Σοφία Κραββαρίτη


Γεννήθηκα, παρά την θέλησή μου, πριν κάποια χρόνια στην Αθήνα. Κι ενώ θεώρησα πως η παρουσία μου έγινε σε λάθος timing, αλλά και σε λάθος κόσμο, έμεινα ευχαριστημένη από τον μήνα. Ένας παγωμένος Φεβρουάριος. Το συνεχόμενο κλάμα μου επί ένα χρόνο, δεν ωφέλησε σε τίποτα. Είχα ήδη γεννηθεί. Έτσι λοιπόν, μην έχοντας τη δυνατότητα να μπω σε χρονομηχανή και να κάνω τη δική μου επιλογή, συμβιβάστηκα με την απόφαση των γονιών μου όχι απλά να κάνουν ένα παιδί, αλλά εμένα συγκεκριμένα και μεγάλωνα προσπαθώντας να χωρέσω τις σκέψεις μου και τα όνειρά μου στον κόσμο που μου γνώρισαν. Ορκίστηκα όμως πως θα είμαι ασυμβίβαστη, ανένταχτη, έξω από καλούπια και κάθε τι στερεότυπο και ως ένα σημείο τα κατάφερα. Απέκτησα από πολύ μικρή εμμονή με το διάβασμα ανακαλύπτοντας στην πορεία την συγγραφή και κατέληξα να γράφω από πεποίθηση ευελπιστώντας να χαρίσω ταξιδιάρικες σκέψεις στους αναγνώστες, αλλά και σε μένα την ίδια.

Ο θεός άργησε πολύ

 
Περίληψη
Μια μεγάλη αγάπη… Ένας βίαιος χωρισμός με μια απρόσμενη εγκατάλειψη.
Μια μεγάλη φυγή.
Μια καρδιά που έγινε χίλια κομμάτια. Κομμάτια που σκόρπισαν σε όλους τους ανέμους σε όλες τις κατευθύνσεις. Μια πληγή που δεν σταμάτησε ποτέ να στάζει αίμα.
Ένα κορμί ερείπιο που σέρνεται στα χαλάσματα.
Η πίστη στον Θεό. Η ελπίδα. Η προσμονή. Η αρχή της χαράς.
Και ξάφνου… Ένας γυρισμός. Μια επιστροφή.
Ένα μεγάλο μυστικό.
Η αποκάλυψη… Η έκρηξη… Ο πόνος… Η απελπισία… Τα γιατί…
Και μια διαπίστωση. Ο Θεός… άργησε πολύ!

Απόσπασμα 1ο
Ο Αρης άπλωσε τις πετσέτες τους και κάθησε.
“Τι, δεν θα κολυμπήσουμε;” τον ρώτησε απορημενη η Μαργαρίτα.
“Προχώρα αγάπη μου”, της απάντησε ” κι έρχομαι “.
” Δεν θέλεις να πάμε μαζί; ”
“Οχι, αυτή την ομορφιά θέλω να την χαζεψω”, της είπε και το χαμόγελό του έκανε τον ουρανό των ματιών του ακόμα πιο γαλάζιο.
Του χαμογέλασε πονηρά. Σηκώθηκε και άρχισε να περπατάει. Το λικνισμα του κορμιού της τον ταξίδεψε σ’ εξωτικό νησί, όπου χόρευε μόνο γι’ αυτόν. Ηταν τόσο αισθησιακή που νομιζες ότι σε κάθε βήμα της πετούσε κι από ένα πέπλο. Οταν έφτασε στο νερό, πετώντας και το έβδομο πέπλο, γύρισε και τον κοίταξε.
Ο Αρης έμοιαζε να έχει υπνωτιστει. Μπροστά του είχε τ’ ωραιότερο κάδρο. Την απόλυτη συμμετρία. Ο ουρανός και η θάλασσα είχαν ζωγραφίσει το μπλε μπικίνι της. Η βρεγμενη άμμος είχε βάψει το σταρένιο κορμί της και ο ήλιος είχε μετατρέψει τα μαλλιά της σε ζωντανή λάβα, κάνοντάς την να μοιάζει ολόκληρη με ηφαίστειο. Ενα ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί και η ορμητική φωτιά του να κάψει τα πάντα στο πέρασμά της.
