα. Μιλάω για την αγάπη, για τον έρωτα, για την μοναξιά. Τώρα, σκέφτομαι εσένα κι εμένα, τώρα που χάθηκες στο σκοτάδι που εγώ σε βύθισα. Μόνο που τότε, άκουγα την αναπνοή σου και δεν ήμουν ικανός να το εκτιμήσω. Τώρα που δεν ακούω τίποτα πια, τώρα που σ' έχασα κατάλαβα. Έπρεπε να φύγεις, να ζεις σ' άλλους κόσμους άγνωρους για να ξυπνήσω. Έπρεπε να πεθάνεις εσύ για να ζωντανέψω εγώ, να μοιάζω κάπως με άνθρωπο!! Καταραμένο Εγώ, πόσα μου έκρυψες, πόσα μου στέρησες! Με τιμώρησες, επιβάλλοντας σ΄εκείνη ωστόσο, την εσχάτη των ποινών. Γιατί;

Τώρα σε αναζητώ παντού. Περιμένω με αδημονία να βρέξει, μήπως και ακούσω τη μελαγχολική φωνή σου να της τραγουδά. Προσμένω τις πρώτες νιφάδες, μήπως σε δω να χαμογελάς. Μυρίζω το άρωμά σου, μήπως και καταφέρω να νιώσω την αίσθηση του λαιμού σου στα χείλη μου. Κοιτάζω γύρω μου το άδειο σπίτι και του μιλάω αγάπη μου. Απάντηση δεν παίρνω όμως. Μου λείπεις άγγελέ μου! Πού είσαι; Μου λείπει το νεύμα σου το γεμάτο κατανόηση. Γιατί εσύ ήξερες, κάποτε θα καταλάβαινα, γιατί εσύ πάντα πίστευες σε μένα, μονάχα εσύ. Τώρα που δεν σ' έχω, έγινες τα πάντα μου. Είσαι στον αέρα που αναπνέω, στο πρώτο φως της μέρας μόλις ανοίξω τα μάτια μου. Είσαι η πρώτη μου καλημέρα, η μοναχική μου καληνύχτα. Καθισμένη σε βλέπω στην αγαπημένη σου πολυθρόνα, δίπλα στο ολοκόκκινο τραπεζάκι που εσύ είχες διαλέξει, να σιγοπίνεις τον καφέ σου. Περίεργη που είναι η ζωή! Παιχνίδια που σκαρώνει το μυαλό! Τότε ήσουν εκεί κι εγώ δεν σ' έβλεπα. Τώρα που δεν υπάρχεις, ολοκάθαρη η μορφή σου μου χαμογελά από απέναντι. Αβέβαιο φαντάζει το αύριο, γιατί, τώρα που έμαθα τι σημαίνει ζωή, εσύ δεν είσαι πια εδώ για να την μοιραστώ μαζί σου. Μου λείπεις τόσο που πονάω. Μιλάω με τα κύματα, γιατί αυτά ήξεραν πάντα πως να σε αγκαλιάζουν, όχι εγώ. Αγναντεύω τον ουρανό γιατί εκεί βρίσκεσαι, εκεί λάμπεις εσύ ήλιε μου, όχι εγώ. Ψιθυρίζω στον αέρα, γιατί αυτός σε άκουγε, όχι εγώ. Περπατάω στο χώμα που πάτησες, ιερό μου μοιάζει τώρα. Γιατί επάνω του στήριξες τα όνειρά σου, όχι σε μένα. Ανίκανος αποδείχτηκα να τα καλωσορίσω, ανάξιος να στέκομαι δίπλα σου, μαζί να τα κάνουμε πραγματικότητα. Τα πάντα γύρω μου σ' έχουν δει, σ' έχουν ακούσει, τα έχεις αγγίξει. Γύρω μου..... Τι ειρωνεία!! Ό,τι με περιστοιχίζει έχει ένα κομμάτι από σένα. Και στο κέντρο εγώ, ένας ανόητος που δεν σκέφτηκε ποτέ να γευτεί κάτι δικό σου. Τώρα που τα ανακάλυψα όλα αυτά, είναι πια πολύ αργά. Είμαι εγώ το απόλυτο μηδέν τώρα που έφτασε η Ώρα Μηδέν.....


ΕΣΥ

Από χείλη στεγνά,

κρέμεται η πνοή,

ο χρόνος σταμάτησε,

θεία σιγή,

Ήσουν εσύ η λέξη...

Σε μια ξεχασμένη ανάμνηση,

φύσηξε ταξίδι νοσταλγικό,

συννέφιασε ο λογισμός,

σε ένα σκοτεινό σου πέρασμα,

Ήσουν εσύ η σκέψη...

