Γιάννης Ψυχάρης (1854-1929)

Ελληνες λογοτέχνες


Ο Γιάννης Ψυχάρης, ο τελευταίος «Διδάσκαλος του Γένους» όπως τον αποκάλεσαν, γεννήθηκε στην Οδησσό της Ρωσίας το 1854, και πέθανε στη Γαλλία το 1929. Η οικογένεια του καταγόταν από τη Χίο. Πρίνε πάει στο σχολείο ο πατέρας του εγκατάλειψε τη Ρωσία κι εγκαταστάθηκε στην Πόλη. Ηταν μωρό, όταν έχασε τη μητέρα του, κι έτσι ο Ψυχάρης δεν γνώρισε τη στοργή και την τρυφερότητα της μητέρας. Από πολύ νωρίς, ο Ψυχάρης, άρχισε να δείχνει ιδιαίτερη κλίση στη σπουδή, ήταν επιμελέστατος, πρώτος στο σχολείο, κι όταν έγινε δώδεκα χρονών, ο πατέρας του τον έστειλε σε συγγενείς του στη Γαλλία, για ν’αποκτήσει πιο γερή και πλατιά μόρφωση. Τελείωσε το γυμνάσιο στη Μασσαλία και τη φιλοσοφική Σχολή της Σορβόνης του Παρισιού με άριστα. Υστερα παρακολούθησε πανεπιστημιακά μαθήματα σε γερμανικά Πανεπιστήμια, όπου ανακηρύχτηκε διδάκτορας.

Επιστρέφοντας στη Γαλλία πέρασε με την πρώτη μια δυσκολότατη εξέταση στη Σορβόννη και διορίστηκε υφηγητής και υστέρα καθηγητής της νεοελληνικής φιλολογίας στη Σχολή Ανωτάτων Σπουδών και αργότερα και της Σχολής Ανατολικών Γλωσσών. Γνώριζε άριστα τα αρχαία ελληνικά, τα λατινικά και εκτός από τα γαλλικά, τα γερμανικά, τα αγγλικά και τα ιταλικά. Ηταν ένας λαμπρός επιστήμονας γλωσσολόγος, θαυμάσιος λογοτέχνης – ποιητής, δεινός ρήτορας και εξαίρετος συζητητής. Ενας πραγματικός φιλόσοφος. Στίς διαλέξεις του, είτε στα ελληνικά, είτε στα γαλλικά, δεν είχε ποτέ χειρόγραφο, ούτε σημειώσεις. Βασιζόμενος στην απέραντη μνήμη του και στην εξαιρετική ρητορική του δεινότητα έτερπε, ενθουσίαζε και συνάρπαζε το ακροατήριο.

Ο Ψυχάρης, χάρη και στο γάμο του με την κόρη του Ρενάν, του μεγάλου φιλόσοφου και λογοτέχνη της Γαλλίας, απόχτησε μεγάλο κύρος ανάμεσα στους επιστημονικούς και φιλολογικούς κύκλους της Γαλλίας. Ο Ψυχάρης για πρώτη φορά ήρθε στην Ελλάδα το 1886, περιηγήθηκε κυρίως τα νησιά και ιδιαίτερα την πατρίδα του Χίο, και τόση εντύπωση του έκαμε η ελληνική ζωή και η γλώσσα του λαού μας, ώστε τις εντυπώσεις του τις έγραψε στο πολύκροτο βιβλίο του, Το Ταξίδι μου, που εξέδωσε το 1888. Το βιβλίο αυτό έκαμε τέτοια εντύπωση, όταν κυκλοφόρησε, λες κι έπεσε αστροπελέκι στον αίθριο ουρανό των αποτελματωμένων τότε ελληνικών λογοτεχνικών κύκλων. Το περίφημο και θεμελιακό αυτό βιβλίο, που εμπεριέχει όλα τα άλλα του έργα, και στο οποίο οφείλει τη δόξα του, ήταν εγερτήριο σάλπισμα κι ένα μεγάλο κίνημα, για την επικράτηση της εθνικής μας γλώσσας, της δημοτικής. Το ταξίδι μου δεν είναι καθαρά λογοτεχνικό βιβλίο – αν και ολόκληρο το κατακλύζει η ποίηση και φαντασία – μα περισσότερο γλωσσολογικό βιβλίο – με στέρεο επιστημονικό οπλισμό. Γιατί έγραψε το βιβλίο αυτό «Το ταξίδι μου», μας το λέει αμέσως από την αρχή: «Οποιος με διαβάσει θα καταλάβει με τι σκοπό έγραψα το Τ α ξ ί δ ι μου. Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο. Να πολεμά κανείς για την πατρίδα του ή για την εθνική του γλώσσα, ένας είναι ο αγώνας. Πάντα αμύνεται περί Πάτρης».

O λογιοτατισμός με αρχηγούς τον Σκόντο, τον Μιστριώτη, τον Χατζηδάκη κ.ά. δέχτηκε την πρώτη σοβαρή επίθεση και ξεσπάθωσε εναντίον του με όλους τους αστερισμούς του. Δίπλα στον Ψυχάρη και στο κήρυγμα του, ότι η δημοτική γλώσσα είναι συνέχεια της αρχαίας αττικής, και άμεση συνέπεια της είναι, να γίνει το καθολικό εκφραστικό όργανο του Εθνους, στάθηκαν μόνο τρεις άνθρωποι: Ο διευθυντής της εφημερίδας «Ακρόπολις» Βλάσης Γαβριηλίδης, ο ποιητής Κωστής Παλαμάς και ο εξαίρετος λογοτέχνης της εποχής Εμμανουήλ Ροϊδης, που έγραψε και ολόκληρο βιβλίο «Τα είδωλα», στην καθαρεύουσα, υποστηρίζοντας τις θέσεις του Ψυχάρη. Βέβαια, και άλλοι αργότερα, στάθηκαν δίπλα του και πολέμησαν μαζί με το Δάσκαλο, όπως ο Αλεξ. Πάλλης, ο Εφταλιώτης, ο Βλαστός, μα όλοι αυτοί ήταν έξω από την Ελλάδα. Εκείνος που στάθηκε εδώ «όρθιος» σαν κυπαρίσσι και δέχτηκε όλες τις μπόρες και τις θύελλες του φανατισμένου όχλου από τους γλωσσαμύντορες και φωτοσβέστες του Εθνους, ήταν ο Κωστής Παλαμάς, φτωχός, ασθενικός το σώμα, αλλά με γρανιτένια θέληση σε ό,τι νόμιζε ορθό γιά το Εθνος, πάλεψε αλύγιστος με το λόγο και το στίχο κι έκαμε πραγματικότητα το σάλπισμα του Δασκάλου, του Ηγέτη και Αρχηγού του Δημοτικισμού. Με την καθιέρωση σήμερα της δημοτικής γλώσσας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, ο λογισμός μας πρέπει να στρέφεται με ευγνωμοσύνη προς τους δυό αυτούς διδάχους του Γένους: τον Ψυχάρη και τον Παλαμά.