” Ποια είσαι εσύ; ” σκέφτηκε. “Η αναδυόμενη Αφροδίτη; Ούτε αυτή δεν πρέπει να είχε τη δική σου ομορφιά. Η νεράιδα του νερού; Οχι μωρό μου, είσαι η δική μου νεράιδα”.
Η Μαργαρίτα τον κοίταξε και ήξερε την επιρροή που είχε ασκήσει πάνω του εκείνη την στιγμή. Μπορούσε να δει μέσα από το βλέμμα του, όπως έβλεπε και αυτός μέσα από το δικό της. Του γύρισε την πλάτη και με το ίδιο αισθησιακό λικνισμα μπήκε μέχρι την μέση στο νερό. [……] Ο Αρης την είδε να ξεπροβάλλει ξαφνικά μέσα από το νερό σα να την γέννησε η ίδια η θάλασσα. Σκυμμένη και με λυγισμένα τα γόνατα, σηκώθηκε σιγά σιγά όρθια σηκώνοντας το κεφάλι κοιτάζοντάς τον στα μάτια.
” Ξέρω ποια είσαι”, είπε και πάλι από μέσα του. “Η κόρη της θάλασσας”.
Συνέχισε να τον κοιτάζει. Δεν ξεκολλουσε τα μάτια του από πάνω της. Τα βλέμματά τους μιλούσαν. Τ’ άκουσαν οι καρδιές και ντραπηκαν. Και σωπασαν. Κι αυτά συνέχισαν να μιλούν.
Πήγε κοντά της, την σήκωσε στα χέρια του αμίλητος και μπήκαν μαζί μέσα στο νερό. Δεν μιλούσαν, δεν υπήρχε τίποτα να πουν. Το νερό άκουσε όλα τα μυστικά τους και τα φύλαξε καλά. Η θάλασσα τους κρατούσε στην υγρή της αγκαλιά κι αυτοί ένιωθαν προστατευμένοι μέσα στην αγκαλιά της, μέσα στην αγκαλιά της ίδιας τους της αγάπης.

Απόσπασμα 2ο
Είχαν μείνει εκεί, σ’ αυτή την στάση χωρίς να μιλάνε. Η Μαργαρίτα είχε αφεθεί στην αγκαλιά του με το κεφάλι της ν’ ακουμπάει στον ώμο του και τα μαλλιά της να ξεχύνονται στην πλάτη του. Ο Άρης την κρατούσε σφιχτά με το κεφάλι του χωμένο στον λαιμό της. Οι καρδιές τους χτυπούσαν δυνατά. Τόσο δυνατά σα να ήθελαν να βγουν από τα σώματά τους και να ενωθούν, να μείνουν έτσι για πάντα.
Κι όμως αυτό θα γινόταν. Δεν το ήξεραν, η μοίρα όμως τους ήθελε μαζί. Απλά έπρεπε να κάνουν το ταξίδι τους πρώτα. Διαδρομές χαμένες… χάρτες σκισμένοι… πυξίδες χαλασμένες… Η μοίρα τούς τοποθέτησε σ’ ένα μέρος τόσο γνωστό που ήξεραν κάθε γωνιά του και τόσο ξένο που δεν ήξεραν που οδηγεί.
“Και τώρα;” την ρώτησαν και οι δύο με μια φωνή.
“Από τότε που κοιταχτήκατε για πρώτη φορά είχα αποφασίσει να είστε μαζί”, τους απάντησε η μοίρα. “Τον τρόπο έπρεπε να τον βρείτε εσείς. Και τον βρήκατε. Και τον χάσατε. Περάσατε μισή ζωή ο ένας μακριά από τον άλλο. Εγώ όμως είχα άλλα σχέδια για εσάς. Αυτός είναι ο λόγος που είστε εδώ. Να με ανακαλύψετε στο τέρμα της διαδρομής… μαζί”.
Τους γύρισε την πλάτη και άρχισε ν’ απομακρύνεται.
“Πως όμως;” της φώναξαν και οι δύο μαζί.