Ανάμεσα στο Α και το Ω,

κρύβεται η ύπαρξή μου,

λέξεις που ορθώνονται περήφανα,

μπροστά στα σ΄ΑγαπΩ σου

Ήσουν εσύ η αφορμή...

Από το Φ του φιλιού σου,

"Σ"υντροφιά τώρα μου κάνει ο Φόβος,

αγκαλιάζω το Σ να μη χάσω και αυτό,

ακροβατώ πλέον στις λέξεις,

Ήσουν εσύ η μοναξιά...

Κλείνω ερμητικά τα χέρια,

άλλο άγγιγμα να μη νιώσουν ποτέ ξανά,

νοσταλγικό το Α της απουσίας σου,

σκιαγραφώντας το Ε της επιθυμίας,

Ήσουν Εσύ η Απώλεια...

Και αν κάποτε ανταμώσουμε ξανά,

συνωμότες σε ένα σύμπαν μικρό,

τότε μονάχα θα μπορέσω να πω ξανά,

Σ΄αγαπώ!

Θα είσαι εσύ το θαυμαστικό...

ΕΣΥ...

Ο θάνατος της αγάπης

Σε γκρίζους ουρανούς υψώνω τις σκέψεις μου, τυλίγοντας σε παγωμένη αναπνοή ψιθύρους που σιώπησαν για πάντα.

Σαν δεσμοφύλακες που μου επιτίθενται, η κάθε μια ανάμνηση ξεχωριστά αφήνει κραυγές να στάζουν στην καρδιά μου.

Και στο έλεος τους είμαι, το ξέρω εκεί θα ανταμώνω τον θάνατο της αγάπης.

Πού είναι η βασίλισσα μου;

Πού είναι ο θεός να την δοξάσει;

Σε ποια αθωότητα κρύβεται;

Ποιος έδωσε την εντολή να ασελγήσουν επάνω στην μοναξιά μου;

Μια Βαλκυρία φλέγεται.

Η βασίλισσα μου χάνεται μέρα με την μέρα, ώρα με την ώρα, λεπτό με το λεπτό,

Μα στα μάτια της κολυμπάει ακόμα μια θεά, η δική μου θεά.

Και καθώς συγκεντρώνει πάνω της όλη την νύχτα, τα λόγια της μονάχα ουλές θα αφήσουν.

Μα το όνειρο που γεννήθηκε στο μυαλό μου, παραμένει αλώβητο μέσα στον ήχο της σιωπής του.

Στο γυμνό φως είδα έναν "παλιόφιλο", είχα καιρό να τον ανταμώσω ξέρεις,

είχε προσπαθήσει σθεναρά να κρύψει την σκιά του,

να χαθεί ολοκληρωτικά στην λάμψη που του πρόσφερες,

σε αυτό το χαμόγελο, σε αυτή την αγκαλιά, στις σιωπηλές σταγόνες τις βροχής σου.

Καλώς ήρθες λοιπόν, μα σε παρακαλώ, πριν σε αγκαλιάσω ολοκληρωτικά,

μια τελευταία ανάσα έχω μόνο να εναποθέσω στο κενό.

Δέμα....δίχως παραλήπτη.

Φθινόπωρο

Εκεί, σε ξέφωτο γαλήνιο λυκόφως αντίκρισα την άγια μορφή σου,
φθινόπωρο ήτανε θαρρώ εκείνη η μέρα η ακάλεστη.
Αφέθηκα τα χέρια σου να με ταξιδέψουν,
ν' αγγίξουν το πρόσωπό μου που κουράστηκε να περιμένει.
Ακροπατώντας στη λάσπη και σε χλωρά κλαριά,
κοιτούσα μόνο εσένα γλυκιά αγαπημένη.
Αστερόσκονη ήσουν κι έλαμπες σαν το ολόγιομο χρυσό φεγγάρι,
γυμνή και ποτισμένη από των αστεριών όλα τα κάλλη.

Κοιτάζω γύρω μου, τι έψαχνα άραγε να βρω;
Ίσως τον θάνατο που γύρεψες.
Τη λησμονιά που διάλεξες.
Το δρόμο που δεν έχει γυρισμό.
Στο δικό μου κορμί άπλωσες την αγάπη σου στεγνή,
κι ύστερα βούλιαξες, σε ανέμους σκόρπισες,
τότε, που θέριζαν του έρωτα τις Βαλκυρίες.