O Ψυχάρης δεν ήταν βέβαια ο πρώτος, που διακήρυξε την ανάγκη πως ο λαός μας πρέπει να μιλεί και να γράφει τη γλώσσα του, αν θέλει να προκόψει και να συμπορευτεί με τους ευρωπαϊκούς λαούς. Πάρα πολλοί Ελληνες, από τα χρόνια της σκλαβιάς, έγραψαν και μόχθησαν γιά τη διατήρηση της γλώσσας του λαού και την ανάγκη να γίνει το μοναδικό γλωσσικό όργανο του Εθνους. Ολους αυτούς τους γνώριζε, είχε μελετήσει τα έργα τους και ιδιαίτερα την Κρητική λογοτεχνία, τον Σολωμό, τον Βαλαωρίτη, τον Βηλαρά, τον Χριστόπουλο και τα δημοτικά μας τραγούδια. Ειδικότερα από το σολωμικό έργο εξαίρει τή σημασία του «Διαλόγου».

Πρίν εκδώσει «Το Ταξίδι μου», ο Ψυχάρης στον Α’ τόμο των «Essais» (δοκιμίων) του, κηρύσσει τίς γλωσσολογικές αντιλήψεις του θεωρητικά. Αλλά παράλληλα πιστεύει πως «οι αφηρημένοι κανόνες, οι γενικές αρχές είναι μάταιο πράγμα σε τέτοια ζητήματα». Χρειάζεται η εφαρμογή των κανόνων γιά την οριστική απόδειξη.

«Ενα βιβλίο – γράφει ο Ψυχάρης – με βαθιά σκέψη και βαθύ αίσθημα, γραμμένο από χέρι από αυτοκυρίαρχο πνεύμα, και με εμπιστοσύνη στη βούληση του, θα ‘ξιζε πιό πολύ απ’ όλα αυτά. Το έπαθλο θα είναι ώραίο γιά τον νέον Ελληνα που θα μπορέσει να το γράψει. Θα δημιουργήσει το ύφος. Τι πειρασμοί από παντού γιά τον πεζογράφο και τον ποιητή! Ολα θα έχει να τα πει, γιατί σχεδόν τίποτα δεν είναι ενωμένο. Οτι στις παλιές λογοτεχνίες κατάντησε κοινοτυπία, τα αισθήματα και οι ιδέες που η έκφραση τους αλλού εξαντλήθηκε, σα να έχουν στην Ελλάδα, όλη τους τη σημασία. Εκεί όλα είναι φρέσκα και νέα. Γι αυτό δεν πρέπει ν’απελπιζόμαστε για το μέλλον. Το βιβλίο αυτό που όλοι το περιμένουν, θα γραφεί χωρίς άλλο μιά μέρα ίσως και να γράφεται την ώρα τούτη». Φανερή προαναγγελία «Του Ταξιδιού», που το σχεδίαζε ασφαλώς από τότε ο Ψυχάρης. Τον επόμενο, άλλωστε, χρόνο 1886 έκαμε το ταξίδι στην Ελλάδα και το 1888 το δημοσίεψε.

«Το Ταξίδι – γράφει ο καθηγητής Εμμ. Κριαράς – γράφτηκε σε ύφος εντελώς πρωτότυπο με βασικές αρετές την οικειότητα και τη ζωντάνια (…). Ο Ψυχάρης ήξερε πως ο Πλάτωνας «στους διαλόγους του τους πιο υψιπετείς ποτέ δεν παύει να πατά στο έδαφος, πάντα διατυπώνει μ’ ένα χαμόγελο και τις υψηλότερες ακόμα ιδέες, γράφει ακριβώς τη γλώσσα της ομιλίας» (…). Διάχυτη σε όλο το έργο, «Το Ταξίδι», θα απαντήσουμε με την προσφορά ενός λογοτέχνη, πού ζητά όχι τόσο με τη θεωρία, όσο με την πράξη να οργανώσει πεζό λόγο σε μια λογοτεχνία για ποικίλους λόγους καθυστερημένη… Δεν λείπει από το «Ταξίδι» ο φιλόλογος. Ακόμα μέσα στο Ταξίδι θα βρούμε τον φλογερό πατριώτη με τη φιλελεύθερη συνείδηση, τον πατριώτη πού μισεί τους Τούρκους και ποθεί την ένωση ολόκληρου του Ελληνισμού (…). Τέλος στο έργο θα βρούμε τον οραματιστή, που δυό οράματα τον συγκινούν: Το όραμα της γλωσσικής ελευθερίας και το όραμα της εθνικής αποκατάστασης» … Και συνεχίζει ο Ε. Κριαράς: «Αλλά τι είναι γενικότερα κοιταγμένο το Ταξίδι του Ψυχάρη; Θα μπορούσαμε να πούμε πως το έργο τούτο αποτελεί το μανιφέστο ενός αποστόλου, θρεμμένου με μάθηση, με θερμή πίστη, με θέληση. Το Τ α ξ ί δ ι είναι το βιβλίο που έδινε έκφραση σ’ ένα κήρυγμα που περιμενόταν. Μέσα σε αυτό καθρεφτίζονται στον υψηλότερο τους βαθμό η πίστη μιας γενεάς που ανέβαινε, το φλογερό ευαγγέλιο που βάζει τέρμα στους δισταγμούς, που προσπαθεί να οργανώσει τη λογοτεχνία (…). Για να κατανοήσουμε βαθύτερα την ιδιοτυπία του Ταξιδιού, αλλά και τη μορφή αρκετών άλλων γραφτών του Ψυχάρη, δεν πρέπει να ξεχνούμε τούτο: πως ο Ψυχάρης ήθελε να είναι επιστήμονας μαζί και λογοτέχνης. Επειτα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι για τον Ψυχάρη ο άνθρωπος αποτελεί ένα ενιαίο και ότι ο λογοτέχνης και ο επιστήμονας έχουν συχνά ανάγκη από τις ίδιες αρετές: τη φαντασία, τη διαίσθηση και το αναλυτικό πνεύμα την συνδυαστική δύναμη και το ίδιο ποσό εργασίας για να επιτύχουν το αποτέλεσμα πού αναζητούν… Ετσι και το ίδιο το Τ α ξ ί δ ι είναι μαζί λογοτεχνικό κείμενο, ιδεολογικό κήρυγμα και ως ένα βαθμό επιστημονική πραγματεία (…). Και τελειώνει τη μελέτη του ο Ε. Κριαράς με τούτα τα λόγια: «… Είναι μάλιστα αρκετό που και με την επιστήμη του και με τη λογοτεχνία του στάθηκε – και με όλες τις υπερβολές και με όλες τις αδυναμίες του – αληθινός δάσκαλος και φωτεινός οδηγητής του νέου Ελληνισμού».

Στα χρόνια του Ψυχάρη – έζησαν σχεδόν συνομίληκοι δυό ακόμα σημαντικές μορφές της ελληνικής Παιδείας: Ο Νικόλαος Πολίτης, ιδρυτής της ελληνικής λαογραφίας και ο μεγάλος εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, που δημιουργεί τη νέα λογοτεχνία. Ο Παλαμάς στάθηκε από την πρώτη στιγμή στο πλευρό του Δασκάλου και έκαμε πράξη το κήρυγμα του. Ο Πολίτης έμεινε καθαρολόγος στο πλευρό του Χατζηδάκη.

«Γλωσσολόγος σπουδαίος – γράφει ο Κ.Θ. Δημαράς – καθώς θεωρείται ο Γ. Χατζηδάκης, δεν μπόρεσε να πάρει στην ιστορία των γλωσσικών αγώνων τη θέση, που θα ταίριαζε στη σοφία του και στις ικανότητες του. Γιατί τη θέση αυτή γρήγορα την πήρε άλλος: Ο Γιάννης Ψυχάρης. Τύπος ηγετικός, αφοσιωμένος στα προβλήματα της επιστήμης, με καλλιεργημένη την αίσθηση του καλού, με λογοτεχνικές φιλοδοξίες, με μεγάλες συνθετικές και κριτικές ικανότητες, ο Ψυχάρης είχε τη θέληση της επιβολής, τις αρετές και τα ελαττώματα που χρειάζονταν για να ηγηθεί στον γλωσσικόν αγώνα. Μιά θέση ήταν κενή, η πρώτη, την πήρε αυτός. «Θέλω δόξα και γροθιές», γράφει στο Ταξίδι. Με αυτούς τους τίτλους, παίρνει τη θέση του μέσα στον αγώνα, οι νέοι δέχονται το κήρυγμα του με ενθουσιασμό: Πρώτος ο Παλαμάς». Και συνεχίζει: «… Η γενιά του 1880 μορφοποιεί τα στοιχεία του λόγου και του πνεύματος, όσα ήταν ακόμα διάχυτα στα προηγούμενα χρόνια. Το φαινόμενο παρουσιάζει, φυσικά, απόλυτη αντιστοιχία με κοινωνικές εξελίξεις και εκφράζει μια καινούρια ελληνική εξόρμηση. Ενας νέος διαφωτισμός αρχίζει. Ηγετική προσωπικότητα ο Ψυχάρης, πλάστης ο Παλαμάς, που δένει με την παράδοση και την ανανεώνει. Γύρω του ενώνονται τα νέα κινήματα της ελληνικής ψυχής».

«H σημαντική αξία του «Ταξιδιού» – γράφει ο Ρήγας Γκόλφης – υπάρχει σε τούτο. Απόδειξε πως ό,τι ως τότε τονίζανε οι δάσκαλοι για την αναξιότητα της λαϊκής μας γλώσσας, ήτανε μύθος. Γιατί μέσα στο βιβλίο του ο Ψυχάρης μπόρεσε να διατυπώσει με σαφήνεια και γλαφυρότητα ζητήματα επιστημονικά, έννοιες αφηρημένες, νοήματα και αισθήματα διάφορα, ακόμα φιλοσοφία και ειρωνία, κάθετι που χρειάζεται στην πρακτική εφαρμογή του ένας λόγος λυρικός και πολιτισμένος. Ετσι έδωσε πρώτος ένα παράδειγμα θαρρετό, μια διέξοδο στην αποπνικτική ατμόσφαιρα της γλωσσικής αμφιβολίας, το βάρος της παραδομένης σχολαστικότητας στο πνεύμα των νεοελληνικών λογοτεχνών».

«… Είχαν προηγηθεί άλλες αναγεννητικές προσπάθειες – γράφει ο Θ. Πετσάλης-Διομήδης – μια πριν από τον Μεγάλον Αγώνα, μια άλλη στα Εφτάνησα με κορυφαίο τον Σολωμό, είχαν προηγηθεί και άλλες δοκιμές, το λαογραφικό έργο του Ν. Πολίτη, η εξόρμηση της γενιάς του 1880 με κορυφαίο τον Παλαμά. Ομως έπρεπε η προσπάθεια αυτή να γίνει καθαρή συνείδηση των πολλών και να ολοκληρωθεί, ν’ αγκαλιάσει όλες τις εκδηλώσεις της εθνικής ζωής, κι ανάμεσα σ’ αυτές το ζήτημα της εθνικής μας γλώσσας. Ο δημοτικισμός ήταν προπάντων ένα ξύπνημα και ένα τίναγμα – πες ένα σάλπισμα. Πρωτεργάτης και πρωταγωνιστής του δημοτικισμού ορθώθηκε εκείνη την ώρα ο Ψυχάρης. Στα πρώτα χρόνια μετά τη Μεγάλη Επανάσταση, το έθνος, ευγνωμονώντας τους κορυφαίους δασκάλους που ετοίμασαν το λαμπρό ξαναγέννημα των ψυχών που πραγματοποίησε το ’21, το Εθνος, ευγνωμονώντας τους είπε «Διδασκάλους του Γένους». Οφείλουμε αδίσταχτα, ευγνωμονώντας τον Ψυχάρη για την προσφορά του στο αναγεννητικό έργο του δημοτικισμού, να τον κατατάξουμε σ’ εκείνους τους μεγάλους «Διδασκάλους του Γένους».

«… Πολλά απ όσα έλεγε το προφητικό αυτό βιβλίο (το Ταξίδι) τα είχαν ειπεί και άλλοι, και βαθύτερα απ’ όλους ο Σολωμός – γράφει ο Aλεξ. Δελμούζος. Ολα όμως αυτά παρουσιάζονται στο βιβλίο του Ψυχάρη με νέο φως, σαν πρωτόφαντα και για πρώτη φορά το αίτημα της άμεσης γλωσσικής αλλαγής διατυπώνεται με τόση ορμή, με τέτοιο πλάτος, έτσι επιστημονικά συγκροτημένο και εφαρμοσμένο με άκαμπτη συνέπεια στην πράξη (…). Παρ’ όλες τις παρεκκλίσεις του, όπως αποκρυσταλλώθηκε στα πρώτα αναγνωστικά του δημοτικού και στη Γραμματική του Μ. Τριανταφυλλίδη, στο έργο του Ψυχάρη έχει θεμελιωθεί, και πιστεύω ότι χάρη σ’ αυτό δεν θ’αργήσει ο καιρός που όλες οι νέες γενιές θα ευλογούν τ’ όνομα του». Προφητικά τα λόγια του Δελμούζου που γράφτηκαν το 1954, με τη καθιέρωση από το Κράτος της δημοτικής γλώσσας, ως μόνης γλώσσας της παιδείας μας.

«Υπάρχει στη «Γραφή» μια σημαντική ιστορία ανάμεσα σε τόσες άλλες σημαντικές ιστορίες – γράφει ο Στρατής Μυριβήλης. Κάτι παρόμοιο φαντάζομαι σαν ανιστορώ το πέρασμα του Ψυχάρη μέσα από την πνευματική ιστορία της Ελλάδας. Η στέρνα ήτανε γεμάτη, όμως τα νερά της ακινητούσαν ψόφια. Κι ένα γύρω τυφλοί, κουτσοί, ανάπηροι είχαν κλειστές τις αισθήσεις τους, μπροστά στην ελληνική ομορφιά. Ωσπου κατέβηκε «άγγελος ίνα ταράξη το ύδωρ». Ο Ψυχάρης ήταν. Αυτός ο αναμενόμενος. Κατέβηκε, σίφουνας, συντάραξε, ως τον πάτο τα κοιμισμένα νερά της λίμνης μας, και μεμιάς τα νερά έγιναν θαυματουργά. Ανοιξαν τ’ αυτιά των κουφών και άκουσαν την ελληνική φωνή, άνοιξαν τα μάτια των στραβών και αντίκρισαν τα ελληνικά χρώματα, λύθηκαν οι γλωσσικές πεδούκλες των κουτσών και άρχισαν να χορεύουν τους ελληνικούς ρυθμούς. Αυτή τη δουλειά έκαμε ο Ψυχάρης, που κάποτε το Εθνος θα του στήσει τον άσπρο ανδριάντα ανάμεσα σ’ έναν του Σολωμού και σ’ έναν του Παλαμά». Μα η ευχή του Μυριβήλη δεν πραγματοποιήθηκε, το Εθνος μας ακόμα ν’ αναγνωρίσει στους τρεις αυτούς αρχηγούς της πνευματικής μας αναγέννησης τα πρωτεία της ευγνωμοσύνης μας με τρία ολόσωμα αγάλματα σε κάποια περίοπτη θέση της Αθήνας.

«O Ψυχάρης – γράφει ο Βενέζης – ήταν φλάμπουρο και ιδέα και ελπίδα. Και αυτό μένει. Η μοίρα του δεν ήταν να συγκινεί με την Τέχνη, ήταν να πείθει με το πάθος της αλήθειας και της λογικής. Η μοίρα του δεν ήταν να γράφει πεζοτράγουδα και παραμύθια. Ηταν να σαρκάζει, να μαστιγώνει και να παλεύει – και να σέρνει από πίσω του τον κόσμο να δέρνεται μαζί του. Ηταν προφήτης. Και οι προφήτες νοιάζονται για την αλήθεια, όχι για την ομορφιά. Μονάχα στο υψηλό επίπεδο όπου η αλήθεια ταυτίζεται με την ομορφιά ο Ψυχάρης μπορεί να είναι ποιητής. Αλλά τι την χρειάζεται αυτή τη συμβατική δόξα; Η δόξα του μένει εκεί που είναι αυθεντική: στον αγώνα για τη γλώσσα αυτού του έθνους και για την ελπίδα του ξαναγεννημού του».

«Κάποτε, πριν από τους πολέμους 1912-13, κάποιος δημοσιογράφος – γράφει ο Κ.Καρθαίος στα 1954 με την ευκαιρία του γιορτασμού των εκατό χρόνων από τη γέννηση του Ψυχάρη – κάνοντας καμπάνια για κάποιο περιοδικό, δεν θυμούμαι πιά, με ποιά ευκαιρία, με ρώτησε, «ποιό», κατά τη γνώμη μου, ήτανε το σημαντικότερο γεγονός στην Ελλάδα, ύστερ’ από την εθνική απελευθερωτική επανάσταση του 1821. Αδίσταχτα του αποκρίθηκα πως η σημαντικότερη χρονολογία ήτανε το 1888, τότε που πρωτοδημοσιεύτηκε «Το Ταξίδι μου» του Ψυχάρη. Αυτό θα μπορούσα να πω και σήμερα, ύστερσ από τόσα γεγονότα που, στο μεταξύ, στάθηκαν τόσο σπουδαίοι σταθμοί για την εθνική μας ζωή. Θα τροποποιούσα μόνο την απάντηση μου λέγοντας, πως η έκδοση «Του Ταξιδιού μου» στάθηκε το σημαντικότερο γεγονός για τον πνευματικό πολιτισμό της πατρίδας μας από τον καιρό που ιδρύθηκε το ελεύθερο ελληνικό κράτος».

«… O Ψυχάρης – είπε στη διάλεξη του το χρόνο του θανάτου, 1929 ο Μ.Τριανταφυλλίδης στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης – αφήνει την ανάμνηση του στην πνευματική ζωή της νέας Ελλάδας. Aλλά και περισσότερο ακόμα: βοήθησε τους νέους Ελληνες να πλατύνουν, καθώς είπε ο ίδιος, τα πνευματικά τους σύνορα, να σεβαστούν τον εαυτό τους και να γράφουν τη μητρική τους γλώσσα. Οσο θα υπάρχουν στη ζωή Ελληνες πού θα τη μιλούν και θα τη γράφουν με αγάπη, θα ζει ο Ψυχάρης μαζί της σαν ένας από κείνους που εργάστηκαν για να την υψώσουν. Κι αν η ανάμνηση μείνει ζωντανή στη συνείδηση των ερχόμενων γενεών, τότε δίχως άλλο θα του στήσουν, καθώς το ζήτησε στα παλαιότερα χρόνια του δημοτικισμού ένας φίλος της Ελλάδας ο Κ. Krumbacher, το άγαλμα του. Οχι για να τιμήσουν εκείνον, που δεν το χρειάζεται πιά, παρά για να συμβολίζει τη γλωσσική αρμονία που θα βασιλεύει πιά στον ελληνισμό. Εύχομαι η μέρα αυτή να μην αργήσει». Και όμως – αν πέρασαν από τότε τόσα χρόνια – η ευχή του Μ.Τριανταφυλλίδη μένει ανεκπλήρωτη – το άγαλμα του Αρχηγού δεν στήθηκε ακόμα.

«O Ψυχάρης – γράφει ό εκλεκτός λογοτέχνης και Ακαδημαϊκός Αγγελος Τερζάκης – μορφή αδρή, πελεκημένη στο βράχο, κατατομή ηγέτη, ανήκει σε μιαν εποχή, κ’ η εποχή στην Ιστορία. Αυτό σημαίνει πώς δέν μπορεί πιά να κριθεί με τα καθημερινά κριτήρια. Το έργο του – έργο λυτρωτικό, αναγεννητικό – ολοκληρώθηκε. Μπήκε στις συνειδήσεις, γιά να γίνει, τέλος, αυτό το ίδιο συνείδηση. Τη σφραγίδα του θα την κρατάει ο ελληνισμός αποτυπωμένη πάνω του όσο θα υπάρχει Προσκλίνω μπροστά στον πνευματικό γενάρχη.

«Σαν λογοτέχνη, δεν τον έχω, δεν τον είχα ποτέ, γιά υπόδειγμα. Καλλιτέχνης θα πεί άνθρωπος που πέτυχε την ισορρόπηση – την κάποια ισορρόπηση – προθέσεων και μορφής. Του Ψυχάρη οι προθέσεις υπερακοντίζουν τη μορφή, πράγμα που δίνει στο λόγο του έναν προγραμματικό χαρακτήρα. Ομως δέν σημαίνει. Ο Λέσσιγκ – σ’ άλλο βέβαια επίπεδο – χειραφέτησε τη δραματική ποίηση του τόπου του, χωρίς να είναι ο ίδιος δραματικός ποιητής. Ο Ψυχάρης με την ποιητική του φλόγα στην ψυχή του ήξερε πιό πολύ να βροντάει, παρά να τραγουδάει. Είχε την ιδιοσυγκρασία του προφήτη, τόν πρωτογονισμό του, την αδιαλλαξία του, την προσήλωση του με μιάν ιδέα έμμονη, που φουντώνει τέλος σε όραμα αποκαλυπτικό. Αν έλειπαν ένας ή δυό καλοί λογοτέχνες από το πάνθεο μας, θα μπορούσαμε πάλι να υπάρξουμε. Δίχως τον Ψυχάρη όχι».

Τα ίδια, σχεδόν, γράφει γιά τον Ψυχάρη και ο λογοτέχνης Γιάννης Χατζίνης: «… Ο Ψυχάρης είναι μεγάλος. Ανήκει στην κατηγορία εκείνη των δημιουργών που έχουν αρκετή όσφρηση, γιά να συλλάβουν τήν αλήθεια της εποχής τους και αρκετή δύναμη γιά να την επιβάλουν. Εργο του – αυτό που πιστοποιεί το μεγαλείο του – είναι ο αγώνας του γιά τη γλώσσα, είναι η παλικαριά του, η αποφασιστικότητα του, οο θαυμαστές πρωτοβουλίες του, που έκαμαν γόνιμο αυτόν τον αγώνα. Πεισματάρης, ασυμβίβαστος, ικανός να μετατρέψει τη δραστηριότητα σε δύναμη, το βάθος σε ειλικρίνεια, την πίστη σε ομορφιά, διέθετε όλες τις αναγκαίες ιδιότητες του πολεμιστή, του κατακτητή και του μάγου. Ποιος θα μπορούσε να παραβληθεί μαζί του;»

«… Ετσι πιο πολύ γίνεται καθαρό το νόημα του αγώνα του Ψυχάρη για το πραγματικό ξύπνημα του ελληνικού λαού – γράφει ο καθηγητής Δ.Ε.Εύαγγελίδης – που καλείται να βασίσει την πορεία του στον ίδιο τον εαυτό του, που του δίνει τη δυνατότητα να γνωρίσει βαθιά τις ρίζες της ύπαρξης του και πάνω σ’ αυτές να θεμελιώσει τον πολιτισμό και να αναπτύξει τις αξίες του. Γιατί ο δημοτικισμός του Ψυχάρη δεν είναι ένα εξωτερικό εκφραστικό μέσο – η γλώσσα είναι η ίδια η ψυχή του λαού, που αγωνίζεται να σπάσει τα δεσμά που εμποδίζουν το ελεύθερο πέταγμα στη ζωή και στη δημιουργία. Κι ακόμα, γιατί μ’ αυτή θα ρουφήξει τις ζωογόνες δυνάμεις που θα θρέψουν τον πυρήνα τους – έτσι μονάχα, όταν δηλ. η τροφή αυτή μπορεί να αφομοιωθεί άμεσα, θα κάμει το θαύμα να πληθύνει το μέσα πλούτος, να φουσκώσει τον κεντρικό πυρήνα του, που θα πετάξει άφθονα τα κλαδιά και τ’ άνθη σ’ όλες τις περιοχές της γνώσης και της δράσης της γλυκιάς απόλαυσης και του υψηλού πάθους, της αγωνίας, της δημιουργίας και του πόνου που εξυψώνει και εξιλεώνει. Και το ιδανικό αυτό κυνήγησε ο Ψυχάρης σε όλη του τη ζωή με όλες του τις δυνάμεις και ίσα-ίσα επειδή είχε μπροστά του ένα ιδανικό, δεν έκαμε καμιά υποχώρηση, κανένα συμβιβασμό».