“Θα περιμένω…”, τους είπε χωρίς να γυρίσει πίσω. “Στο τέρμα της διαδρομής σας θα είμαι εκεί…”

Απόσπασμα 3ο
Μια βασανιστική σκέψη πέρασε απ’ το μυαλό και των δύο. Τι θα του πω, τι θα της πω… Άδικα ανησυχούσαν.
Αυτό το ραντεβού το είχαν κλείσει οι καρδιές, αυτές είχαν τον πρώτο λόγο.
-Ήρθες…
-Ήρθα…
Δύο ιδρωμένες παλάμες ενώθηκαν, δύο βουρκωμένες ματιές συναντήθηκαν, δύο καρδιές χτύπησαν δυνατά, κι ένα φλογερό φιλί σφράγισε μια αγάπη παλιά, τόσο δυνατή, που έμοιαζε αιώνια. Μια αγάπη που ζητούσε το μερίδιο της χαμένης ευτυχίας της.
Τα χέρια τυλίχτηκαν γύρω απ’ τα κορμιά τόσο σφιχτά, σα να ήθελαν να κρατήσουν την στιγμή για πάντα. Ο χρόνος είχε σταματήσει σ’ αυτό το φιλί. Σ’ αυτή την στιγμή που οι καρδιές φώναζαν δυνατά όλα όσα δεν είχαν πει ο ένας στον άλλο. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο, παρά δύο κορμιά σφιχταγκαλιασμένα με τις καρδιές πλημμυρισμένες από αγάπη και το μυαλό τους χαμένο στις αναμνήσεις.
Ξεκόλλησαν τα χείλη τους μαλακά και κοιτάχτηκαν στα μάτια. Ήθελαν να μιλήσουν ο ένας στον άλλο, υπήρχαν τόσα να πουν! Όταν όμως μιλούν οι ματιές, αυτές οι βαθιές και αληθινές ματιές, ποιες λέξεις μπορούν να τις παραβγούν; Όταν η σιωπή αποφασίζει να μιλήσει, τι κουβέντες να τολμήσεις να πεις;
Γι’ άλλη μία φορά, ο χρόνος έμοιαζε να σταματάει σ’ αυτές τις ματιές.
Τους το χρωστούσε άλλωστε.
Αυτός ο σκληρός κι ανελέητος χρόνος, όχι μόνο τους κράτησε μακριά τόσα χρόνια, αλλά θα τους χώριζε πάλι. Το ήξεραν και οι δύο αυτό. Όφειλε λοιπόν να παγώσει τώρα. Εδώ, αυτή την στιγμή που ήταν μαζί, αγκαλιά, αυτή την στιγμή που ήταν ο ένας για τον άλλο, αυτή την στιγμή που έπρεπε να την ζήσουν με όλη την δύναμη της ψυχής τους.
Πάγωσε λοιπόν χρόνε.
Τόσα χρόνια ζούσαν με παγωμένες καρδιές. Σειρά σου να παγώσεις.

Απόσπασμα 4ο
Ένας δυνατός κεραυνός έσκισε τη νύχτα και την έβγαλε από τις σκέψεις της. Πάλι είχε γυρίσει πίσω. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Είχε ξυπνήσει και είχε πάει στο σαλονάκι χαζεύοντας την βροχή που έπεφτε έξω. Πόσο αγαπούσε την βροχή! Από μικρή της άρεσε όταν έβρεχε να κάθεται έξω. Της άρεσε να την βλέπει να πέφτει, της άρεσε ο ήχος που έκανε. Ένιωθε ότι της ξέπλενε την ψυχή.
Δύο χέρια τυλίχτηκαν γύρω από την μέση της και δύο χείλη εξερευνούσαν τρυφερά τον λαιμό της. Σφίχτηκε πάνω του.
– Ακόμα σου αρέσει να κάθεσαι στην βροχή; την ρώτησε τρυφερά.
– Δεν κοιμάσαι;
– Πως θα μπορούσα αφού έφυγες από δίπλα μου;
– Τι εννοείς; πόση ώρα είσαι ξύπνιος;
– Από την ώρα που σηκώθηκες. Δεν ήθελα να σου χαλάσω την μαγεία της βροχής κι έτσι καθόμουν και σε χάζευα. Για πες μου όμως, ποιες σκέψεις σου διέκοψε ο κεραυνός;
Στο άκουσμα της ερώτησης, η Μαργαρίτα έβαλε τα κλάμματα. Πόσο καλά την ήξερε! Δεν χρειαζόταν να πει κάτι άλλο για να καταλάβει ο Άρης.