Μπορεί οι κραυγές για το ανείπωτο να σε τρομάζουν,
μα συγχώρα με, δεν φταίω εγώ, είναι που σε περίμενα τόσο πολύ.
Όλα όμως είναι τώρα εδώ, σ' αυτό το ξέφωτο.
Όλα όσα αγάπησα. 
Όλα όσα μου έλειψαν.
Όλα όσα έχασα. 
Όλα... 
Μισό φεγγάρι με φωτίζει, ημιτελής είμαι κι εγώ. 
Κομμένες οι λέξεις, 
μισόλογα σε μάτια που βλεφάρισαν πνίγοντας δάκρυα. 
Τι θέλω; τι αναζητώ; 
Όλη μας η ζωή ένα ταξίδι θλιβερό,
μέχρι να χαράξει η αυγή.
Ασήμαντες οι στιγμές, σκόρπιες ,γυαλίζουν σαν κόκκοι άμμου,
με αξίες που σταυρώθηκαν πιο μακριά κι απ' τις κοιλάδες της απόγνωσης.
Άφησαν την ελπίδα μέσα μου να ζει αιμορραγώντας.
Ξέρεις…
Σε κοίταζα όταν διάλεγες το μονοπάτι των ανέμων, 
σαν έτοιμη από καιρό διέσχιζες νέο δρόμο,
όμοια με βασίλισσα νωχελικά αφημένη σε άλογο πριγκιπικό.
Κι αναρωτήθηκα αν θα μπορούσα κάποτε να σε ακολουθήσω,
να σε προλάβω πριν ακουμπήσεις θαρρετά στου εφιάλτη σου τον ώμο.
Μάρτυς μου ο ουρανός αν δεν προσπάθησα,
μα βάραινε μια γιγάντια συλλαβή απόρριψης,
πόσο ψηλά να έφτανα πετώντας;

Και κάπου εκεί στο ξέφωτο της σκέψης μου, οι αναμνήσεις τέλειωσαν.
Το χάδι σου, φύλλο ξερό και φθινοπωρινό φιλί μου,
Τώρα μαραίνεται και πέφτει.

Αστερόσκονη ήσουν κι έλαμπες ολόγιομο, χρυσό φεγγάρι μου,
γυμνή και λουσμένη από των αστεριών όλα τα κάλλη.

Φθινόπωρο ήτανε θαρρώ, εκείνη η μέρα η ακάλεστη.

Δέμα δίχως παραλήπτη

Άκουσέ με...
Τι ήταν για τα μάτια μας το φεγγάρι, αν όχι το λαμπρότερο φως;
Στις αξημέρωτες νύχτες συντροφιά το είχαμε μαζί με λόγια αγάπης και έρωτα, γεμίζοντάς μας με το χαμόγελο της πρωτόγνωρης ευτυχίας.
"Σε αγαπώ όπως δεν αγάπησα κανέναν και αυτό δε μπορεί να αλλάξει ποτέ", μου είπες.
Και σε πίστεψα.
"Είμαι μισός χωρίς εσένα" σου ανταπέδωσα.
Και με πίστεψες. 
 Βαλσάμωσα αυτές μας τις λέξεις να τις θυμάμαι για πάντα. 
Ένα "για πάντα" που φίλησε την εικόνα από τους επτά Αγγέλους του θανάτου. 
Στα χείλη μου κατέληξε αυτό το φιλί, όπως και στα δικά σου.
Και με τη σκιά αναμειγνύεται, στο πιο τρυφερό και μεταξένιο του πένθος. 
Βρίσκομαι πλέον στο πουθενά σου. 
Σε μια καρδιά που δε χτυπά πια για μένα.
Σε έναν τοίχο, πάνω στον οποίο ποτέ δεν κατάφερα να σου γράψω "Σε αγαπώ" για να το βλέπεις κάθε φορά που θα ξυπνάς, όπως σου είχα υποσχεθεί. 
Στον άδειο θρόνο που σε περίμενε ως πριγκίπισσα.
Στο άδικο μίσος που τρέφει η ψυχή σου. 
Στις σιωπηλές στιγμές που κάποτε έσφυζαν από ζωή. 
 Τη δική μας ζωή. 
Ψάξε με και πάλι στο λαμπρότερο φως του φεγγαριού. 
Εκεί θα με βρεις. 
Εκεί ζω πλέον. 
Μακρυά απ'ό,τι με πλήγωσε αλλά και με πληγώνει ακόμα. Μη με λυπάσαι όμως.
Δεν είμαι μόνος. 
Έχω για συντροφιά αυτές τις λέξεις. 
Που αν και με κοιτάζουν με το άψυχό τους βλέμμα, εγώ μπορώ και τους δίνω ακόμα ζωή.