«Τι να γράψω γιά τον «μεγάλο αυτόν ελέφαντα» της ελληνικής γης; – γράφει ο Καζαντζάκης – όλα τα ‘χουν πεί, άνοιξε το δρόμο, μπήκαμε. Είχε βέβαια τα κουσούρια του, κι ως συγγραφέας κι ως άνθρωπος, μα τι σημασία έχουν όλα αυτά; Ανοιξε το δρόμο, σας λέω, μπήκαμε, όσο θα υπάρχουν ελληνικά γράμματα, αυτός θα ζεί και θα βασιλεύει. Εμείς είμαστε τα παιδιά, τ’ άγγόνια του, θα πεθάνουμε, μα ο Παππούς, η ρίζα, είναι αθάνατη» (Antibes 16-11-54).

«… O πόλεμος κατά του Ψυχάρη – γράφει ο καθηγητής Ν.Π. Ανδριώτης – και των οπαδών του βάσταξε διπλά χρόνια απ’ όσα ο Τρωικός, και η οξύτητα του κορυφώθηκε σε βαθμό άλλοφροσύνης στα Ευαγγελικά του 1901 και στα Ορεστειακά του 1903. Αλλά από τον πόλεμο αυτόν το γόητρο της καθαρεύουσας βγαίνει τραυματισμένο, και οι φίλοι της δημοτικής γίνονται περισσότεροι και θερμότεροι…

«Οι εχθροί όμως της δημοτικής και του Ψυχάρη, όταν είδαν οτι το ρεύμα προς τη δημοτική ήταν ασταμάτητο, έπλασαν ένα θρύλο γιά τις γλωσσικές ιδέες του, ώστε να μπορούν να τον διαβάλουν πιό εύκολα στην κρίση του λαού. Αλλοι από επιπολαιότητα και άλλοι από κακοπιστία συντέλεσαν ώστε να γίνει πεποίθηση, το οτι ο Ψυχάρης επρότεινε γλώσσα δικής του κατασκευής, γλώσσα αυθαίρετη, ψυχαρική, άσχετη με την πραγματική γλώσσα του λαού. Ο Ψυχάρης ήδη στον πρόλογο του Τ α ξ ι δ ι ο ύ είχε τονίσει: «Δική μου γλώσσα δεν έχω και δεν έφτιασα γλώσσα, γιατί πλάστης δεν είμαι. Γράφω την κοινή γλώσσα του λαού. Οταν η δημοτική μας γλώσσα δεν έχει πια λέξη πού μας χρειάζεται, παίρνω τη λέξη από την αρχαία και προσπαθώ όσο είναι δυνατό, να την ταιριάσω με τη γραμματική του λαού. Ετσι κάμανε όλα τα έθνη του κόσμου, έτσι να κάνουμε κι εμείς». Στην κατηγορία οτι ζητεί να επιβάλει στο έθνος δική του γλώσσα απαντά αποστομωτικά: «Το έθνος λέει: ψ ω μ ί, ν ε ρ ό, κ ρ α σ ί, κ ε φ ά λ ι, χ έ ρ ι α, π ο δ ά ρ ι α… κι αυτά γράφουμε, λοιπόν το έθνος μας επιβάλει τη γλώσσα του. Η καθαρεύουσα γράφει: ά ρ τ ο ς, ύ δ ω ρ, ο ί ν ο ς, κ ε φ α λ ή, χ ε ί ρ, πο ύ ς. Λοιπόν αυτή επιβάλλει γλώσσα και στο έθνος και σε μας».

Το έργο του Ψυχάρη είναι τεράστιο. Εγραψε σε τρεις γλώσσες γαλλικά, γερμανικά και ελληνικά πλήθος μελέτες, δοκίμια, επιστημονικές πραγματείες και προπάντων φιλολογικές και γλωσσολογικές μελέτες. Με την καθαρή ποίηση δέν ασχολήθηκε ποτέ. Εγραψε όμως στον πεζό λόγο και κυρίως ελληνικά πολλά μυθιστορήματα, που σήμερα δεν διαβάζονται εύκολα, εκτός από «Τό Ταξίδι μου» και «Τ’ όνειρο του Γιαννίρη».

Σχετικά με το πεζογραφικό έργο του Ψυχάρη ας δώσουμε το λόγο στον καθηγητή Λίνο Πολίτη: «Το πρώτο έργο με το οποίο παρουσιάστηκε ο Ψυχάρης, το κλασικό του «Ταξίδι» (1888) είναι ένα λογοτέχνημα. Λογοτέχνημα κάπως περίεργο, είναι αλήθεια. Ταξιδιωτικές εντυπώσεις σ’ ένα ανώτερο επίπεδο, όμως βιβλίο μ’ένα σημαντικό μήνυμα, που το προσφέρει με τρόπο λογοτεχνικό. Γράφει: «Το βιβλίο μου άλλο δεν είναι παρά φαντασία και ποίηση». Και τα δυό αυτά προσόντα τα είχε αναμφισβήτητα ό Ψυχάρης. Αυτά είναι που δίνουν στο βιβλίο το ιδιαίτερο βάρος, κι αυτά είναι που κάνουν και σήμερα το «Ταξίδι» (ιδιαίτερα τα λογοτεχνικότερα κεφάλαια του) να διαβάζεται σάν μυθιστόρημα». Καί συνεχίζει:
«Το σπουδαιότερο βιβλίο του Ψυχάρη μετά «Το Ταξίδι» είναι «Τ’όνειρο του Γιαννίρη» (1897)… Βέβαια, δύσκολο σήμερα να το πούμε, όπως το είπε ο Παλαμάς «το μυθιστόρημα της ελληνικής ψυχής», δεν μποροϋμε όμως και ν’ αμφισβητήσουμε πως μέσα του υπάρχει πολλή ελληνική ψυχή (…). Στ’ «Ονειρο του Γιαννίρη» ο Ψυχάρης έχει διαμορφώσει ένα προσωπικό ύφος που θεμελιώνεται βαθύτερα: είναι ένας πεζός λόγος ποιητικός, γεμάτος λυρισμό, ένας ρυθμικός πεζός λόγος συνειδητά επεξεργασμένος και οργανωμένος με μεγάλη προσοχή και συνέπεια. Το επόμενο μεγάλο έργο του (αφήνω κατά μέρος τα μικρότερα του πεζά και διηγήματα), η «Ζωή κι αγάπη στη μοναξιά» (1904) , δεν μπορούμε να πούμε πως δείχνει πρόοδο (…). Τα κατοπινά μυθιστορήματα εξακολουθούν κι αυτά τον ίδιο δρόμο: «Η άρρωστη δούλα» (1907), «Τα δυό Αδέρφια» (1911), «Αγνή» (1913), «Τα δυο τριαντάφυλλα του Χάρου» (1921) (…)· Στα διηγήματα του, αλλά προπαντός στα μικρά του εκείνα πεζά, τα «Τραγούδια χωρίς στίχους», διαμορφώνεται σιγά-σιγά ένας όλο και τελειότερος ρυθμικός πεζός λόγος με ύφος και με αρετές ποιητικές, που είναι η μεγάλη δύναμη του Ψυχάρη (…)· Ας είναι μικρά δίπλα στα μεγάλα του τα ρομάντσα, η δύναμη η πεζογραφική του Ψυχάρη, το έξοχο ύφος του και η μεγάλη του προσφορά στη λογοτεχνία μας βρίσκεται σ’ αυτά τα πεζά, στην ποιητική του πεζογραφία και στο ρυθμικό λόγο, που της δίνει τη γοητεία του».

