Γιάννης Σκαρίμπας (1893-1984)


Ο Γιάννης Σκαρίμπας γεννήθηκε το 1893 στις 28 Σεπτεμβρίου, στην Αγία Ευθυμία Παρνασσίδος από τον Ευθύμιο Σκαρίμπα και την Ανδρομάχη Σκαρτσίλα. Το 1984 πεθαίνει σε ηλικία 91 χρόνων, στις 21 Ιανουαρίου, και κηδεύεται με δημοτική δαπάνη στην αγαπημένη του πόλη, τη Χαλκίδα, στο λόφο του Καράμπαμπα.

Χωρίς αμφιβολία ο Γιάννης Σκαρίμπας υπήρξε μια πολυδιάστατη φυσιογνωμία των Ελληνικών Γραμμάτων αφού ασχολήθηκε με όλα σχεδόν τα είδη του γραφτού λόγου (διήγημα, νουβέλα, ποίηση, μυθιστόρημα, ιστορικό δοκίμιο, θέατρο, Καραγκιόζη, σχολιογραφία κ.λ.π.)

Και σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του συνόλου των κριτικών και των μελετητών του στη χώρα μας, σφράγισε με την παρουσία του την ελληνική ηθογραφία, για να συνεχίσει αργότερα σε άλλους χώρους που δεν είχαν καμιά σχέση με τον παραδοσιακό τρόπο γραφής.

Προικισμένος με μια υπερτροφική φαντασία και σπάνια λογοτεχνική ενόραση είχε τη δυνατότητα να κινείται με άνεση στους χώρους που προαναφέραμε χρησιμοποιώντας το δικό του τρόπο γραφής που τον καθιέρωσε από την πρώτη του παρουσία στα Ελληνικά Γράμματα.

Η πρώτη του εμφάνιση πραγματοποιήθηκε στα 1929, περίοδο που η Λογοτεχνία μας περνούσε κρίση καθώς οι συγγραφείς εκείνου του καιρού (Καρκαβίτσας, Θεοτόκης, Χατζόπουλος κ.ά.) μέσα από το χώρο της ηθογραφίας, επαναλάμβαναν σχεδόν ο ένας τον άλλο, χωρίς να προσθέτουν τίποτα καινούριο, πράγμα που η κριτική είχε επισημάνει από την αρχή.

Τότε ο Σκαρίμπας με το διήγημα του «Καπετάν Σουρμελής ο Στουραϊτης» που παρέδωσε στην κρίση των μελών της Κριτικής Επιτροπής (μεγάλα ονόματα τότε στη Λογοτεχνία μας: Φώτης Κόντογλου, Λεων. Κουκούλας, Κωστής Μπαστιάς κ.ά.) του περιοδικού «Νεοελληνικά Γράμματα», απέσπασε ομόφωνα το πρώτο βραβείο του Διαγωνισμού για «το πρωτότυπο ύφος του, την εκρηκτική του γλώσσα και τις πλούσιες εικόνες του που μοιάζουν με λαϊκές ζωγραφιές».

Eτσι καθιερώθηκε από την πρώτη του κιόλας εμφάνιση σαν συγγραφέας με δικό του προσωπικό ύφος, το περίφημο «α-λα-Σκαρίμπα» ύφος, όπως το αποκάλεσε τότε ο Κόντογλου αλλά και άλλοι μετέπειτα μελετητές του.

Μα ο Σκαρίμπας πνεύμα ανήσυχο και δημιουργικό με φαντασία αχαλίνωτη θα προχωρήσει τρία (3) χρόνια αργότερα (1932) στην έκδοση ενός καινούριου βιβλίου του («το θείο τραγί») και στα 1935 ενός άλλου βιβλίου του (ο «Μαριάμπας») του ίδιου με το προηγούμενο style.

