Πατρίτσια Χάισμιθ (1921-1995) – Patricia Highsmith

Ξένοι λογοτέχνες


Ξένοι στο τρένο
Ο Μπρούνο χειροκρότησε με ενθουσιασμό.
«Ε! Έχω μια καταπληκτική ιδέα! Να κάνουμε φόνο ο ένας για τον άλλο, τι λές; Εγώ θα σκοτώσω τη γυναίκα σου και εσύ τον πατέρα μου. Συναντηθήκαμε στο τρένο, βλέπεις, και κανένας δεν ξέρει πως γνωριζόμαστε. Τέλειο άλλοθι! Κατάλαβες;» Από τη στιγμή αυτή, σχεδόν ενάντια στη θέλησή του, ο Γκάι Χέινς παγιδεύεται σε έναν εφιάλτη αμοιβαίας ενοχής…
Ξένοι στο τρένο είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Χάισμιθ. Ήταν μόλις 29 ετών (το 1950) όταν το έργο αυτό πρωτοκυκλοφόρησε και αμέσως ανέβηκε στο βάθρο των ελίτ της αστυνομικής λογοτεχνίας.

Κάρολ
Η δεκαεννιάχρονη Τερίζ νιώθει χαμένη στη σχέση της με τον φίλο της, για τον οποίον νοιάζεται, αλλά δεν νιώθει ερωτική επιθυμία. Όλα θα αλλάξουν, όμως, όταν η Κάρολ, μια πολύ κομψή παντρεμένη γυναίκα, κάνει την εμφάνισή της στο πολυκατάστημα όπου δουλεύει η Τερίζ για να αγοράσει δώρα για την κόρη της. Η Τερίζ θα νιώσει εκείνη τη στιγμή πως η προσωρινή δουλειά της ως πωλήτριας -ίσως και ολόκληρη η ζωή της- δεν είχε άλλο σκοπό πέρα απ’ αυτή την αναπάντεχη συνάντηση. Η ερωτική τους σχέση μέλλει να εξελιχτεί άλλοτε με ήπιο και διστακτικό τρόπο και άλλοτε βουτηγμένη σε κρίσεις και αντεγκλήσεις.
Η πένα της Πατρίτσια Χάισμιθ θα μεταμορφώσει την ιστορία τους σ’ ένα μαγευτικό ταξίδι θάρρους, αυτογνωσίας και έντονων αισθημάτων.

Θανάσιμα λάθη
Ο έρωτας του Γουόλτερ Στάκχαουζ για τη σύζυγό του έχει πεθάνει: τώρα εύχεται να ήταν κι αυτή πεθαμένη.
Η ευχή του πραγματοποιείται και το πτώμα της Κλάρα βρίσκεται στον πυθμένα ενός γκρεμού. Ανάμεσα στο θάνατό της όμως και στον θάνατο μιας γυναίκας ονόματι Έλεν Κίμμελ, η οποία, στην πραγματικότητα, δολοφονήθηκε από τον σύζυγό της, υπάρχουν παράξενες ομοιότητες. Η προφανής σχέση ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις δεν ξεφεύγει από τον υπαστυνόμο Κόρμπυ του αστυνομικού τμήματος του Νιούαρκ. Ο Γουόλτερ γίνεται αντικείμενο εξονυχιστικής έρευνας και οδηγείται σε μια σειρά από λάθη που βάζουν σε κίνδυνο την καριέρα του και τη φήμη του, γίνονται αιτία να χάσει τους φίλους του, και, τελικά, απειλούν την ίδια τη ζωή του.

Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ
Ο Τομ Ρίπλεϋ τα ήθελε όλα: τα χρήματα, την επιτυχία, την καλή ζωή. Ήταν έτοιμος ακόμα και να σκοτώσει για να τα αποκτήσει όλα αυτά. Όταν ένας πλούσιος Αμερικανός του ζήτα να φέρει πίσω τον γιο του, ο όποιος έχει εγκατασταθεί στην Ιταλία, θα καταστρώσει ένα διαβολικό σχέδιο: να πάρει τη θέση του άσωτου υιού και να ζήσει με την ταυτότητα εκείνου μια ζωή ονειρεμένη…
Τίποτα απλούστερο για τον Τομ. Χάρη στο ταλέντο του στην πλαστογραφία εξαπατά τις αρχές. Και σε ό,τι αφορά το φόνο, ένα απλό “δυστύχημα” θα του επιτρέψει να αλλάξει ταυτότητα, αφήνοντας συγχρόνως να φανεί η γοητεία που ασκούσε το θύμα στον θύτη του…
Πρώτο μυθιστόρημα της σειράς με ήρωα τον Ρίπλεϋ, η οποία ξεκίνησε το 1955 και ολοκληρώθηκε το 1990, “Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϋ” αποτελεί το πιστοποιητικό γέννησης ενός από τους πιο απίθανους χαρακτήρες της αστυνομικής λογοτεχνίας, η διπροσωπία του οποίου γοήτευσε κινηματογραφιστές όπως ο Rene Clement (Plein Soleil, 1960) και ο Anthony Minghella (“The Talented Mr. Ripley”, 1999): πρόκειται για ταινίες που προσπάθησαν να συλλάβουν το ανεπαίσθητο. Ένας γοητευτικός εστέτ αλλά κυνικός στο έπακρο, φιλικός και συμπαθής αλλά με μια απεχθή αλαζονεία, ο Τομ αψηφά κάθε ηθική, διεκδικώντας το δικαίωμα να σκοτώνει, στη διάρκεια της μακρόχρονης καριέρας του, η οποία ξεδιπλώνεται σε τέσσερα ακόμα μυθιστορήματα (όλα στις Εκδόσεις Άγρα).
“O Ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϋ” τιμήθηκε το 1956 και το 1957 με το Ειδικό Βραβείο της Ένωσης Συγγραφέων Έργων Μυστηρίου, το γαλλικό Grand Prix de Litterature Policiere, καθώς και το βραβείο Έντγκαρ Άλλαν Πόου της Ένωσης Συγγραφέων Έργων Μυστηρίου.
Το 1959 γυρίστηκε γαλλική ταινία με τον τίτλο “Plein Soleil”, σε σκηνοθεσία Ρενέ Κλεμάν, με τον Αλαίν Ντελόν (αγαπημένο Ρίπλεϋ της Χάισμιθ), τη Μαρί Λαφορέ και τον Μωρίς Ρονέ. Το 1999 παίχτηκε η ταινία “Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϋ” σε σκηνοθεσία Άντονυ Μινγκέλλα, με τον Ματ Ντέημον ως Ρίπλεϋ.

Βαθιά νερά
Είναι ήσυχος, ήρεμος, ευγενής -με όποια έννοια κι αν δώσουμε στη λέξη. Κλασικός τυπογράφος, στην εποχή των διαστημικών λεωφορείων. Η γυναίκα του όμορφη, ατίθαση, απολαμβάνει τη ζωή της όσο και όπως αυτή θέλει. Εκείνος δεν αντιδρά. Όταν το αποφασίζει, όμως…
Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου είναι η μαεστρία με την οποία η συγγραφέας αναπτύσσει το πορτρέτο του ψυχοπαθούς…
Αν σας αρέσουν τα αστυνομικά μυθιστορήματα, και ακόμη περισσότερο αν δεν σας αρέσουν, πρέπει να διαβάσετε τα Βαθιά νερά.

Μοιραίο παιχνίδι
Ο Ραμόν επισκευάζει έπιπλα. Ο Θίοντορ ζωγραφίζει. Ο Ραμόν είναι ένας ευσεβής καθολικός που ζει στο Μέξικο Σίτυ, όχι μακριά από την περιοχή όπου γεννήθηκε μέσα στη φτώχια. Ο Θίοντορ, ένας πλούσιος Γερμανός που βρέθηκε σε μια χώρα όπου τα χρήματα αγοράζουν κάποιες ανέσεις αλλά όχι και τη γαλήνη, δεν πιστεύει σε τίποτα. Θα νόμιζε κανείς ότι οι άντρες αυτοί δεν έχουν τίποτα κοινό. Εκτός, φυσικά, από το ότι έχουν κοιμηθεί και οι δύο με τη Λέλια. Ήταν καλοί φίλοι, έτσι δεν τους ένοιαζε που μοιράζονταν τη στοργή της. Μέχρι που η Λέλια βρίσκεται βιασμένη, δολοφονημένη και φρικτά ακρωτηριασμένη. Ο Ραμόν και ο Θίοντορ, ύποπτοι και οι δύο, βυθίζονται σε μια κόλαση εντάσεων και αμφιβολιών, όπου ο καθένας αναζητά τη δική του παρηγοριά και τη δική του αλήθεια.

Αυτή η γλυκιά αρρώστια
Ο Ντέιβιντ είναι ένας ήσυχος άνθρωπος. Δουλεύει σκληρά όλη την εβδομάδα και κάθε Σαββατοκύριακο επισκέπτεται τη βαριά άρρωστη μητέρα του ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν οι γύρω του. Η σπιτονοικοκυρά του ανησυχεί αν θα βρεθεί γυναίκα αντάξιά του, όπως άλλωστε και η αφελής συγκάτοικός του Έφι και ο φίλος του Γουές, αλλά όλοι τους αγνοούν ότι ο Ντέιβιντ έχει ήδη βρει την τέλεια γυναίκα, την Άναμπελ. Αγνοούν ότι ο Ντέιβιντ κάθε Σαββατοκύριακο, αντί για την άρρωστη μητέρα του, επισκέπτεται μόνος τη ζεστή φωλιά που έχει ετοιμάσει για να στεγάσουν τον έρωτά τους αυτός και η Άναμπελ στη Νέα Αγγλία. Αγνοούν την Κατάσταση: ότι η Άναμπελ αρνείται να επισκεφτεί αυτό το σπίτι, γιατί είναι ήδη παντρεμένη με κάποιον άλλο και έγκυος στο πρώτο της παιδί. Ένα ελάσσονος σημασίας εμπόδιο για τον Ντέιβιντ, πράγμα για το οποίο όμως θα πρέπει να πείσει και την Άναμπελ…

Η κραυγή της κουκουβάγιας
… Έχοντας η Χάισμιθ αυτή τη διπλή ταυτότητα, της Αμερικάνας και της Ευρωπαίας, όντας και η ίδια μια ιδιόμορφη κοσμοπολίτισσα, δημιουργεί και αντίστοιχους χαρακτήρες. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα έργα της χωρίζονται σε δυο κατηγορίες: στα αμερικάνικα και στα ευρωπαϊκά. Και στα ευρωπαϊκά της έργα παρουσιάζονται Αμερικάνοι που ζουν στην Ευρώπη, αποκτώντας γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο και ένα επιπρόσθετο χαρακτηριστικό απ’ αυτά που η Χάισμιθ επιλέγει να τους δώσει. Η γραφή της είναι επιμελημένα και προσεγμένα απλή, σχεδόν απλοϊκή. Η ίδια εξάλλου λέει ότι “κύριός μου στόχος είναι η καθαρότητα”…

Τα δύο πρόσωπα του Ιανουαρίου
“Στα “Δύο πρόσωπα του Ιανουαρίου” ο νεαρός Αμερικανός Ράυνταλ Κήνερ πέφτει πάνω σ’ έναν άντρα που σέρνει ένα πτώμα στο διάδρομο αθηναϊκού ξενοδοχείου. Χωρίς δεύτερη σκέψη, παίρνει το πτώμα και βοηθάει τον άντρα να το μεταφέρει σε μια αποθήκη. Έτσι ξεκινάει μια ιστορία που είναι τόσο απίθανη όσο και πειστική”. (Πέτερ Χάντκε)
Έχοντας φύγει από τις ΗΠΑ, όπου κινδυνεύει να φυλακιστεί για απάτες, ο Τσέστερ ΜακΦάρλαντ κατέφυγε στην Ελλάδα με τη γοητευτική γυναίκα του, την Κολέτ. Και οι δύο προσπαθούν να έχουν το ύφος αθώων τουριστών στην Αθήνα. Μέχρι τη μέρα που στον πανικό του ο Τσέστερ σκοτώνει, χωρίς να το θέλει, έναν ιδιαίτερα περίεργο αστυνομικό επιθεωρητή, στον έκτο όροφο του ξενοδοχείου Κίνγκ’ς Πάλας.
Γιατί ο Ράυνταλ Κήνερ, ένας αργόσχολος και άφραγκος νέος Αμερικανός, που εδώ και λίγο διάστημα παρατηρεί αυτό το ζευγάρι, προτείνει τη βοήθειά του; Ο Τσέστερ περιμένει έναν εκβιασμό, αλλά ο Ράυνταλ μοιάζει να ενδιαφέρεται κυρίως για τη γοητευτική κυρία ΜακΦάρλαντ.
Με τον τρόπο αυτό οι τρεις εκτός τόπου Αμερικανοί πρωταγωνιστές της Πατρίτσια Χάισμιθ θα βρεθούν δέσμιοι ο ένας του άλλου, σ’ έναν αγώνα προς τον όλεθρο, σε μια απ’ αυτές τις ίντριγκες με την αλάνθαστη ακρίβεια όπου διαπρέπει η μυθιστοριογράφος της σειράς του Ρίπλεϋ, του “Γυάλινου κελιού” και άλλων αριστουργημάτων.
Όλα αυτά συμβαίνουν με φόντο την Ελλάδα των αρχών του ’60, ανάμεσα στο καφέ Μπραζίλιαν, το ξενοδοχείο Κίνγκ’ς Πάλας και τη Μεγάλη Βρετανία, το Μουσείο Μπενάκη και τα φτηνοξενοδοχεία της Ομόνοιας, και στα Χανιά, το Ρέθυμνο, το Ηράκλειο της Κρήτης και το Ανάκτορο της Κνωσού, που θα γίνει το ανατριχιαστικό σκηνικό ενός φόνου.

Το γυάλινο κελί
… Βεβαιωνόταν όλο και περισσότερο ότι βάδιζε σε μια παγίδα της αστυνομίας. Κοιτούσε τόσο συχνά γύρω του για άνθρωπο με πολιτικά, ώστε ο κόσμος άρχισε να τον κοιτάζει κι αυτός. Αποφάσισε τότε να σταματήσει να γυρίζει το κεφάλι του.
Πήγε χωρίς δεύτερη σκέψη σ’ έναν κινηματογράφο της 23ης οδού. Στις 10:15 δεν μπορούσε να καθίσει άλλο, βγήκε και περπάτησε νότια… Έφθασε πέντε λεπτά νωρίτερα στη 10η οδό και Όγδοη Λεωφόρο.
Ο Ο’ Μπράιαν έφτασε από το κέντρο, βαδίζοντας αδιάφορα με μια εφημερίδα στο αριστερό του χέρι.
«Δεν σε παρακολουθούσαν;» ρώτησε τον Κάρτερ…
«Το 1961 έλαβα ένα γράμμα από έναν έγκλειστο στις Μεσοδυτικές Πολιτείες της Αμερικής» γράφει η Πατρίσια Χάισμιθ. «Του είχε αρέσει ένα από τα βιβλία μου κι ήθελε να γίνει συγγραφέας. Αρχίσαμε αλληλογραφία και του ζήτησα να μου γράψει μια έκθεση με τίτλο «Μια μέρα στη φυλακή»… Την ίδια εποχή άρχισα να σχεδιάζω μια ιστορία. Ο ήρωάς μου, ο Φίλιπ Κάρτερ, θα βρισκόταν ήδη ενενήντα μέρες φυλακή, όταν θα ξεκινούσε το βιβλίο. Οραματιζόμουν το πρώτο μισό του να διαδραματίζεται στη φυλακή και το υπόλοιπο μισό να δείχνει τα αποτελέσματα που είχαν στον Κάρτερ τα έξι χρόνια εγκλεισμού του… Τα θεματικά στοιχεία ανάπτυξης της πλοκής θα ήταν: δικαστική πλάνη, απειλή συζυγικής απιστίας, απειλή εξάρτησης από μορφίνη και μετά τη φυλακή ο φόβος μήπως χάσει τη γυναίκα του και τη δουλειά του… Σκόπευα να βάλω τον Κάρτερ να διαπράττει ένα σοβαρό έγκλημα και…».
Το Γυάλινο κελί είναι ολόκληρο ένα χιτσκοκικό μυθιστόρημα αγωνιώδους προσμονής και η Χάισμιθ με το βιβλίο αυτό αποδεικνύεται η καλύτερη εκπρόσωπος του σασπένς, καθώς από την αρχή μέχρι το τέλος ο αναγνώστης βρίσκεται στο χείλος της αμφιβολίας για την επόμενη κίνηση του πρωταγωνιστή, αλλά και για την αφηγηματική εξέλιξη της ιστορίας.

Κρυφτό με το θάνατο
Ο Ρέι Γκάρετ δεν έχει στερηθεί ποτέ τίποτα στη ζωή του. Είναι νέος, πλούσιος, παντρεμένος με μια πανέμορφη κοπέλα, κι απολαμβάνει έναν παρατεταμένο μήνα του μέλιτος στην παραδεισένια Μαγιόρκα.
Όμως η αυτοκτονία της γυναίκας του θα βάλει απότομα τέλος στην ξενοιασιά του. Η αστυνομία πείθεται για την αθωότητά του, όχι όμως και ο πεθερός του, ο Αμερικανός ζωγράφος Έντουαρντ Κόουλμαν, που τον πυροβολεί σχεδόν εξ επφής και το σκάει, νομίζοντάς τον νεκρό. Όμως ο Ρέι θα ζήσει, και θ’ ακολουθήσει τον Κόουλμαν στη Βενετία με την ελπίδα να του δώσει τις εξηγήσεις που θα κατευνάσουν την οργή του. Με φόντο τα δαιδαλώδη στενά της πόλης των Δόγηδων, οι δυο τους ξεκινούν το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, με τον Κόουλμαν μανιασμένο για εκδίκηση και τον Ρέι το ίδιο αποφασισμένο να καθαρίσει τη συνείδησή του. Κι όσο περισσότερο τους πλησιάζει ο θάνατος κι εκείνοι του ξεφεύγουν, τόσο φουντώνει η επιθυμία του καθενός τους να φτάσει στο σκοπό του.

Χωρίς ενοχές
Τίποτα δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται κάτω από τον καυτό ήλιο της ερήμου. Ο Χάουαρντ Ίνγκαμ, ένας αμερικανός συγγραφέας, βρίσκεται στην Τυνησία για να συγκεντρώσει υλικό για το σενάριο μιας ταινίας. Όμως τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως είχαν προγραμματιστεί. Ο σκηνοθέτης της ταινίας δεν φτάνει ποτέ στην Τυνησία και, ενώ τίποτα πια δεν τον κρατάει εκεί, ο Ίνγκαμ αποφασίζει να μείνει. Οι μέρες περνούν και μια σειρά από παράξενα γεγονότα τον παρασύρει όλο και πιο βαθιά στο λαβύρινθο της πόλης και σε πράξεις που μαρτυρούν πως η συνείδησή του τον έχει εγκαταλείψει.

Ο Ρίπλεϋ κάτω απ’ το χώμα
Ο Ρίπλεϋ είχε καταφέρει να κρατήσει το όνομά του και την υπόληψή του καθαρά, τηρουμένων των αναλογιών. Θα ήταν πολύ ενοχλητικό γι αυτόν αν μαθευόταν η εμπλοκή του με την Γκαλερί Μπακμάστερ του Λονδίνου. Η γκαλερί παρουσιάζει μια ακόμα έκθεση του ζωγράφου Ντέργουατ. Όμως τώρα ένας Αμερικανός συλλέκτης ισχυρίζεται ότι το πανάκριβο αριστούργημα που αγόρασε πριν από τρία χρόνια είναι πλαστό. Και είναι, βέβαια. Ο Αμερικανός θέλει να μιλήσει απευθείας στον Ντέργουατ. Αλλά αυτός δυστυχώς είναι νεκρός.
Ο Τόμ Ρίπλεϋ χρειάζεται την τέλεια λύση. Είναι ο μοναδικός άνθρωπος που μπορεί να κάνει το θαύμα -όμως δεν έχει την πολυτέλεια να διαχειριστεί άλλο σκάνδαλο για τον εαυτό του. Τίποτα δε θα τον σταματήσει, συμπεριλαμβανομένου του φόνου, για να γλιτώσει την αποκάλυψη. Λίγοι όμως έχουν τα γερά νεύρα του. Ειδικά όταν πρόκειται για φόνο…
Στο βιβλίο αυτό αναμειγνύονται πραγματικά πρόσωπα και οι σκιές τους, μ’ έναν έμμονο ρυθμό που η Πατρίσια Χάισμιθ καταφέρνει να τον κάνει ασφυκτικό. Κάποιες, σύντομες, σκηνές διαδραματίζονται στην Αθήνα και την Ικαρία την εποχή της δικτατορίας.
Το σασπένς παρουσιάζει εδώ -περισσότερο από ποτέ- μια υποβόσκουσα ένταση. Το ταλέντο της Πατρίσια Χάισμιθ αποδεικνύεται επίσης στη λεπτομερή ψυχολογική ανάλυση του Τόμ Ρίπλεϋ, διφορούμενου προσώπου, μοναχικού, αποφασισμένου να επιζήσει και σε μόνιμη αναζήτηση της ταυτότητάς του· ο Ρίπλεϋ είναι δολοφόνος σχεδόν παρά τη θέλησή του, ή μάλλον είναι ανίκανος να συγκρατήσει τα δολοφονικά του ένστικτα.

Το παιχνίδι του Ρίπλεϋ
Ο Τομ Ρίπλεϋ απεχθάνεται το φόνο. Εκτός αν είναι απολύτως αναγκαίος. Προτιμά να κάνει άλλος τη βρόμικη δουλειά. Έτσι, κάποιος δίχως εγκληματικό παρελθόν θα διαπράξει “δύο απλούς φόνους” για μια πολύ γενναιόδωρη αμοιβή.
Πώς να σκοτώσει κανείς δύο μαφιόζους χωρίς να λερώσει τα χέρια του; Ο Τομ Ρίπλεϋ χρειάζεται ένα άτομο υπεράνω υποψία και διατεθειμένο να αναλάβει τη δουλειά. Ο Τζόναθαν Τρεβάννυ, φτωχός πλην τίμιος οικογενειάρχης, χτυπημένος από λευχαιμία, θα μπορούσε να είναι το κατάλληλο πρόσωπο και ίσως να δεχόταν προκειμένου ν’ αφήσει στην οικογένεια του ένα ουδόλως ευκαταφρόνητο χρηματικό ποσό… Τον βρίσκουμε λοιπόν διστακτικό αλλά έτοιμο να υποκύψει στην πλεκτάνη του σαγηνευτικού και διαβολικού Τομ Ρίπλεϋ, ο οποίος ξέρει πώς να παρασύρει στη διαφθορά και στον φόνο ένα άτομο στοιχειωμένο από την ιδέα τού επικείμενου θανάτου του.
“Το παιχνίδι του Ρίπλεϋ” μεταφέρθηκε για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη το 1977 από τον Βιμ Βέντερς με τον τίτλο “Ένας Αμερικανός φίλος”, με τον Χτένις Χόππερ στον ρόλο του Ρίπλεϋ και τον Μπρούνο Γκαντς στον ρόλο του Τζόναθαν, και το 2002 από τη Λιλιάνα Καβάνι, με τον Τζων Μάλκοβιτς στον ρόλο του Ρίπλεϋ.

Το ημερολόγιο της Ήντιθ
Πώς πέθανε ο θείος Τζωρτζ, ένας κατάκοιτος γέρος που φρόντιζαν η Ήντιθ και ο Κλίφι; Γιατί ο Δρ, Κάστερς “ξέχασε” να διατάξει αυτοψία; Οι υποψίες του Μπρετ αρχίζουν να φουντώνουν. Πριν απ’ όλα όμως, η Ήντιθ θέλει να κρύψει το ημερολόγιό της…
Με φόντο την Αμερική, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο – Μακαρθισμός, δολοφονίες των Κένεντι, Νίξον και Γουότεργκεϊτ- η Πατρίσια Χάισμιθ φέρνει στο φως ένα έγκλημα στο οποίο υπάρχουν μόνο θύτες.

Το αγόρι που ακολουθούσε τον Ρίπλεϋ
Ο Τομ Ρίπλεϋ, ο διαβολικός και γοητευτικός ήρωας της Πενταλογίας της Πατρίσια Χάισμιθ, αποκαλύπτει εδώ μια απρόσμενη πλευρά της προσωπικότητάς του. Η ευκαιρία δίνεται όταν συναντά τον δεκαεξάχρονο Φράνκ Πήρσον, γιο Αμερικανού εκατομμυριούχου, που το έχει σκάσει από το σπίτι του, και τον κατατρώει ένας άτυχος εφηβικός έρωτας και κυρίως ένα τρομερό κύμα τύψεων, καθώς δηλώνει ότι έχει δολοφονήσει τον ανάπηρο πατέρα του.
Με μια γενναιοδωρία και μια θέρμη που δεν γνωρίζαμε, ο Ρίπλεϋ αναλαμβάνει να τον βοηθήσει. Για χάρη του αγοριού, ο Τομ Ρίπλεϋ αφήνει την υπέροχη έπαυλή του στην εξοχή της Γαλλίας και μπλέκεται με τον κόσμο της νύχτας και τις συμμορίες του Βερολίνου της εποχής του Τείχους σε μια υπόθεση απαγωγής που απαιτεί περίεργες μεθόδους -και μεγάλη διορατικότητα- για να λυθεί. Και τότε ο παγερά αμοραλιστής Ρίπλεϋ μεταμορφώνεται σε γενναιόδωρο και φιλεύσπλαχνο προστάτη. Η Χάισμιθ προσφέρει μια εικόνα του ήρωά της ταυτόχρονα απολύτως ταιριαστή αλλά και απρόβλεπτη.
Με αυτό το ψυχολογικά πολύπλοκο και επίμονα διαστροφικό αριστούργημα, η Χάισμιθ παραμορφώνει όλες τις έννοιες της φιλίας, του φύλου και της ηθικότητας καθώς εξερευνά τη σχέση ενός νεαρού με ένοχη συνείδηση και ενός μεγαλύτερου άντρα δίχως καθόλου συνείδηση.

Οι απρόσκλητοι
Όταν ο Ρίτσαρντ Όλντερμαν “ανακαλύπτει” το χριστιανισμό και γίνεται φανατικός οπαδός της Πρώτης Εκκλησίας του Ευαγγελίου του Χριστού, ένας αμείλικτος πόλεμος ξεσπάει ανάμεσα σ’ εκείνον και στο μεγαλύτερο γιο του, τον Άρθουρ. Κι όταν ο Ρόμπι, ο μικρότερος γιος, υιοθετεί τυφλά τις απόψεις του πατέρα, η διαστρεβλωμένη εικόνα της δικαιοσύνης οδηγεί την οικογένεια σε μια αναπάντεχη τραγωδία.
Με “σατανική” λιτότητα και ρεαλισμό η Πατρίτσια Χάισμιθ ανατέμνει για μια ακόμη φορά την ψυχολογία της μεσοαστικής αμερικανικής οικογένειας και την εύθραυστη ισορροπία των ανθρώπινων σχέσεων μέσα σ’ ένα περιβάλλον, όπου ο φανατισμός, έστω και κάτω από τα ιερότερα προσχήματα, δημιουργεί μόνο και μόνο αδιέξοδα.

Επικίνδυνη ομορφιά
Μέσα στην ανθρωποθάλασσα και την ανωνυμία της Νέας Υόρκης, δύο γείτονες γνωρίζονται με αφορμή ένα χαμένο πορτοφόλι. Πριν, φυσικά, δεν είχαν ιδέα ο ένας για την ύπαρξη του άλλου, τώρα όμως γεννιέται ανάμεσά τους μια περίεργη αντιπαλότητα με επίκεντρο τη νέα, φιλόδοξη, χαρισματική και διψασμένη για μεγάλη ζωή Έλσι Τάιλερ.
Η Έλσι είναι “το τέλειο πλάσμα”. Η ομορφιά της τραβάει σαν μαγνήτης οποιονδήποτε βρεθεί στο δρόμο της. Μια ομορφιά μοναδική, απίστευτη, εκθαμβωτική -άρα και επικίνδυνη. Για ποιόν, όμως; Για τους γύρω της ή μήπως για τον εαυτό της;
Με επιδεξιότητα η Χάισμιθ περιγράφει, από τη σκοπιά και των δύο ηρώων της, τις ανατροπές που προκαλεί στον ψυχικό τους κόσμο η παρουσία της Έλσι. Κανείς τους δεν θα συνειδητοποιήσει, πριν την κορύφωση του δράματος, σε ποιό βαθμό έχει κατορθώσει μέσα σε λίγους μήνες ν’ αλλάξει τη ζωή τους και να τη σημαδέψει για πάντα…

Ο Ρίπλεϋ σε βαθιά νερά
Για πάνω από 40 χρόνια η συγγραφέας δεν έπαψε να αναπτύσσει τη μοναδική της τέχνη του σασπένς και ιδιαίτερα με τη σειρά της με πρωταγωνιστή Τομ Ρίπλεϋ. Αν και η κλίση του για το κακό δεν έχει αμβλυνθεί, ο Τομ Ρίπλεϋ έχει μεγαλώσει και κατά κάποιο τρόπο μαλακώσει. Ζει μια ήσυχη ζωή στην γαλλική εξοχή, αυτάρκης με την κομψή σύζυγο του Ελοίζ και μια αφοσιωμένη σπιτονοικοκυρά, ανάμεσα στα λουλούδια και τους πίνακες του, και ενδιαφέρεται περισσότερο για τα κρασιά του παρά για τις κηλίδες αίματος στην κάβα του. Τότε ένα ζεύγος ενοχλητικών και νοσηρών Αμερικανών νοικιάζει μια έπαυλη στο ίδιο χωριό. Αρχικά το ζεύγος μοιάζει σαν κάτι το αξιοπερίεργο, το γούστο τους είναι απεχθές καθώς και οι τρόποι τους, είναι ενοχλητικά ενημερωμένοι για γεγονότα του παρελθόντος του Ρίπλεϋ που ο ίδιος θα ήθελε να τα ξεχάσει, και ιδιαίτερα για την εξαφάνιση κάποιου Μέρτσισον, τη χρονιά που είχε έρθει να ερευνήσει για μια υπόθεση πλαστών πινάκων και σχεδόν κομπάζουν γι’αυτή τους τη γνώση. Προφανώς αυτό διαταράσσει την ηρεμία του Ρίπλεϋ και αρχίζει ένα ασφυκτικό παιχνίδι γάτας και ποντικού που οδηγεί στην Ταγγέρη και στο Λονδίνο και πίσω στο Φονταινεμπλώ, όπου βρισκόμαστε μπλεγμένοι στους μαιάνδρους της αγοράς της τέχνης και στις ψυχολογικές αβύσσους που η συγγραφέας γνωρίζει ν’ αποκαλύπτει κάτω από τα μάτια μας.

Ένα καλοκαιρινό ειδύλλιο
Η μπιραρία-εστιατόριο Γιάκομπς είναι ο τόπος συνάντησης, ένα δεύτερο σπίτι, για τους μποέμ και τους εκκεντρικούς τύπους στο κέντρο της καθωσπρέπει Ζυρίχης. Εδώ εκκολάπτονται ίντριγκες, ανθούν τα κουτσομπολιά κι ο έρωτας αναζητεί το δρόμο του. Το τελευταίο βιβλίο της Πατρίτσια Χάισμιθ -ένα εύστοχο και απολαυστικό κοινωνικό σχόλιο.

Ιστορίες για μισογύνηδες
Υπάρχουν γυναίκες που καταστρέφουν τους άντρες τους, και γυναίκες που καταστρέφουν τον εαυτό τους. Κορίτσια που έχουν κατακτήσεις, και κορίτσια που το παρατραβάνε…
Από την Επαγγελματία Πόρνη ως τη Θεούσα, δεκαεφτά παράξενες ιστορίες, μόνο για μισογύνηδες.

Ιστορίες μυστηρίου
Ιστορίες μυστηρίου…
Ιστορίες για ανθρώπους που έχουν φτάσει στο «όριο»…
Ιστορίες απρόβλεπτες, που ξεκινούν ήρεμα, σαν πανιά που αργοσαλεύουν απ’ τον άνεμο…
… για να εξελιχθούν, αργά, αργά, σε ιστορίες ολέθριες ανθρώπων…
… που θα σπάσουν όσα δεσμά τους συνέδεαν με την, ως τώρα, ήσυχη συνηθισμένη ζωή τους…
Ιστορίες ασυνήθιστες, που, ίσως, συμβαίνουν, πάντα, γύρω μας…
… αλλά ποτέ δεν μαθαίνουμε γι’ αυτές τίποτε…
ίσως γιατί δεν πρέπει τίποτε να μάθουμε…
Ιστορίες, με δυο λόγια, της Πατρίτσια Χάισμιθ.

Ιστορίες φυσικών και αφύσικων καταστροφών
Έχει πλάκα να γράφει κανείς ιστορίες καταστροφής. Μου θυμίζουν τις παρωδίες που έγραφα στο σχολείο για κάποιο μάθημα όταν ήμουν δέκα η έντεκα χρονών, ή τις φάρσες που σκάρωνα στα δεκατέσσερά μου για να διασκεδάζω τους συμμαθητές μου. Αλλά βέβαια, εδώ το περιεχόμενο είναι πιο σοβαρό. Στα τέλη του εικοστού αιώνα ο άνθρωπος έχει σχεδόν μάθει να συμβιώνει πλέον με έναν απίστευτα μεγάλο αριθμό καταστροφών.
Πατρίτσια Χάισμιθ
“Ενώ τον Στήβεν Κινγκ και τη Ρουθ Ρέντελ τους διαβάζουμε για να ευχαριστηθούμε την ανατριχίλα που μας προκαλεί ο προσεγμένος λεκτικός τρόμος, τη Χάισμιθ δεν μπορούμε να την αντιμετωπίσουμε επιπόλαια. Μεταδίδει μια σταθερή, ακλόνητη πίστη στην ύπαρξη του κακού – σε επίπεδο προσωπικό, ψυχολογικό και πολιτικό… Το χάρισμα των “Ιστοριών φυσικών και αφύσικων καταστροφών” – καθώς και όλου του συγγραφικού έργου της- είναι ότι μας αναστατώνουν και μας συναρπάζουν ταυτόχρονα».
Michael Bronski, The Boston Phoenix
“Σε αυτή την παράδοξα επίκαιρη συλλογή, ή άμεση πρόζα της Χάισμιθ καταγράφει έναν κόσμο που τα έχει ελαφρώς χαμένα, και οι καταστροφές του είναι προϊόν της ανθρώπινης τρέλας και υπερβολής. Ο Λευκός Οίκος σε κατάσταση πολιορκίας από τους άστεγους από τη μία, και από την άλλη μία γυναίκα 190 χρονών που βρίσκεται διαρκώς στα πρόθυρα του θανάτου και εκπέμπει μια μουντή λάμψη – σε κάθε ιστορία εκτυλίσσεται η παράλογη ακραία συμπεριφορά της ανθρωπότητας στον όψιμο 20ό αιώνα. Η Χάισμιθ παραμορφώνει με γκροτέσκο τρόπο το πρόσωπο της καθημερινότητας για να φανερώσει τα ποικίλα σκοτεινά κίνητρά της. Οι ιστορίες αυτές αφήνουν πίσω τους εικόνες που μας στοιχειώνουν, εικόνες που τρεμοσβήνουν αλλά δεν φεύγουν από το μυαλό μας.”
The New Yorker
“Ιστορίες γεμάτες σάτιρα, σκανδαλιά και απειλή. Ο κόσμος της Χάισμιθ είναι παραδομένος στην αυτοκαταστροφή, με κίνητρο τη βλακεία, την απληστία και το συμφέρον – ένας τόπου όπου η ανθρώπινη φυλή τρώει τις σάρκες της… Οι ιστορίες της Χάισμιθ κάνουν την ψυχή μας να τρέμει και τις παλάμες μας να ιδρώνουν.”
Jill Pearlman, Harper’s Bazaar
“Θα έπαιρνες όρκο ότι διηγείται πραγματικά γεγονότα καλυμμένα με μεγάλη μυθοπλαστική επιδεξιότητα …”
Karen Liberatore, San Francisco Chronicle

Πώς να γράψετε ένα μυθιστόρημα αγωνίας (και δράσης)
Ευρύτατα αναγνωρισμένη ως μία εκ των πλέον διακεκριμένων σήμερα συγγραφέων αγωνίας, η Πατρίτσια Χάισμιθ αναλύει εδώ τις μεθόδους δουλειάς της και τα ζωτικά στοιχεία του σασπένς στη μυθοπλασία. Προσεγγίζοντας τη δική της συγγραφική εμπειρία, τα αδιέξοδα, τις επιτυχίες και τις αποτυχίες της -κι αυτές των καθιερωμένων συγγραφέων Γκράχαμ Γκριν και Τζούλιαν Σάιμονς- μας δίνει μια πολύ ζωντανή, προσωπική άποψη του συγγραφέα επί το έργον.
Οι συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων είναι σε θέση, περισσότερο από όσους γράφουν λογοτεχνία έξω από “είδη”, να διδάξουν τις αρχές τις μυθοπλασίας. Η Πατρίτσια Χάισμιθ -όπως έκανε αργότερα και ο Στίβεν Κινγκ- αποκαλύπτει τα μυστικά τις τέχνης της: πώς δημιουργείται η “προσδοκία” του αναγνώστη; Πώς πλάθονται οι ήρωες; Τι είναι η πλοκή; Τι η κορύφωση; Το βιβλίο αυτό είναι ένα εγχειρίδιο για ταλαντούχους νέους συγγραφείς -τίποτα δε γίνεται χωρίς ταλέντο- αλλά και για αναγνώστες που θέλουν να ρίξουν ένα αδιάκριτο βλέμμα στη μεγάλη περιπέτεια της γραφής.
“Η Χάισμιθ είναι, ίσως, η καλύτερη συγγραφέας αγωνίας στον κόσμο, και το βιβλίο αυτό είναι μια συναρπαστική έκθεση της τέχνης της.”
(Richard Rayner, “Time Out”)
“Χωρίς να απευθύνεται στον ιδεατό αδαή αναγνώστη, και χωρίς να παριστάνει τον παντογνώστη, μιλάει με μεγάλη αμεσότητα για τη χρήση προσωπικών βιωμάτων, τα προβλήματα της πλοκής, το πρώτο και το δεύτερο σχεδίασμα, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι συγγραφείς. Παρά τον τίτλο του, το βιβλίο αυτό θα αποδειχθεί εξαιρετικά χρήσιμο και σε πολλούς “straight” μυθιστοριογράφους.
(Julian Symons, “The Sunday Times”)

Μυθιστορήματα
Ξένοι στο τρένο – Strangers on a Train (1950)
Κάρολ – The Price of Salt or Carol (1952) σαν Κλερ Μόργκαν
Θανάσιμα λάθη – The Blunderer (1954)
Ο ταλαντούχος κύριος Ρίπλεϊ – The Talented Mr. Ripley (1955)
Βαθιά νερά – Deep Water (1957)
Μοιραίο παιχνίδι – A Game for the Living (1958)
Αυτή η γλυκιά αρρώστια – This Sweet Sickness (1960)
Η κραυγή της κουκουβάγιας – The Cry of the Owl (1962)
Τα δυο πρόσωπα του Ιανουαρίου – The Two Faces of January (1964)
Το γυάλινο κελί – The Glass Cell (1964)
A Suspension of Mercy or The Story-Teller (1965)
Κρυφτό με το Θάνατο – Those Who Walk Away (1967)
Χωρίς ενοχές – The Tremor of Forgery (1969)
Ο Ρίπλεϋ κάτω απ’ το χώμα – Ripley Under Ground (1970)
A Dog’s Ransom (1972)
Ο Αμερικανός φίλος ή Το παιχνίδι του Ρίπλεϋ – Ripley’s Game (1974)
Το ημερολόγιο της Ήντιθ – Edith’s Diary (1977)
Το αγόρι και ο Ρίπλεϊ ή Το αγόρι που ακολουθούσε τον Ρίπλεϋ – The Boy Who Followed Ripley (1980)
Οι απρόσκλητοι – People Who Knock on the Door (1983)
Επικίνδυνη ομορφιά – Found in the Street (1987)
Ο Ρίπλεϋ σε βαθιά νερά – Ripley Under Water (1991)
Ένα καλοκαιρινό ειδύλλιο – Small g: a Summer Idyll (1995)

Συλλογές διηγημάτων
Eleven or The Snail-Watcher and Other Stories (1970)
Ιστορίες για μισογύνηδες – Little Tales of Misogyny (1974)
Το εγχειρίδιο του κτηνώδους φόνου για ζωόφιλους – The Animal Lover’s Book of Beastly Murder (1975)
Ιστορίες μυστηρίου – Slowly, Slowly in the Wind (1979)
The Black House (1981)
Mermaids on the Golf Course (1985)
Ιστορίες φυσικών και αφύσικων καταστροφών – Tales of Natural and Unnatural Catastrophes (1987)
Nothing That Meets the Eye: The Uncollected Stories (2002)

Παιδική λογοτεχνία
Miranda the Panda Is on the Veranda (1958) με την Doris Sanders

Δοκίμια – Μελέτες
Πώς να γράψετε ένα μυθιστόρημα αγωνίας (και δράσης) – Plotting and Writing Suspense Fiction (1966)

Πηγές: BIBLIONET, Wikipedia, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη, Γράμματα, Παρατηρητής, Άγρα, Ροές, Μεταίχμιο, Πατάκης, Μίνωας, Alter-Ego ΜΜΕ Α.Ε.

111 views.