O Ψυχάρης, o νεώτερος τούτος Δάσκαλος του Γένους, το πόσο φλογερός πατριώτης ήτανε, αρκεί ένα κείμενο του μόνο γιά να δείξει – σαν σε καθρέφτη – πόσο τέτοιος ήταν. Στο περίφημο κήρυγμα του «Γλώσσα και Λαός» γράφει: «Η Ελλάδα είναι τόντις Εθνος που δε μοιάζει με τ’ άλλα. Εκείνο που την βαστά, εκείνο που δεν την αφήνει να πεθάνει, εκείνο που την ανάστησε στο Εικοσιένα είναι η δόξα της η παλιά. Είναι μ’ άλλα λόγια η ποίηση της, η πρόζα της, είναι η φιλολογία της. Και είναι τόντις το μόνο παράδειγμα, όσο ξέρω, ενός Εθνους που αθανασία υλική, αθανασία πολιτική του χάρισε η ποίηση. Τέτοια όμως αθανασία έχει συνέπειες ιδιαίτερες. Η Ελλάδα έχει χρέη και προς τον εαυτό της και προς τους άλλους. Πρέπει να βγάλει φιλολογία και του λόγου της αντάξια της αρχαίας, ειδεμή σε βάρος της θα πέσει να μιλά όλο κι όλο γιά τους προγόνους της, γιατί τότε συγκρίνουνε οι άλλοι και λένε: «Φαίνεται η μόνη της αξία είναι κάτω στους Ελήσιους τους κάμπους». Θα ήταν άδικο να της γίνει φήμη τόσο βαριά. Κατέβηκα πολλές φορές στ’ άγια τα χώματα της. Μίλησα με το λαό μας κι απόρησα πάντοτε με την εξυπνάδα του. Είναι μάλιστα μπορώ να πω έξυπνος με το πάρα πάνω. Σ’ άλλα μέρη στην Ευρώπη, βλέπεις άξαφνα χωρικούς που σκάβουνε, βολοσηκώνουνε και τίποτα έξω από τη δουλειά τους δέν συλλογιούνται. Κι έτσι το σωστό, γιατί έτσι θα προδέψει και η γεωργία. Ο δικός μας χωρικός ακόμα κι εκεί που βολοσηκώνει, μέσα του λέει, πως τι δε θα κέρδιζε το Εθνος αν ήτανε του λόγου του Πρωθυπουργός. Αφού το θαρρεί μπορεί μιά μέρα και να το δείξει. Βέβαιος είμαι, η ακλόνητη πεποίθηση μου είναι, πως ένας τέτοιος λαός θάματα θα καταφέρει. Το προσμένει κιόλας η Ευρώπη από μας. Από την ποίηση μας έμαθε να μας τιμά, χωρίς ποίηση θα μας αψηφήση. Πώς θέλετε όμως να πούμε την ψυχή μας, άν δέν την πούμε στη γλώσσα μας; Και τη γλώσσα μας ο καλαμαράς μας τη σήκωσε μην τύχει και ξαναχτίσουμε δικό μας Παρθενώνα… Η καρδιά μας άμα θέλει να ξεχυθεί, να φανερώσει τον πατριωτισμό της, πώς θα πει άραγες; «Η Ελλάς μας» η μήπως θα φωνάξει πολύ σωστότερα, «Η Ελλάδα μας»;

Τέλος, ας δώσουμε το λόγο στον Παλαμά, που το 1903 σε ερώτημα του φιλολογικού περιοδικού «Νουμάς», γιά το τελευταίο βιβλίο του Ψυχάρη – πιθανώς πρόκειται γιά «Τ’όνειρο του Γιαννίρη» – έγραψε τα παρακάτω: «… Γι’ αυτό και κείνο που φιλοδοξώ ανάμεσα στ’ άλλα μου τα ονείρατα είναι και μιά μακρόσυρτη και μιά πολυσέλιδη μελέτη γιά το έργο του Ψυχάρη, (δυστυχώς το όνειρο δεν πραγματοποιήθηκε), μιά μελέτη που μέσα σ’ αυτή να εκθέσω και να ζωγραφίσω και να εμπιστεύομαι ,την ιδέα μου, σέ όλα της τ’ αλλάγματα και τα ξετυλίγματα – μιά μελέτη που να είναι μαζί σαν εργασία μαθηματική και σαν λυρική εξομολόγηση.
«Μέσα εκεί λογαριάζω να δείξω γιατί ο Ψυχάρης μου φαίνεται ο μεγαλύτερος πεζογράφος που ως τώρ’ αποχτήσαμε, καθώς μου φαίνεται ο Σολωμός είναι ο μεγαλύτερος ποιητής (…). Μέσα εκεί λογαριάζω να δείξω πως ο πεζογράφος μέσα στον κύκλο της δημιουργικής φαντασίας, σημαίνει πάντα ποιητής. Πως γιά το νου που βλέπει κατιτί και το εκφράζει γκαρδιακά και ώραία σε όποια μορφή, δεν υπάρχει, χωρίς ρίμα και χωρίς μέτρο κανονικό. Πως κάθε φορά που προσπαθείς να πλάσεις κατιτί, ω λογογράφε, ο λόγος σου, θέλεις δε θέλεις, γίνεται στίχος (…). Εμένα δεν με πείθει τόσο η επιστήμη του – γιατί δεν είμαι και ο αρμόδιος νά τα ξεδιαλύνω τα γλωσσικά και τα επιστημονικά – όσο με συναρπάζ’ η τέχνη του. Η, γιά να τα ειπούμε πιό στρογγυλά, στο έργο του Ψυχάρη δεν γνωρίζεις που αρχίζει και που τελειώνει η Επιστήμη και που η φαντασία. Ολα είναι σφιχτοδεμένα κι ανακατωμένα αρμονικά. Και η αρμονία αυτή δεν βρίσκεται παρά στους κορυφαίους του Λόγου.
«Oτι τώρα θα ήθελα να σημειώσω γιά τον αγαπητό «Νουμά» είναι όχι πλέον η καλλιτεχνική η επιστημονική, μα η κοινωνική σημασία του έργου του Ψυχάρη. Αυτό ήθελα να ξεχωρίσω εδώ. Σε κάποιο δράμα του Χάουπτμαν έτσι μιλεί κάποιος: «Ο Ιψεν και ο Ζολά φάρμακα μου δίνουν. Μα εγώ δεν είμαι άρρωστος, δέν θέλω καθαρκτικά. Θέλω η Ποίηση να μου προσφέρει δροσιστικά».
«Τη δροσιά αυτή μας την προσφέρουν ευεργετικά τα βιβλία του Ψυχάρη, και στα πιό σκληρά και στα πιό πικρά τους φύλλα. Το έργο του Ψυχάρη ξεφεύγει από τα σύγνεφα του αγνού καλλιτεχνικού λόγου. Δεν είναι μήτε ο ονειροπλέχτης ιδεαλιστής, μήτε ο πραγματιστής ζωγράφος της ζωής. Απόστολος είναι μιάς ιδέας, και καθώς εκείνη θέλει τη συνείδηση, να μας φυτέψει μέσα μας, με τραγούδια και με χτυπήματα, με την Ποιητική και την Πολεμική, και καθώς δεν είναι αποσυρμένος σε πύργο χρυσελεφάντινο, μήτε ανεβασμένος σε templa serena, (ήρεμους ναούς), μα δουλεύει γιά όλους, και όλους συνερίζεται, και δεν διστάζει και δεν δειλιάζει, όταν η ανάγκη το καλεί γιά ένα ηρωϊκό καθάρισμα, και την κόπρο του Αυγεία, με τα χέρια του να τραβήξει, συμβολίζει ανάμεσα μας τη δύναμη και την ενέργεια, και την εργασία του αισιόδοξου νου, που θέλει κάπου να πάει, και που αγωνίζεται με τα όλα του να φέρει κάπου, σ’ ένα λιμάνι σωτηρίας, ένα λαό ολόκληρο.
«Είναι αυτός που σφράγισε τον πρόλογο του τελευταία τυπωμένου βιβλίου του, μέ κάποιο «Ασμάτων Ασμα» προς την εθνική ψυχή, χαράς τραγούδι και θριάμβου»:
«Εσένα – γράφει o Ψυχάρης – κανείς να μη σ’ αγγίξει. Βαστούμε ρόπαλο στο χέρι, πολύ γερό. Το ρόπαλό μας είναι η αλήθεια. Ενας-ένας, όποιος προβάλλει να σε χτυπήσει, ένας-ένας θα τσακιστεί, θα πέσει…
«Εσύ αιώνες ζεις, πολεμάς κι αναστενάζεις. Εσένα τα όνειρά σου, εσένα κ’ οι πόθοι σου, κ’ οι μεγάλες σου οι λαχτάρες, εσένα κ’ οι θυμοί σου πάντα βλέπουμε την ιδέα, κ’ η ορμή πάντα θα πεταχτεί στα πιό ψηλά, στα πιό μεγάλα και στα πιό ωραία… Τα μάτια σου τά μαύρα, γιομάτα ελπίδα, γιομάτα θλίψη που με σφάζει, μέρα δεν είναι που να μην τα θωρώ, και να μην τα θαυμάζω, και να μην τα πονώ, τα μάτια σου τα μεγάλα… Παντου σε ξανοίγω, παντού σε προσκυνώ, παντού σε λατρεύω, αθάνατη μου εσύ ψυχή της Ρωμιοσύνης».

O Ψυχάρης πέθανε στο Παρίσι το 1929. Το 1932 η σορός του μετακομίστηκε στην Ελλάδα, και ενταφιάστηκε στη Χίο, σε τάφο που είχε προετοιμάσει ο ίδιος. Την τελευταία φορά που είχε επισκεφτεί τη Χίο, είχε διαλέξει μόνος του το μέρος, όπου ήθελε να ταφεί, μιά τοποθεσία ανοιχτή προς το πέλαγος και την Μικρά Ασία. Ακόμα είχε παραγγείλει στο γλύπτη Δημητριάδη ένα λιτό μαζί και επιβλητικό από άσπρο μάρμαρο μνήμα του. Ο ίδιος είχε συνθέσει και τις επιγραφές που θα χαράσσονταν στις πλευρές του. Αναφέρουν την αγάπη του γιά την Ελλάδα, τους γλωσσικούς του αγώνες, και φανερώνουν την εμμονή του στη Μεγάλη Ιδέα.

Μυθιστορήματα
Το ταξίδι μου (1888)
Η Zούλια (1891)
Το όνειρο του Γιαννίρη (1897)
Ζωή και αγάπη στη μοναξιά (1904)
Αρρωστη δούλα (1907)
Τα δύο αδέρφια (1911)
Αγνή (1913)
Τα δύο τριαντάφυλλα του χάρου (1914)

Διηγήματα, μελέτες
Ρόδα και μήλα – (5τομο με κείμενα, μελέτες) (1902)
Στον ίσκιο του πλατάνου (1911)
Κωστής Παλαμάς (κριτικό) (1927)
Ρωμαίϊκη γραμματική – (3τομο) (1929)
Για το ρωμαίικο θέατρο (Γουανάκο – Κυρούλη)

Στα Γαλλικά
Δοκίμια Νεοελληνικής Ιστορικής γραμματικής (1885)
Παρατηρήσεις για τη φωνητική των ιδιωμάτων (1888)
Ζήλια (1892)
Γαμήλιο δώρο (1893)
Αδελφή Ανσελμίνα (1919)
Το έγκλημα της Λαζαρίνας (1926)
Εργασίες στην Ελληνική γλωσσολογία, φιλολογία και λογοτεχνία (1930)

Στα Ιταλικά
Λουλουδάδικο για τη Φραντσέσκα

Πηγές: ΕΚΕΒΙ, Θ.Ροδάνθης