Και στα δυο αυτά βιβλία, όλα έρχονται τα πάνω – κάτω: Το γράψιμο γίνεται πιο άτσαλο, πιο αναρχικό. Το πραγματικό μπλέκεται με το φανταστικό, το κωμικό με το δραματικό. Και για πρώτη φορά το παράλογο θα κάμει την εμφάνισή του στη Λογοτεχνία μας. Αυτό θα φανεί πιο έντονα και στο πρώτο θεατρικό έργο του Σκαρίμπα τον «ήχο του κώδωνος» που παίχτηκε στη Χαλκίδα στα 1942 και πριν ακόμα ο Ιονέσκο -που θεωρείται ο πατέρας του παράλογου θεάτρου- παρουσιάσει (στα1948) το έργο του «Η φαλακρή τραγουδίστρια».

Συνεχίζουμε εδώ την απαρίθμηση και άλλων έργων του Σκαρίμπα: Το Βατερλό δυο γελοίων, η Μαθητευόμενη των τακουνιών, σπαζοκεφαλιές στον ουρανό, τυφλοβδομάδα στη Χαλκίδα, όλα γραμμένα στο ίδιο παράλογο ύφος που προαναφέραμε, με την παρουσία ενός νέου κεντρικού προσώπου στα έργα αυτά του Οικτιήρωα, στη θέση του κλασικού ήρωα.

Εδώ πλέον οι άνθρωποι που περιγράφονται είναι όλοι αντικοινωνικοί, ζουν μακριά από την κοινωνία και την οικογένεια, άνθρωποι περιθωριακοί θα λέγαμε που στη συμπεριφορά και στη δράση τους καθρεφτίζεται η άσχημη πλευρά της ζωής.

Ο Σκαρίμπας παράλληλα με τον πεζό λόγο ασχολήθηκε και με την ποίηση που παρά τις ακροβασίες που έκανε στο στίχο και στη φόρμα της διατήρησε τη μουσικότητά της. Δεν ήταν κοινωνική ή πολιτική η μορφή της Σκαριμπικής ποίησης. Ήταν απλώς τραγούδι. Ελεγειακό ή ερωτικό είχε αυτό το περίφημο «α-λα-Σκαρίμπα» ύφος. Πολλά από τα ποιήματα του Σκαρίμπα μελοποιήθηκαν από αξιόλογους συνθέτες (Γ. Σπανός, Σαρ. Κασάρας, Χρ. Λεοντής, Ασημος κ.ά.) και κυκλοφόρησαν σε δίσκους.

Ιδιαίτερο πάθος και αγάπη έτρεφε ο Σκαρίμπας για τον Καραγκιόζη που τον θεωρούσε το γνησιότερο είδος λαϊκού θεάτρου αφού μέσα απ’ αυτόν εκφράζονταν τα όνειρα κι οι καημοί του λαού κι ακόμα γιατί οι ρίζες του βυζαίνουν στην αρχαία μας παράδοση. Έγραφε σχετικά με το θέμα αυτό σε κάποιο βιβλίο του: «Τούτος ο ξυπόλυτος έρχεται ντρίτα από τα μυστήρια: τα ορφικά, τα ελευσίνια, τα διονύσια, όπως ο άνθρωπος έρχεται ντρίτα από τη μόδα. Ντεμοντέ είναι μόνον οι νεκροί, ενώ και η καρδιά του Έθνους δεν χτυπάει στα νάιτ-κλαμπ ούτε στα σαλονειακά κουκουβαγεία της Αθήνας».

Eπαιζε κι ο ίδιος Καραγκιόζη στο ταρατσάκι του σπιτιού του στον Καράμπαμπα, επιτρέποντας την είσοδο μόνον στις λαϊκές γυναίκες της γειτονιάς με εξαίρεση της έγκυες, γιατί όπως έλεγε «υπήρχε ο κίνδυνος να αποβάλλουν από τα πολλά γέλια». Για τους πιτσιρικάδες το εισιτήριο ήταν ενάμισι! αυγό…

Είχε κατασκευάσει και δικής τους έμπνευσης φιγούρες, τον «Κόντε Ρεπανάκια» και «Διαμάντω» που ξεχώριζαν για το ιδιόρρυθμο style της κατασκευής τους.

Αργότερα και στις αρχές της δεκαετίας του 60, όταν τα ρεύματα της μοντέρνας ζωγραφικής (εξπρεσιονισμός κ.ά.) έκαναν δυναμικά την παρουσία τους στη χώρα μας, ο Σκαρίμπας επηρεασμένος ίσως από τη στενή φιλία του με το Φώτη Κόντογλου αλλά και από την ίδια του την έφεση για τα εικαστικά, θα κατασκευάσει από τα πιο ευτελή και άχρηστα υλικά τις περίφημες φιγούρες του Καραγκιόζη, σπουδές πιο πολύ στην εικαστική πρωτοπορία εκείνου του καιρού, παρά εργαλείο για την τελετή παράστασης Καραγκιόζη επάνω στο πανί.

Ο Σκαρίμπας έγραψε και θεατρικά έργα με κορυφαίο τον «Ήχο του κώδωνος» και άλλα στο ίδιο ύφος του παράλογου όπως: το «Σεβαλιέ Σερβάν της κυρίας», την «Κυρία του τραίνου», τον «πάτερ Συνέσιο», τα «Καγκουρώ», το «σημείο του σταυρού» κ.ά.

Σημαντική ήταν η προσφορά του Σκαρίμπα και στην ιστορία που όπως πίστευε δεν έδιδε την πραγματική εικόνα του εθνικού μας βίου κομμένη και ραμμένη όπως ήταν στα μέτρα των εκάστοτε κατεστημένων από τους εκπροσώπους τους, Παπαρηγόπουλο, Κόκκινο, Μαρκεζίνη, «σφουγκοκωλάριους» και «σπαζομεσίτες» όπως τους αποκαλούσε.

Eτσι ύστερα από πολύχρονες προσπάθειες και θυσίες κατόρθωσε να συγκεντρώσει πολύτιμα στοιχεία και να γράψει το πολυσυζητημένο τρίτομο έργο του, το «Εικοσιένα και η αλήθεια» που προκάλεσε αληθινό σάλο η έκδοσή του καθώς μέσα από τις σελίδες του ο Σκαρίμπας απομυθοποιεί πρόσωπα και γεγονότα δίνοντας τις αληθινές διαστάσεις στην εποποιία του 21.

Δε γράφει βέβαια ιστορία -με τη σωστή έννοια του όρου- στο τρίτομο αυτό έργο του ο Σκαρίμπας. Ανοιξε όμως διαδρόμους μέσα από τους οποίους οι ιστορικοί του μέλλοντος θα πορευτούν για ν’ ανακαλύψουν την κρυμμένη στα βαθιά σκοτάδια και τη σκόνη των Κρατικών Αρχείων την αληθινή ιστορία του τόπου μας, που ως τότε ήταν τροφή των ποντικών, της υγρασίας των υπογείων.

Στις αγαπημένες ενασχολήσεις του Σκαρίμπα εντάσσεται κι η Σχολιογραφία. Με το οξύ, ευθύβολο, σαρκαστικό και μαχητικό του πνεύμα θα βάλει προς κάθε ύποπτη κατεύθυνση όπου δειλοί και «κατεστημένοι» της πολιτικής και του πνεύματος, εθνικοί μειοδότες και προσκυνημένοι της εξουσίας και των ξένων «προστατών» μας θα δέχονται συνεχώς τα πυρά του και ο βρώμικος ρόλος τους θα αποκαλύπτεται συνεχώς.

Σε μερικές ωστόσο περιπτώσεις το πάντα ανήσυχο, μαχητικό και ετοιμοπόλεμο πνεύμα του θα μεταλλάζει σε καλοκάγαθη σάτυρα φωτίζοντας μερικές πλευρές της καθημερινής ζωής.