Η καρδιά του μάτωσε. Ποια βροχή θα μπορούσε να ξεπλύνει το αίμα; Ποια βροχή θα μπορούσε να ξεπλύνει όλο τον πόνο, όλη την θλίψη;
– Μαργαρίτα μου…. καμία θλίψη δε θα επιτρέψω να σε αγγίξει απόψε. Όχι αυτή την βραδιά.
– Πάμε έξω… Θέλω να καθήσουμε στην βροχή… μαζί…
Πως θα μπορούσε να χαλάσει χατήρι σ’ αυτά τα υγρά μάτια που τον κοίταζαν με τόση λαχτάρα; Την κοίταζε και δεν είχε αποφασίσει αν έβλεπε την γυναίκα που είχε γίνει, ή το παιδί που είχε αφήσει πίσω του. Την σήκωσε και πάλι στην αγκαλιά του και βγήκαν έξω.
– Κάνε μου έρωτα Άρη… τώρα… εδώ… κάτω από την βροχή, του είπε κολλώντας τα χείλη της στα δικά του.
Πως θα μπορούσε να της αρνηθεί, όταν το μόνο που επιθυμούσε ήταν να την έχει συνεχώς στην αγκαλιά του, να την κάνει δική του κι ας πέθαινε μέσα της;
Της έβγαλε το σεντόνι που είχε τυλιγμένο γύρω της, την ξάπλωσε πάνω σε αυτό και γι’ άλλη μία φορά ένωσαν τα κορμιά τους έτσι όπως ενώνεται ο άνεμος των αναμνήσεων με τις στιγμές κάθε μοναχικής σκέψης.
Η βροχή συνέχισε να πέφτει παρακολουθώντας την τέλεια ένωση δύο ανθρώπων που ζούσαν μόνο για εκείνη την στιγμή. Μια στιγμή ξεχασμένη στο πέρασμα των χρόνων, που την ποθούσαν όμως και οι δύο πολύ. Μια στιγμή χωρίς την οποία, η Μαργαρίτα ήξερε πως δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να ζει. Μια στιγμή την οποία και οι δύο προσπαθούσαν να παρατείνουν, γιατί ήξεραν ότι δε θα την ζούσαν για πάντα.
Όταν πια τελείωσαν, η βροχή είχε κοπάσει, λες και τους συντρόφευε κι αυτή στο ηδονικό τους ταξίδι. Έμειναν ξαπλωμένοι αγκαλιά δίχως να μιλάνε, κρατώντας σφιχτά ο ένας τον άλλο.
– Αχ, Θεέ μου, σκεφτόταν η Μαργαρίτα, αν είναι να με πάρεις, πάρε με τώρα που είμαι ευτυχισμένη στην αγκαλιά του… πάρε με αυτή την στιγμή που είμαι γεμάτη από αυτόν… πάρε με τώρα πριν ματώσουμε πάλι…
Ο Θεός τής γύρισε την πλάτη.
Κοίταξε τον Άρη. Τα υπέροχα γαλάζια μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω της και την κοίταζαν με απέραντη αγάπη.
– Τι σκέφτεσαι αγάπη μου; Τον ρώτησε νυσταγμένα.
Εκείνος την κοίταξε χαμογελώντας.
– Πόσο όμορφη είσαι, της απάντησε γλυκά μετατοπίζοντας μία τούφα που είχε πέσει στο πρόσωπό της. Έλα, πάμε μέσα, θα κρυώσεις εδώ έξω.
Άφησαν το βρεγμένο σεντόνι έξω και μπήκαν μέσα. Πέρασαν στην κρεβατοκάμαρα και ο Άρης άνοιξε την ντουλάπα, έβγαλε ένα άλλο σεντόνι από μέσα και την σκέπασε, μιας και είχε ξαπλώσει ήδη στο κρεβάτι.
