Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής

Ελληνες λογοτέχνες


Η πρόσοψη
Διήγησις περιέχουσα πλείστα πάνυ ωραία και συνήθη
Από την Οδησσό στη Σενεγάλη και στη μάχη της Φασόντα στα σύνορα του αγγλοαιγυπτιακού Σουδάν, από το Αϊβαλί και την Αθήνα ως το Νανσύ, την Μπραζαβίλ και τον ποταμό Κόνγκο, στην κρίσιμη περίοδο που αρχίζει την αυγή του εικοστού αιώνα και διαρκεί πενήντα περίπου χρόνια, τα ατομικά πεπρωμένα εμφανίζονται σαν άνθη του Κακού αλλά και σαν ελπίδες του Καλού. Ορθόδοξοι, εβραίοι και καθολικοί, λευκοί και μαύροι, εξερευνητές και επαναστάτες, άρχοντες, δημοκράτες και αναρχικοί γίνονται τα συστατικά ενός κόσμου που έδειχνε στη νιότη του πως θα γινόταν άλλος. Όπως λοιπόν συμβαίνει στο παραμύθι, καθώς ο κόσμος πήρε το δρόμο που ξέρουμε, ο λύκος έφαγε την Κοκκινοσκουφίτσα. Το στοίχημα όμως πως η Κοκκινοσκουφίτσα μπορεί να φάει το λύκο δεν παύει ίσως να έχει αξία.

Το άγαλμα
Διήγησις αφελής
Η Ιστορία, όπως μας την αποκάλυψαν ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης, έχει το κακό να μην τελειώνει και να επανέρχεται κάθε λίγο ως κωμωδία. Γιατί η Μαραθία χώρα θα αποτελούσε εξαίρεση; Αυτή η χώρα που δεσπόζει σε κάθε χάρτη, που εγκωμιάστηκε από φίλους και εχθρούς για τις μαραθόπιτές της, που υμνήθηκε από ποιητές και καλλιτέχνες για τα μαραθοκάραβά της δεν έχει άραγε δικαίωμα να στήσει σε κεντρική πλατεία της πρωτεύουσάς της τον ανδριάντα του Ελευθερωτή της; Δεν είναι λογικό να στείλει στο πολύβουο Παρίσι μια τριμελή επιτροπή προσωπικοτήτων προς εντοπισμό του καλύτερου γλύπτη, που θα ανελάμβανε αυτό το έργο; Αυτά έγιναν, αγαπητέ αναγνώστη, αλλά αλλού κατέληξαν. Και το ερώτημα, που πλανάται σε κάθε Μαραθία χώρα, είναι: ζει ο Ελευθερωτής της; Ο ανδριάντας του αυτόν απεικονίζει;
Ο συγγραφέας, με τη σοβαρότητα που αποδίδει σε τέτοια ερωτήματα, παραδίδει τα αποτελέσματα των προσεγγίσεων και των ερευνών του, μιμητής της “Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων”, θαυμαστής του λογοτεχνικού είδους που καλλιεργήθηκε στην Αγγλία του 18ου και 19ου αιώνα και έγινε γνωστό ως nonsense. Γιατί είναι βέβαιο πως πίσω από τα παιδαριώδη και τα ανόητα κρύβονται τα σπουδαία.

Μνήμη και μνήμη
Η μνήμη των ανθρώπων, η μνήμη του δημόσιου βίου, η μνήμη που επιλέγει να εξυμνήσει και να παραδώσει στους επιγενόμενους τα μεγάλα και θαυμαστά βρήκε την έκφρασή της στον Ηρόδοτο και στην “Ιστορία” του. Αργότερα ο Θουκυδίδης απέδειξε πως οι λέξεις μπορεί να μεταφέρουν άλλα νοήματα από κείνα που νομίζουμε ότι περικλείουν και πως πίσω από τις πράξεις κρύβονται οι φιλοδοξίες. Έτσι, η ιστορία και οι μνήμες που καταγράφει μπορεί να μην είναι τόσο αθώες όσο ο Ηρόδοτος ήθελε να πει. […] Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές αποθηκεύουν στη μνήμη τους κάθε πράξη, μικρή ή μεγάλη, σημαντική ή ασήμαντη, δεν έχουν περιθώρια λήθης, αφού, ό,τι μπει στη μνήμη τους έχει τη δυνατότητα να ζήσει εκεί εσαεί, δεν έχουν σκοπό να διδάξουν στους επιγενόμενους, δεν παράγουν γνώση, αλλά πληροφορία, όχι για όλους, αλλά για τους χρήστες τους, δεν έχουν λέξεις, δεν έχουν αμφιβολίες. Αυτή η μνήμη των ηλεκτρονικών υπολογιστών διαμορφώνει έναν άλλο κόσμο, χωρίς σημείο επαφής με τη μνήμη ενός Ηρόδοτου ή ενός Θουκυδίδη. Σε αυτόν τον κόσμο έχουμε εισέλθει.
Το θέμα της μνήμης και, πολύ περισσότερο, της σχέσης μεταξύ της ιστορικής μνήμης και της μνήμης των ηλεκτρονικών υπολογιστών είναι τεράστιο και οι ποικίλες παράμετροί του παραμένουν άγνωστες. Έτσι, αυτό το δοκίμιο αποτελεί μάλλον ένα πρώτο σχεδίασμα του θέματος, με τη φιλοδοξία πως θα υπάρξουν τα ερεθίσματα για τη μελλοντική ανάπτυξή του.

Ταξίδι
Ως την καταγωγή του κόσμου
13 Ιανουαρίου 1988: εκατόν πενήντα προσωπικότητες των Γραμμάτων και της Τέχνης – ανάμεσά τους και ο συγγραφέας της ιστορίας μας – φθάνουν στο Παρίσι για να προσθέσουν ο καθένας το δικό του λιθαράκι στην διήμερη συνάντηση με θέμα την Ευρωπαϊκή Πολιτιστική Ταυτότητα. Έργο του ζωγράφου Γουσταύου Κουρμπέ (1819-1877), “Η καταγωγή του κόσμου”, απεικονίζει ένα συγκεκριμένο σημείο του γυναικείου σώματος, το σημείο απ΄ όπου “καταγόμαστε” όλοι μας. Ο πίνακας αποκαλύπτεται κατά τη διάρκεια της λογοτεχνικής συνάντησης. Σ΄ αυτό το “Ταξίδι ως την καταγωγή του κόσμου”, ο συγγραφέας και η Εβ Λιβέ αποδεικνύουν πως χωρίς αυτό το συγκεκριμένο έργο τέχνης, το μέλλον είναι ασταθές και αβέβαιο.

Οι συνέπειες της φωτιάς
Η συνήθεια δημιουργεί αυτοπεποίθηση: δεν έπαψα λοιπόν να πίνω τον πρωινό καφέ μου στο γνωστό καφενείο της πλατείας Κολωνακίου. Πάντα κοντά στην πόρτα, δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί, πολύ περισσότερο στις μέρες μας. Δεν εξεπλάγην λοιπόν όταν ο ταμίας του γνωστού καφενείου με πλησίασε και μου ανακοίνωσε, σαν να βαριόταν, σαν να είχε ενοχληθεί, σαν να επρόκειτο για γεγονός ασυνήθιστο, αξιοπαρατήρητο και ανάρμοστο για το κατάστημα, πως μια γυναίκα, τόσο νωρίς, με ζητούσε στο τηλέφωνο.
“Η γκόμενα”, αντέδρασα.
“Εγώ είμαι”, άκουσα…

Ο ρινόκερος θα είναι εδώ
Ένας ρινόκερος στην Ευρώπη: Κλάρα το όνομά του. Ο μόνος ρινόκερος που έζησε στην Ευρώπη και ταξίδεψε από το Λονδίνο στη Βενετία, από το Παρίσι στη Βιέννη, από το Άμστερνταμ στη Νάπολη. Αφέντης και προστάτης του ο Ολλανδός Ιωάννης Βαν Ντερ Μίερ, που αρνήθηκε να πουλήσει την Κλάρα στο βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκο 15ο, που τιμήθηκε με τον τίτλο του βαρόνου, από την αυτοκράτειρα Μαρία-Θηρεσία, επειδή η Κλάρα την είχε διασκεδάσει.
Και στις περιπλανήσεις της Κλάρας, να ο Βολτέρος, να ο Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ, να και ο κύριος Βλαντιμίρ Εστραγκόν, που φτάνει στη χώρα μας και αναγγέλει ότι η Κλάρα έχει εκφράσει την επιθυμία να μας επισκεφθεί.
Η πολιτική ηγεσία της πατρίδας μας, οι διανοούμενοι και το κοινό αδημονούν, οι αρχές που προστατεύουν τον τόπο μας οργανώνουν χοροεσπερίδα.
Και τότε…
Και τότε, η Κλάρα εμφανίζεται.
Και τότε, όλα πήραν το δρόμο τους.

Ο δολοφόνος διαφεύγει
Γιώργος Νομισέν
Μια νέα γυναίκα βρίσκεται άγρια δολοφονημένη σε κεντρικό σημείο της Αθήνας. Οι ύποπτοι πολλοί και τα κίνητρα άγνωστα. Η εξιχνίαση της υπόθεσης δυσκολεύει, καθώς κάποιοι προσπαθούν να την κουκουλώσουν. Θα βρεθεί άραγε ο δράστης ή ο δολοφόνος θα διαφύγει;
Το πρώτο βιβλίο μιας σειράς πέντε ευρηματικών αστυνομικών μυθιστορημάτων με κοινό ήρωα, γραμμένα από τον Γιώργο Νομισέν (το λογοτεχνικό ψευδώνυμο του έλληνα συγγραφέα αστυνομικών Ζορζ Σιμενόν), τα χειρόγραφα των οποίων ανακάλυψε πριν από κάμποσα χρόνια ο Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής μέσα σε ένα δρύινο μπαούλο στη σοφίτα ενός αναπαλαιωμένου οικήματος.

Το τέλος του χρόνου καθυστέρησε
Η δεύτερη από τις ευρηματικές αστυνομικές περιπέτειες με πρωταγωνιστές τον κύριο Πρόεδρο, τον “συγγραφέα”, τον αστυνόμο Μήτσο Χαντόκη, τους τρεις ντετέκτιβ Ντυπόν, τον κύριο Σπύρο τον περιπτερά, τη Σύλβια των Ειδικών Ομάδων, τον επιθεωρητή Μονταλμπάνο, τον επιθεωρητή Μαιγκρέ και άλλους πολλούς.
Η πλοκή
Χρόνια πέρασαν από τη δολοφονία της Στελίνας, η αναζήτηση του δράστη όμως δεν σταμάτησε. Ο κύριος Πρόεδρος μπορεί να θεωρεί πως η υπόθεση έχει λήξει, καθώς ένας νεαρός, πλατωνικά ερωτευμένος με το θύμα, εκτίει ποινή για το έγκλημα, αλλά η οικογένεια της Στελίνας ποιο ρόλο έχει παίξει;

Μη μιλάς
Μη μιλάς, είπα.
Ήταν τόσο όμορφη, σαν να έβλεπα φωτογραφία, ώστε φοβόμουν πως μόλις θα άνοιγε το στόμα της να προφέρει την πρώτη λέξη, η ομορφιά της θα γινόταν καπνός. Και επειδή ισχύει η ρήση του Κομφούκιου ότι μια φωτογραφία αξίζει όσο χίλιες λέξεις φοβόμουν πως ήταν υπόδουλη της ομορφιάς της, οπότε η ανεξαρτησία τού νου της θα ήταν ανύπαρκτη. Δεν ήθελα λοιπόν να ακούσω ούτε το όνομά της. Τόλμησα όμως:
– Σε λένε Χριστίνα, είπα.
Κούνησε το κεφάλι.
– Μίλα μου, τόνισα, πες μου πώς σε λένε, τίποτα άλλο.
– Χριστίνα, απάντησε.

Λόγος ερειπίων
Οι βεβαιότητες του παρελθόντος, όπως τεκμηριώνουν την αντίληψη του κόσμου και του ανθρώπου, και όπως ορίζουν δικαιώματα και ανάπτυξη, δοκιμάζονται στις πολύπλοκες και απαιτητικές διαδρομές του καιρού μας. Η παρουσία τους, καταλυτική από τα προεόρτια της Γαλλικής Επανάστασης ως τις μέρες μας, δεν παύει να δίνει απαντήσεις για τη ζωή και τον βίο, το κράτος, τον λαό, το πολίτευμα, το δίκαιο. Σήμερα ωστόσο, η συσσώρευση των απαντήσεων και ο σχολιασμός της αλήθειας τους δεν περιορίζουν το βάρος του ερωτήματος τι; Δηλαδή, τι κράτος, τι λαός, τι πολίτευμα, το δίκαιο. Και εντέλει: τι ζωή, τι βίος, τι άνθρωπος.
Ο λόγος της σκέψης δεν έχει άλλο εφαλτήριο εκτός από τα κεκτημένα του παρελθόντος του, ώστε να αντιμετωπίσει το ερώτημα, όχι ως νέο ζήτημα, αλλά ως διαρκή ευκαιρία. Καθώς τα κεκτημένα είναι πια “ερείπια” του οικοδομήματος των απαντήσεων, η σχέση μαζί τους δεν είναι παρά ζαριές, όπου το αποτέλεσμα, σε συνάφεια με το ερώτημα, διαφέρει από τη μια ζαριά στην άλλη. Σε αυτήν την επιλογή, ο λόγος της σκέψης, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του παίκτη, επιδεικνύει την υποψία της απορίας του: το ερώτημα δεν υποχωρεί. Τολμάει λοιπόν ο λόγος της σκέψης να επιδείξει τις ζαριές του: “τι” είναι το κράτος, “τι” είναι ο λαός, το πολίτευμα, το δίκαιο. Φτάνει έτσι σε ένα κατώφλι, όπου θα προσέξει τι έχουν κομίσει τα “ερείπια” και τι απλώνεται στον ορίζοντα του, ώστε να σταθεί εκεί για την επόμενη ζαριά, για το επόμενο αποτέλεσμα.
Αυτό το βιβλίο εξυπηρετεί την αριστοκρατική όψη της απελπισίας του λόγου, που το ερώτημα δεν παύει να πολιορκεί.

Κρεμάστρα
“Και πώς διασαλεύεται η τάξη, αγαπητέ μου; Η τάξη διασαλεύεται όταν ανακατεύεσαι εκεί που δεν σε σπέρνουν. Και τι πάει να πει πως ανακατεύεσαι εκεί που δεν σε σπέρνουν; Πάει να πει, αγαπητέ μου, ότι ο καθένας μας κάνει τη δουλειά του, ο καθένας μας θέλει να χαίρεται τη ζωή, θέλει να γελάει. Νιώθεις καλά όταν γελάς, πολύ καλύτερα όμως όταν έχεις και ένα πιστόλι δίπλα σου, αυτό έλεγε ο μεγάλος Αλ Καπόνε. Βγάζεις λοιπόν το πιστόλι σου, το βάζεις δίπλα σου και γελάς δίχως σταμάτημα.”
Ένα βιβλίο που κινείται στα όρια της ιλαροτραγωδίας και του κοινωνικού θρίλερ.
Μια λαμπάδα στον πρωκτό ενός πτώματος στη μακρινή Τιφλίδα, μια κρεμάστρα που η αφαίρεσή της από μια ντουλάπα γίνεται αφορμή για μια δολοφονία, και ο παράνομος έρωτας της μαρκησίας ντε Βεριέρ με τον ιππότη ντ’ Αρτανιάν, ιδού ο τρελός τρελός κόσμος που αποτελεί το σκηνικό των ομόκεντρων ιστοριών του Φίλιππου Δρακονταειδή. Ο αστυνόμος Χαντόκης, οι κύριοι Ντυπόν, ο Ηρακλής Πουαρό, ο ιατροδικαστής Λίνος Μπόρσα και η Σύλβια των Ειδικών Δυνάμεων πρωταγωνιστούν σ’ έναν κόσμο παραλόγου και υβριδικού.

Σαν σκυλί
– Σαν σκυλί πήγε, έλεγε η μητέρα μου και δάκρυζε πάντα.
Ώσπου έκλεισε τα δακρυσμένα μάτια της.
Σαν σκυλί, έλεγα και εγώ όσο εκείνη ζούσε.
Σαν σκυλί, είπα και μετά το θάνατο της μητέρας, μπροστά στην πολυθρόνα της τραπεζαρίας όπου εκείνη καθόταν και κεντούσε.
Το είπα για να βεβαιωθώ πως θα το άκουγα χωρίς να το ακούσω από εκείνη.
Τόσα χρόνια το άκουγα, ακόμα και αν δεν το έλεγα.
Τόσα χρόνια φοβόμουν μήπως δε θα το άκουγα.
Τόσα χρόνια ακουγόταν, η πολυθρόνα δε χρειαζόταν πια. Τη μετακίνησα σε μιαν άκρη, άπλωσα στη ράχη της το κέντημα της μητέρας, κάθισα στη δική μου καρέκλα. Στην κουζίνα.
Σηκώθηκα, έσπρωξα την καρέκλα μου στο πλάι, το είπα άλλη μια φορά στον εαυτό μου και ο εαυτός μου το άκουσε. Μετά από εβδομήντα χρόνια το άκουσε έτσι: σαν ψίθυρο. Από πολύ κοντά. Σαν να είχα σκύψει στο αυτί μου.

Μυθιστορήματα
Το σπίτι της θείας (1985)
Το μήνυμα (1990)
Σχόλια σχετικά με την περίπτωση (1996)
Στα ίχνη της παράστασης (1997)
Προς Οφρύνιο (1997)
Συναισθηματικό ταξίδι (1998)
Το άγαλμα (1999)
Ταξίδι (2004)
Ο ρινόκερος θα είναι εδώ (2007)
Ο δολοφόνος διαφεύγει (2008)
Το τέλος του χρόνου καθυστέρησε (2008)
Κρεμάστρα (2010)

Νουβέλες
Η διπλωματούχος του πιάνου (1987)

Διηγήματα
Οι συνέπειες της φωτιάς (2007)
Μη μιλάς (2008)

Αφηγήματα
Χρόνια προϋπηρεσίας (1988)
Η πρόσοψη (1992)
Σαν σκυλί (2014)

Δοκίμια
Ο Φεβρουάριος αιών (1996)
Παραμύθι της λογοτεχνίας (1998)
Τι έλεγα τότε (2000)
Μνήμη και μνήμη (2000)
Φεβρουάριος αιών (2006)
Λόγος ερειπίων (2010)
Είκοσι τρεις σημειώσεις στο έργο του Eduardo Galeano (2014)

Συλλογικά έργα
17 ιστορίες που ξεχωρίζουν (1988)
Εργαστήριο Βαλκάνιων συγγραφέων και μεταφραστών (1999)
Βόλος: Μια πόλη στη λογοτεχνία (2001)
Πέντε ζωγράφοι ζητούν συγγραφέα (2003)
About Greece (2004)
Δέκα γραφές για τον Διονύση Σέρρα και την ποίησή του (2006)
Περί φιλανθρωπίας (2009)
5 οικουμενικοί Έλληνες στοχαστές (2014)
Ιωάννης Ζεμενός (2015)

Μεταφράσεις
Baltasar Graciàn
Michel de Montaigne
François Rabelais
Fernand Braudel
Kherkov Hadanzian
Milan Kundera
Juan Rulfo
Fernando Pessoa

Πηγές πληροφοριών: EKEBI, BIBLIONET, Εκδόσεις Κέδρος, Εκδόσεις Πατάκη, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Μεταίχμιο, Ηλέκτρα, Ελληνικά Γράμματα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας

102 views.