Σπουδαία ήταν η συμμετοχή του Σκαρίμπα και στην αντιπολεμική Λογοτεχνία.
Με τα περίφημα βιβλία του «Περίπολος Ζ» και «φυγή προς τα εμπρός» (προσωπικές του εμπειρίες από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο) γραμμένα στο γνωστό παράλογο ύφος του εντάσσονται στο πλευρό και των άλλων κορυφαίων της χώρας μας:

Του Στρατή Μυριβήλη με τη «Ζωή εν τάφω»
Του Ηλία Βενέζη με το «Νούμερο»
Του Στρατή Δούκα με την «Ιστορία ενός αιχμαλώτου»
Του Ζήση Σκάρου με τις «Κλούβες»

Αμείλικτο κατηγορώ εναντίον του πολέμου και ύμνο-θούριο στην ειρήνη θεωρούν οι ειδικοί τα δύο αντιπολεμικά βιβλία του Σκαρίμπα που παραπάνω αναφέραμε.

Ο Σκαρίμπας έχει απασχολήσει και αρκετά συχνά απασχολεί τα Μ.Μ.Ε. της χώρας μας και πολλών ξένων χωρών (Β.Β.C του Λονδίνου, Ντόιτσε Βέλε, Μόσχα, Σουηδία κ.ά.). Ενώ μια σειρά εκδοτικοί οίκοι στη χώρα μας (Ζαχαρόπουλος, Σύγχρονη Εποχή, Κάκτος, Νεφέλη κ.ά.) συχνά εκδίδουν τα έργα του, ενδεικτικό του ενδιαφέροντος ενός μεγάλου αναγνωστικού κοινού.

Ο μπαρμπα-Γιάννης πολιτογραφήθηκε μέσα μας σαν μια συνείδηση, τόσο εθνική όσο και λαϊκή. Ήταν ένας απέραντος ποταμός σοφίας -λαϊκής σοφίας-, γνώσης, σπουδής, πάθους για τη γυμνή αλήθεια και αγωνιστικότητα.

Είτε θυμόσοφος, είτε οργισμένος, είτε είρωνας σαρκαστής ο Γιάννης Σκαρίμπας ήταν η φωνή του καθένας μας. Του άγνωστου Έλληνα που δεν είχε ποτέ φωνή, που δεν έμαθε παρά όσα του δίδαξαν και κάποτε το κατάλαβε και εξεγέρθηκε μετρώντας μια-μια τις τύψεις της κυρίαρχης τάξης, της κυρίαρχης ιδεολογίας, της κυρίαρχης «ιστορίας», της κυρίαρχης αρλουλοπολογίας, που ποτέ τους δεν μπόρεσαν να τον κοιτάξουν κατάματα και να τον αντιμετωπίσουν «στα ίσια».

Στοχαστής μοναδικός και φύση ανήσυχη δεν μπόρεσε ποτέ του να βολευτεί με τη συμβατικότητα. Έμεινε απροσκύνητος, μέχρι τα στερνά του και πάντα οπλισμένος με το δραστικό λόγο του που δεν «χάριζε κάστανα» χωρίς ποτέ του να θεωρεί ότι είναι σπουδαίος.
Επιμέλεια: Νίκος Χατζηγιάννης