– Άρη… μουρμούρισε.
– Τι είναι αγάπη μου;
Δεν πρόλαβε να του απαντήσει. Κοιμόταν βαθιά. Στεκόταν και την κοίταζε καθώς κοιμόταν. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει από την συγκίνηση και τον πόνο.
– Τι θα κάνουμε Μαργαρίτα; σκέφτηκε. Τι θα κάνουμε που δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα τώρα πια;
Πήρε τα τσιγάρα του και βγήκε έξω. Άναψε ένα και αφέθηκε στις αναμνήσεις που τόσα χρόνια, είχαν κατακλύσει ολόκληρη την ύπαρξή του.

Απόσπασμα 5ο
Τίτλος τής έκθεσης “Γλυκιά μου αθωότητα”.
– Μαργαρίτα μου…τι άλλο τίτλο θα μπορούσες να δώσεις; σκέφτηκε με δάκρυα στα μάτια.
Κοίταζε τις φωτογραφίες. Ήταν ασπρόμαυρες. Παιδιά και έφηβοι που τους είχε τραβήξει σίγουρα σε ανυποψίαστες στιγμές. Ένα αγοράκι σε μια ξύλινη αποβάθρα στη θάλασσα με μια απόχη στο χέρι είχε σκύψει τόσο πολύ στο νερό στην προσπάθειά του να πιάσει ψάρια, που νόμιζες ότι θα πέσει μέσα.
Ένα αγόρι που έβαζε το μπουφάν του στο κεφάλι της κοπέλας του, για να την προστατέψει από την βροχή. Ένα κοριτσάκι σε μια αυλή έπαιζε με τον μεγαλόσωμο σκύλο της. Δύο έφηβοι σε μια γωνία έτρωγαν μαζί από το ίδιο παγωτό.
Συνέχιζε να κοιτάζει και τις άλλες χαμογελαστός. Η καρδιά του είχε πλημμυρίσει από αγάπη και αθωότητα βλέποντάς τες. Καταλάβαινε απόλυτα τον τίτλο.
Ξαφνικά, ένιωσε να του κόβεται η ανάσα… Τρεις φωτογραφίες διαφορετικές… Το θέμα ίδιο, όμως…. φιλτραρισμένες στο χρώμα της ώχρας ξεχώριζαν από όλες τις άλλες.
Η μία απεικόνιζε ένα κορίτσι κρεμασμένο ανάποδα από ένα δέντρο. Κι όχι ένα οποιοδήποτε δέντρο. Ήταν μία κερασιά. Ήταν…. η δική της κερασιά…. Το καταφύγιό της όπως έλεγε.
Κρεμασμένη ανάποδα με τα πόδια πλεγμένα στο κλαδί, τα χέρια ανοιχτά και γελούσε ευτυχισμένη.
Ένας κόμπος στον λαιμό. Ένας κόμπος που έγινε λυγμός όταν είδε τις άλλες δύο.
Στην πρώτη ήταν ένα ζευγάρι καθισμένο σ’ ένα παγκάκι στο δάσος. Το αγόρι είχε πάρει το κορίτσι στα πόδια του με τα δικά της πόδια γύρω από την μέση του. Της γαργαλούσε τον λαιμό κοιτάζοντάς την γελώντας. Το κορίτσι γελούσε και είχε μαζεμένο τον λαιμό της, προσπαθώντας ν’ αποφύγει προφανώς το γαργαλητό του.
Τα δάκρυα τον πλημμύρισαν μαζί με τις αναμνήσεις[…………..] Έκλαιγε. Αυτή τη στιγμή δεν άντεχε τόση συγκίνηση. Συνέχισε όμως. Πήγε στην επόμενη φωτογραφία. Το ίδιο ζευγάρι, το ίδιο παγκάκι, η ίδια στάση. Μόνο που τώρα το κορίτσι κρατούσε τα μάγουλά του αγοριού και κάτι έδειχνε να του λέει.
Τα βλέμματά τους ήταν πλημμυρισμένα από αγάπη. Τόση πολύ που νόμιζες ότι ξεχειλίζει από τη φωτογραφία. Γύρισε πάλι πίσω. Σ’ εκείνες τις μοναδικές, τις τόσο πολύτιμες στιγμές![……………}
Έκλαιγε πολύ τώρα. Δεν ντρεπόταν. Ποιον να ντραπεί άλλωστε, τον εαυτό του; Άνοιξε έναν φάκελο μέσα στον οποίο είχε διάφορα έγγραφα, σκάλισε λίγο τα χαρτιά και βρήκε αυτό που ήθελε.
Ένα κλειδί. Ξεκλείδωσε ένα συρτάρι και πήρε από μέσα έναν άλλο φάκελο. Τον άνοιξε με χέρια που έτρεμαν, με τα μάτια πλημμυρισμένα από δάκρυα και με την καρδιά κομμάτια. Τρεις φωτογραφίες… Τρεις μοναδικές φωτογραφίες… Ένα κορίτσι κρεμασμένο από μία κερασιά, ένα ζευγάρι σ’ ένα παγκάκι με το αγόρι να γαργαλάει το κορίτσι και το ίδιο ζευγάρι στο ίδιο παγκάκι με την κοπέλα να λέει κάτι στο αγόρι αγγίζοντάς το στο πρόσωπο.
Τις πήρε στα χέρια του μία μία. Στην πρώτη η Μαργαρίτα του κρεμόταν από το αγαπημένο της δέντρο. Την κερασιά της. Γύρισε την φωτογραφία από την πίσω πλευρά.
– Το καταφύγιό μου…. του έγραφε.
Την κοίταξε πάλι. Τα άνθη του δέντρου έλαμπαν στο φως του ήλιου, το ίδιο και η Μαργαρίτα.
Πήρε την δεύτερη φωτογραφία. Αυτή που την γαργαλούσε. Ήταν τόσο ευτυχισμένη στην αγκαλιά του! Την γύρισε κι αυτήν ανάποδα.
– Και τώρα πες μου ότι είμαι το γατουλίνι σου…
– Είσαι το γατουλίνι μου μωρό μου… είσαι το μικρό μου γατουλίνι, δεν το ξέρεις;
Βρύσες τα μάτια του που άνοιξαν οι αναμνήσεις και τις άφησαν να τρέχουν… Πήρε και την τελευταία φωτογραφία στα χέρια του. Η Μαργαρίτα, του κρατούσε τα μάγουλα τρυφερά και κάτι του έλεγε. Τα βλέμματά τους ξεχείλιζαν από αγάπη… έρωτα… λατρεία… Την γύρισε κι αυτή ανάποδα.
– Ξέρεις κάτι;
– Τι μάτια μου;
– Σ’ ΑΓΑΠΑΩ!!!!!!!!!
– Κι εγώ σ’ αγαπάω γιατί είσαι το αστέρι του δικού μου ουρανού…

Η σκια
Απόσπασμα
Αυτός όμως δεν επέτρεπε σε κανέναν να τον βοηθήσει. Και ήταν τόσα τα συναισθήματα που ένιωθε! Πάντα υπήρχε κάτι μέσα του. Κάτι που του έλεγε πως δεν είναι αρκετά καλός, κάτι που τον τρόμαζε και δεν τον άφηνε να χαρεί αρκετά. Πολλές φορές φοβόταν ακόμα και να κοιμηθεί. Περίμενε να ξημερώσει και μόνο τότε πήγαινε για ύπνο. Άλλες φορές πάλι, νόμιζε πως έβλεπε κάποια σκιά. Ή πίστευε πως επρόκειτο να τη δει. Τις φοβόταν τις σκιές. Φοβόταν οτιδήποτε άγνωστο. Δεν ήταν δειλός. Απλά… φοβόταν. Υπήρχαν μέρες ή και νύχτες που νόμιζε πως μούδιαζε το κεφάλι του, το χέρι του, η πλάτη του και περίμενε τον θάνατο τότε. Τον έτρεμε, αλλά τον περίμενε στη γωνία. Κι αυτό που τον τρέλαινε περισσότερο, ήταν πως ενώ τον τρόμαζε τόσο ο θάνατος, άλλο τόσο τον τρόμαζε και η ίδια η ζωή. Με το παραμικρό έχανε την εμπιστοσύνη του. