Ρέα Βιτάλη

Ελληνες λογοτέχνες

Η Ρέα Βιτάλη σπούδασε Ιστορία της Τέχνης.
Αφοσιώθηκε στο χρονογράφημα από το 1988 μέχρι σήμερα. Στους 4τροχούς ως η μοναδική γυναίκα, στον Ταχυδρόμο, στις Εικόνες.
Ιδρυτικό μέλος στο Ιντερνετικό protagon.gr.
Καμάρωσε σε βιβλιοπωλεία τα βιβλία της «Κάποτε θα γράψω ένα βιβλίο» και τη μοναδική βιογραφία του Κώστα Τσόκλη «Δεν πέθανα εγκαίρως».
Οπως λέει η ίδια:
«Γεννήθηκα το 1961. Είναι και μπόλικα τα χρόνια. Τι να πρωτοσημειώ­σεις; Είχε σταθμούς, αφίξεις, αναχωρήσεις… Οι τελευταίες πονάνε. Είχε σημαντικούς, αγαπημένους, ακριβούς. Είχε έρωτες βαρβάτους και ανεμοέρωτες. Είχε τον έναν. Παιδιά, εγγόνια. Είχε λόγια, μάτια, βλέμματα. Σχεδόν βλεμματοδοτούμενη. Επαγγελματικά είχε πολλά, πολλά χρονογραφήματα. Γεννήθηκα, βλέπεις, με το κουσούρι της παρατηρητικότητας και της καταγραφής. Χρονογραφήματα στους 4 Τροχούς, στις Εικόνες, στον Ταχυδρόμο, στο Protagon.gr ως ιδρυτικό μέλος. Είχε σπουδή στην Ιστορία της Τέχνης. Είχε το πρώτο μου βιβλίο, Κάποτε θα γράψω ένα βιβλίο. Tο δεύτερό μου βιβλίο, Δεν πέθανα εγκαίρως, που εγκαινίασε τη συνεργασία μου με τις εκδόσεις Διοπτρα. Έχει το τρίτο μου βιβλίο, αυτό που κρατάτε στα χέρια σας, Το παλτό μου, μαμά. Τι να λέμε; Πλήρης ζωής. Πλήρης; Αστειεύομαι. Χωράω ζωή ακόμα.»

Κάποτε θα γράψω ένα βιβλίο

Καθόμουν στο πίσω κάθισμα. Πίσω του ακριβώς… Ρίξε μια ματιά ξανά στο εξώφυλλο να καταλάβεις. Έτσι ακριβώς. Κατά διαστήματα τρύπωνα και στην αγκαλιά της μάνας μου στο μπροστά κάθισμα. Πού να το φανταστεί σύγχρονος! Κατά λάθος ζει η γενιά μου. Ωστόσο από κείνη τη θέση του αυτοκινήτου είδα – και τι δεν είδα. Άντρες με φαβορίτες αλά Κόκοτας και καμπάνες παντελόνια να πειράζουν γυναίκες με μίνι και παπούτσια-πολυκατοικίες. Είδα ανθρώπους να σπρώχνονται σε βιτρίνες έξω από καταστήματα που πουλούσαν τηλεοράσεις για να χαζέψουν το «θαύμα» και τη Νάκη Αγάθου να τους χαμογελάει. Είδα το μπουκάλι της Coca Cola και το πείραμα με το δίφραγκο. Είδα κότσους να χτίζονται σε κομμωτήρια… Ώρες κάτω από κάσκες. Και μαλλιά να ελευθερώνονται χάρη στη μεγάλη ανακάλυψη: το “πιστολάκι”. Μας είδα να χορεύουμε σέικ, να αηδιάζουμε με τη γεύση του μουρουνόλαδου και την πέτσα στο γάλα. Να κρύβουμε δίσκους του Θεοδωράκη… Απαγορευμένοι. Και στη συνέχεια να κρύβουμε δίσκους του Πάριου… Κι αυτοί απαγορευμένοι κατά μία έννοια. Είδα, και τι δεν είδα! Τώρα που το καλοσκέφτομαι. Χούντα, Πολυτεχνείο, Κυπριακό, «ε-ε-έρχε-ται» με τρία ε μπροστά. Πήρα στο κατόπι τα χρόνια. Μεταξύ μας, μια πληγή δική μου ακολούθησα. Μου έλειψε! «Μεγάλος επιχειρηματίας». Ο μπαμπάς μου. Μια πληγή που πονούσε ακολούθησα και τη στόλισα μ’ ένα σωρό μεγάλα και μικρά για ν’ αντέξω να σας τη μεταφέρω. Πότε επιβάτις, πότε λαθρεπιβάτις. Στη ζωή του, στη ζωή της, στη ζωή μου… Μια διαδρομή παράλληλα μ’ έναν μεγάλο έρωτα, με την ιστορία του αυτοκινήτου στη χώρα μας και την ιστορία του εμπορίου. Νοστάλγησα; Ούτε κατά διάνοια. Νοσταλγία είναι το αταξίδευτο καράβι του ταξιδιώτη που δεν ξεκούνησε από το λιμάνι. Αξιώθηκα ταξίδια. Έμαθα να οδηγώ. Αλλά μου έλειψε από το τιμόνι. Περάστε στο πίσω κάθισμα… Άντε και στο μπροστά εν ανάγκη… Βόλτα στα χρόνια.

Αφηγήσεις, Ποταμός, 2013, 240 σελ.

Δεν πέθανα εγκαίρως

Τι σόι άνθρωπος… Να ’ξερες πόσες φορές το μονολόγησα.
Έτσι καθώς ακολουθούσα τη σκιά της ζωής του όλης. Τι σόι άνθρωπος… Να! Τότε που τον είδα να σημαδεύει με το μαχαίρι, ο ίδιος σου λέω, το χέρι του… Να κόβει το δάχτυλό του μπροστά στα μάτια της. Να της στραγγίζει το αίμα του όλο. Τι σόι άνθρωπος… Όταν έτρεχε με μια κούτα τσιγάρα στα χέρια, ανάμεσα από διασταυρούμενα πυρά πολέμου, για ένα “ψιτ, μικρέ”, που ακούστηκε από ένα παράθυρο που ανοιγόκλεισε σβέλτα. Όταν είδε το φίλο του να πεθαίνει μπροστά στα μάτια του. Όταν έλεγε “εγώ θα είμαι μια μεγαλοφυΐα!” κι ήτανε μια σταλιά. Όταν ταξίδευε για Ρώμη. Τότε που όλη η Ελλάδα μετανάστευε… Εννιακόσιες… Άκου νούμερο! Εννιακόσιες νύφες μιας και μόνης καραβιάς για Αυστραλία, για να συναντήσουν ένα γαμπρό που είχαν δει μόνο σε φωτογραφία… Κι αυτός… Μετανάστης. Πολιτιστικός μετανάστης, γι’ αυτό που εκείνος όριζε ως “ψωμί”. Στη Ρώμη του 1957 και στο Παρίσι του 1960. Δεν μπορείς να φανταστείς τι γινότανε στη Ρώμη του ’57 και στο Παρίσι του ’60! Τι σόι άνθρωπος… Όταν την είδε τόσο μα τόσο όμορφη, με τα μαλλιά της ανακατεμένα από έρωτα και ένα δευτερόλεπτο μετά… Άσ’ τα! Θα τα διαβάσεις. Τι σόι άνθρωπος… Σ’ εκείνη τη μικρή αυλή… Εκεί! Όπως τα είχε στοιβαγμένα, έριξε βενζίνη και έβαλε φωτιά! Τα έκαψε, σου λέω, όλα. Τι σόι άνθρωπος είναι αυτός που κατόρθωσε να λογαριαστεί με θηρία! Που δεχόταν επάνω του, καταπάνω του, κατάσαρκα, όλα τα ηλεκτρικά βολτ της παγκόσμιας τέχνης. Και καταγράφηκε στη λίστα των πιο σημαντικών προσωπικοτήτων του 20ού αιώνα. Και κείνος… Άκου! “Κινδύνευα να αυτοκαταστραφώ”, μου είπε. Τι σόι άνθρωπος… Εκεί στη Βενετία. Όταν μου μιλούσε για τότε… Την πιο μεγάλη του στιγμή. “Δεν πέθανα εγκαίρως, ο μαλάκας”. Το είπε και το πίστευε.

Μυθιστόρημα, Διόπτρα, 2015, 152 σελ.

Το παλτό μου, μαμά

Τον συμπόνεσα τον Βασίλη “μου”. Γεννήθηκε τη δεκαετία του ΄60. Στάθηκα μέσα του από τη γέννησή του. Είδα την απουσιοπαρουσία του πατέρα του να σκάβει έλλειψη και η έλλειψη να γραπώνεται από εξάρτηση. Κάποτε έγινε ναρκομανής. Τον είδα να πονάει, να αγωνιά, να αναζητά, να εκπλιπαρεί, να χαμηλώνει, να ψευτοψηλώνει, να πέφτει, να τσακίζεται, να εξευτελίζεται, να δικάζεται, να αντέχει και να μην αντέχει. Δεν άφησε συναίσθημα να μην το γευτεί.
Είδα ούτε ξέρω πόσες απόπειρες αυτοκτονίας του μέχρι εκείνη, τη σημαδιακή, που πέρασε στις εφημερίδες της εποχής. Χώθηκα μαζί του στο ασθενοφόρο, δίπλα στη μάνα του που κρατούσε στα χέρια της ένα πανάκριβο παλτό, με γούνα από κάστορα στον γιακά του. Ο Βασίλης-Βασιλάκης, ειδική περίπτωση. Όσο τσαλακωμένα τα μέσα του τόσο ατσαλάκωτος παρουσιαζόταν. Η επιτομή του στιλ. Τον μελέτησα γυμνό αλλά και με την πανοπλία του. Δεν είναι αθώα υπόθεση τα ρούχα των ανθρώπων.
Είδα και την εποχή του. Είδα την Αθήνα της αντιπαροχής, την Ερμού να παραδίδει τα σκήπτρα στο Κολωνάκι. Περπάτησα την πλατεία του, αγόρασα Lacoste, πέρασα και από του Μπίλι Μπο για να χαζέψω τη γοητεία του. Είδα και τη Μύκονο ως εναλλακτικό νησί, όπου το πλοίο παρέδιδε τον κόσμο σε λάντζα και οι λίγοι τουρίστες κοιμόντουσαν σε ταράτσες. Έζησα μαζί του την Αλλαγή, τον πράσινο ήλιο του ΠΑΣΟΚ, είδα και τον Κουτσόγιωργα να πεθαίνει. Αυριανισμό, αυτοκρατορία Κοσκωτά. Ξεφύλλισα το Κλικ. Έφτασα μέχρι τις χαρές! Πήραμε την Ολυμπιάδα!
Ο Βασίλης-Βασιλάκης άκουσε τα νέα στο κρατητήριο της Ασφάλειας. Αλλά κι εμείς, τώρα που το σκέφτομαι, μπήκαμε σε ένα “κελί”. Τζούφιας ευημερίας, ακοπίαστης. Εν δυνάμει “ναρκομανείς”. Εξαρτημένοι της κατανάλωσης. Δίπλα στον Βασίλη…

Μυθιστόρημα, Διόπτρα, 2019, 216 σελ.

Μυθιστορήματα
Δεν πέθανα εγκαίρως (2015), Διόπτρα
Το παλτό μου, μαμά (2019), Διόπτρα

Αφηγήματα
Κάποτε θα γράψω ένα βιβλίο (2013), Ποταμός

Πηγές: BIBLIONET, Ποταμός, Διόπτρα