Μαριάμπας
Το πρώτο μυθιστόρημα του Γιάννη Σκαρίμπα, ο “Μαριάμπας”, γράφτηκε και εκδόθηκε σε μια εποχή εξαιρετικά κρίσιμη για τη νεοελληνική λογοτεχνία. Τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία εγκαταλείπεται βαθμηδόν ο παραδοσιακός τρόπος γραφής και νέες τάσεις, εν μέρει φερμένες από την Ευρώπη, εν μέρει γεννημένες από μια ντόπια ανάγκη για ανανέωση, έρχονται να επικρατήσουν και να δημιουργήσουν ένα νέο ύφος.
Από την άποψη αυτή ο “Μαριάμπας” βρίσκεται στην εμπροσθοφυλακή της πρωτοπορίας αφού με την ιδιαίτερη γραφή του εγκαινιάζει το ελληνικό Αντιμυθιστόρημα. Η πολύπλοκη αφηγηματική του τεχνική, η τελείως προσωπική του γλώσσα, η συνεχής υπονόμευση της χρονικής αλληλουχίας, η μίξη των αφηγηματικών επιπέδων, η σάτιρα, η ειρωνεία, ο πρωτοφανέρωτος στην ελληνική λογοτεχνία ήρωάς του -από τους πρώτους αντιήρωες της ελληνικής πεζογραφίας- είναι μερικά από τα πιο σημαντικά συστατικά του μυθιστορήματος· όταν πρωτοκυκλοφόρησε, το 1935 έκανε μεγάλη εντύπωση και προκάλεσε μεγάλους επαίνους αλλά και οργισμένες αντιδράσεις, πάντα όμως με κάποια δόση αμηχανίας μπροστά στο τελείως ιδιότυπο ύφος του.
Σήμερα, πενήντα περίπου χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, ο “Μαριάμπας” εξακολουθεί να αποτελεί ένα πρωτοποριακό μυθιστόρημα, είτε σε συνδυασμό είτε ανεξάρτητα από τα ιστορικά συμφραζόμενα της γεννήσής του.

Το σόλο του Φίγκαρω
“Το σόλο του Φίγκαρω” είναι, ενδεχομένως, το πιο πρωτοποριακό και τολμηρό μυθιστόρημα της Γενιάς του Τριάντα και της εποχής του συγγραφέα. Παράλληλα, αποτελεί το πιο σημαντικό έργο της πεζογραφικής παραγωγής του Σκαρίμπα, διότι σ’ αυτό απαντούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του προσωπικού του ύφους, στην πιο δραστική τους εκδοχή.
Το μυθιστόρημα εκδόθηκε προς το τέλος μιας πολύ γόνιμης δεκαετίας, το 1939, οπότε η ανανέωση του ποιητικού πεζού λόγου έχει σχεδόν συντελεστεί: η Γενιά του Τριάντα έχει κάνει την εμφάνισή της με μερικά από τα δραστικότερα έργα της, και ο εσωτερικός μονόλογος και ο υπερρεαλισμός έχουν δώσει σημαντικά δείγματα γραφής.
Η κριτική αντιμετώπισε το μυθιστόρημα του Σκαρίμπα -με ελάχιστες εξαιρέσεις- αρνητικά, αδυνατώντας να αποφανθεί αν το έργο είναι όντως μυθιστόρημα, και αν ο συγγραφέας σατιρίζει τον υπερρεαλισμό ή γράφει υπερρεαλιστικό μυθιστόρημα. Υπεύθυνη γι αυτή τη σύγχυση είναι η υπονομευτική στάση του έργου και η επιθετική στάση του συγγραφέα: με κυρίαρχο όπλο τη σάτιρα, ο Σκαρίμπας παρωδεί τον υπερρεαλισμό και, παράλληλα, στρέφεται εναντίον του παραδοσιακού μυθιστορήματος, φτάνοντας σε μια ακραία γραφή· με τη σύνθετη αφηγηματική του τεχνική και τον αναρχικό του λόγο, με τη στρυφνή του σύνταξη και την κατακερματισμένη του στίξη ανατρέπει κάθε κανόνα αποδεικνύοντας την ανεπάρκεια της γλώσσας να εκφράσει την πραγματικότητα. Συγχρόνως, υποδηλώνει στον αναγνώστη τη διαδικασία σύνθεσης του μυθιστορήματός του, επωμίζοντάς τον με το βάρος της αποκωδικοποίησής του.

Το Βατερλώ δυο γελοίων
Καρπός της γόνιμης δεκαετίας του 1930, το μυθιστόρημα “Το Βατερλώ δυο γελοίων” αποτελεί, μαζί με τα μυθιστορήματα “Μαριάμπας” (1935) και “Το Σόλο του Φίγκαρω” (1939), μια τριλογία, η οποία συνιστά το σημαντικότερο μέρος του πεζογραφικού έργου του συγγραφέα. Το μυθιστόρημα ολοκληρώθηκε στις αρχές του 1937, είδε όμως το φως της δημοσιότητας μόλις είκοσι δύο χρόνια αργότερα, και, όπως προκύπτει από ποικίλα στοιχεία, σε νέα εκδοχή.
Όταν εκδόθηκε “Το Βατερλώ δυο γελοίων” (1959), το νεωτερικό μυθιστόρημα θεωρείται πια κατορθωμένο γεγονός. Η κριτική, συνηθισμένη στις ακροβασίες της γραφής του Σκαρίμπα, υποδέχθηκε ευνοϊκά το νέο μυθιστόρημα, επαινώντας τη σατιρική του διάσταση και το προσωπικό του ύφος, την εκκεντρική του δομή και την ιδιωματική του γλώσσα. “Το Βατερλώ δυο γελοίων” αποτελεί το εκτενέστερο πεζογραφικό έργο του συγγραφέα, αλλά και οριακό σημείο ως προς την εξάρθρωση της γλώσσας και την απόκλιση από τις αφηγηματικές νόρμες…

Περίπολος Ζ΄
Η “Περίπολος Ζ΄” συνιστά ένα νεωτερικό αντιπολεμικό αφήγημα, το οποίο δεν έχει απασχολήσει την κριτική, ενώ συνήθως απουσιάζει από μελέτες στις οποίες θα έπρεπε να συνεξετάζεται μαζί με τη λοιπή αντιπολεμική λογοτεχνία του μεσοπολέμου (Μυριβήλη, Βενέζη, Μπεράτη, Δούκα). Το αφήγημα αυτό απασχόλησε τον Σκαρίμπα επί μισό αιώνα, από το 1932, όταν πρωτοδημοσιεύτηκαν τα δύο πρώτα κεφάλαιά του στη συλλογή διηγημάτων “Το θείο τραγί” έως το 1977, οπότε επανεκδόθηκε αυτοτελώς, ύστερα από τη σποραδική ύφανσή του μέσα στο υλικό του μυθιστορήματος “Φυγή προς τα εμπρός”, που πήρε και το Α΄ βραβείο μυθιστορήματος (1976).
Η γενετική έκδοση της “Περιπόλου Ζ΄”, στην οποία προβαίνει η Νεφέλη, με την επιμέλεια της Κατερίνας Κωστίου, αποτελεί μια απόπειρα να παρουσιαστεί το κείμενο κατά τη διαδικασία γένεσής του και, συνάμα, μια βασική συγγραφική ιδιοτυπία, που συνδέει τον ιδιόρρυθμο Χαλκιδαίο με αρκετούς σημαντικούς πεζογράφους της Γενιάς του: η διαρκής επεξεργασία και δημοσίευση του ίδιου κειμένου. Παράλληλα, στην έκδοση αυτή αξιοποιείται αδημοσίευτο υλικό, σχετικό με τη συγγραφική πορεία του συγκεκριμένου έργου, από το Αρχείο του συγγραφέα, με στόχο να φωτιστεί η μέθοδος με την οποία εργαζόταν και ο τρόπος με τον οποίο διαμορφώθηκε το ανεπανάληπτο ύφος του. Ο μελετητής μπορεί να διερευνήσει την εξέλιξη του σκαριμπικού ύφους, παρακολουθώντας τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται το αφήγημα αυτό, από δημοσίευση σε δημοσίευση. Η έκδοση συνοδεύεται από παράρτημα φωτογραφιών, καθώς και δύο αδημοσίευτων σχεδίων του ίδιου του συγγραφέα.

Τρεις άδειες καρέκλες
Γραμμένα σε διαφορετικές εποχές, από το 1931 έως το 1975, τα επτά διηγήματα που απαρτίζουν την τελευταία συλογή διηγημάτων του Γιάννη Σκαρίμπα, που εκδόθηκε το 1976 με τον τίτλο “Τρεις άδειες καρέκλες”, αντανακλούν τη συγγραφική πορεία και πιστοποιούν τις κατακτήσεις του συγγραφέα στο χώρο της δημιουργικής πεζογραφίας. Τόσο η θεματική του όσο και η αφηγηματική του τεχνική δεν διαφοροποιούνται από το λοιπό έργο του, ενώ κυριαρχούν οι γνωστοί άξονες που συνέχουν τον πλασματικό του κόσμο: ο διαφορετικός άλλος, η παράδοση του Καραγκιόζη, η πρόσληψη και η ροή του χρόνου, η ζωή ως αντανάκλαση της τέχνης, ο κλόουν, η φάρσα. Και ενώ τα διηγήματα είναι γραμμένα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, συνδέονται υποδόρια -με εξαίρεση “Το λουλούδι της Μονεμπασιάς”- από τα καταλυτικά χαρακτηριστικά της προσωπικής γραφής του συγγραφέα: την ιλιγγιώδη γλώσσα, την υπονόμευση του ρεαλιστικού πεδίου, την αιώρηση μεταξύ πραγματικού και φανταστικού, το ειρωνικό ιδιόλεκτο, το παιχνίδι.
Η συλλογή αυτή ουσιαστικά κλείνει τον κύκλο της πεζογραφικής παραγωγής του συγγραφέα, σφραγίζοντας την ιδιαιτερότητα και τη βαρύτητα της προσφοράς του. Στις καλύτερες στιγμές της -που είναι τα αφηγήματα “Η τελευταία των 6 1/2”, “Ζόμιο, το παιδί του τσίρκου” και “Τρεις άδειες καρέκλες”- ο Σκαρίμπας μέσα από την άψογη ενορχήστρωση του υλικού του, τη μοναδική για τον ελληνικό χώρο γλωσσική του τόλμη και την αφηγηματική του δεξιοτεχνία κατορθώνει να χαρίσει στον αναγνώστη στιγμές γνήσιας αναγνωστικής απόλαυσης.

Η μαθητευομένη των τακουνιών
Γραμμένο μέσα στην εκδοτικά υποτονική για τον συγγραφέα δεκαετία του 1950, “Η μαθητευομένη των τακουνιών” αποτελεί το τελευταίο δημοσιευμένο μυθιστόρημα του Σκαρίμπα. Επαναλαμβάνοντας κάποια από τα χαρακτηριστικά της ιδιαίτερης γραφής του, η “Μαθητευομένη…” συνιστά έναν κόσμο που αιωρείται μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, εφόσον η πιθανοφάνεια του μύθου του υπηρετείται από τον συγγραφέα τόσο μέσα από την αφηγηματική του τεχνική όσο και από την αρχική σύλληψη της μυθιστορίας.
Εξωτισμός, φιλοσοφικές ιδέες της Άπω Ανατολής, θρησκευτικές πεποιθήσεις ασιατικών λαών διανθίζουν την αφήγηση όπου κυριαρχεί η λεπτομερής και εξαντλητική πληροφόρηση του αναγνώστη για τη ζωή της θάλασσας. Γραμμένη κάποτε με τη λογική μιας πραγματείας, αλλά και πιστή στην ειρωνεία και το χιούμορ της γραφής του Σκαρίμπα, η “Μαθητευομένη…” εμπεριέχει κάποιες από τις ωραιότερες και πιστότερες περιγραφές της ζωής των ναυτικών στη νεοελληνική λογοτεχνία.
Παράλληλα, είναι εμφανή δύο βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του συγγραφέα. Η αγάπη του για τη γλώσσα εκφράζεται μέσα από τη μείξη πλήθους γλωσσών (αγγλικά, γαλλικά, ιαπωνικά, κ.ά.) ή την ειρωνική επινόηση λέξεων και φράσεων (ρομπ ντι βαπόρ, καρτ ντε σαλμ, κ.ά.) ή, ακόμα, τη θεματοποίηση του προβλήματος της επικοινωνίας μέσω της γλώσσας, με διάφορους τρόπους. Επίσης, η συμβίωση τόσων διαφορετικής εθνικότητας ανθρώπων πάνω στο πλοίο δίνει στον συγγραφέα θαυμάσια ευκαιρία για να διακωμωδήσει ένα αγαπημένο του θέμα: πόσο επισφαλές είναι αυτό που θεωρούμε αλήθεια και πόσο υποκειμενική μπορεί να είναι η ηθική, εφόσον διαφορετικές νοοτροπίες, διάφορα ήθη, αντικρουόμενες φιλοσοφικές απόψεις, μπορούν να παρουσιάζονται με την ίδια εγκυρότητα.

Σπασμένο Καράβι
Σπασμένο καράβι να ‘μαι πέρα βαθειά
έτσι να ‘μαι
με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά
να κοιμάμαι

Να ‘ν’ αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική
γύρω-γύρω
με κουφάρι γυρτό και με πλώρη εκεί
που θα γείρω

Να ‘ν’ η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά
έτσι να ‘ναι
και τα βράχια κατάπληχτα και τ’ αστέρια μακριά
να κοιτάνε

Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές
δίχως χάρη
κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές
το φεγγάρι

Eτσι να ‘μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό
έτσι να ‘μαι
σ’ αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό
να κοιμάμαι

Μυθιστορήματα
Μαριάμπας (1935)
Το σόλο του Φίγκαρω (1939)
Το Βατερλώ δύο γελοίων (1959)

Ποιητικές συλλογές
Ουλαλούμ (1936)
Εαυτούληδες (1950)
Βοϊδάγγελοι (1968)
Απαντες στίχοι (1970)
Άπαντες στίχοι 1936-1970 (2010)
Άπαντες στίχοι 1936-1970 (2016)

Διηγήματα, Νουβέλες
Καϋμοί στο Γριπονήσι (1930)
Το θείο τραγί (1933)
Η μαθητευομένη των τακουνιών – 3 νουβέλες (1961)
Τυφλοβδομάδα στη Χαλκίδα (1973)
Τρεις άδειες καρέκλες (1976)
Φυγή προς τα εμπρός (1976)
Σπαζοκεφαλιές στον ουρανό (1979)

Θεατρικά
Ο ήχος του κώδωνος (1950)
Ο σεβαλιέ σερβάν της Κυρίας (1971)
Αντι-Καραγκιόζης ο Μέγας (1977)
Τα καγκουρώ (1979)
Η κυρία του τραίνου (1980)
Ο πάτερ Συνέσιος (1980)

Χρονογραφήματα, ιστορικά
Το ’21 και η αλήθεια,
Η τράπουλα και oι γαλατάδες, ιστορία (1971-1977)
Η περίπολος Ζ΄, χρονικό από τον Α΄ Παγκ. Πόλεμο (1972)
Τα πουλιά με το λάστιχο – χρονογραφήματα (1978)

Βραβεία
Φυγή προς τα εμπρός – Α΄ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (1976)

Βιβλιογραφία
Aγρας Τέλλος, Κριτική για το Ουλαλούμ 1937
Ζαδές Δημοσθένης, Σκαρίμπας, ο ποιητής και πεζογράφος της Χαλκίδας 1957
Σκαρίμπας Γιάννης, «Αυτοβιογραφικό σημείωμα» 1959
Δικταίος Αρης, Ανοιχτοί λογαριασμοί με το χρόνο 1961
Χατζηγιάννη Μαρία, Ο άλλος Σκαρίμπας 1984
Αναγνωστάκης Μανώλης, «Η “φανταιζιστική” ποίηση και ο Γιάννης Σκαρίμπας», 1985
Παναγιωτούνης Πάνος, Γιάννης Σκαρίμπας “Ο ιδεολόγος της Χαλκίδας” 1986
Παπαστάμος Γιώργος, “Η ζωή και το έργο ενός ασυμβίβαστου πρωτοπόρου” 1986
Κωστίου Κατερίνα, «Σκαρίμπας Γιάννης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 1988

Πηγές: EKEBI, BIBLIONET, Νεφέλη, Κάκτος

Επισκέψεις: 127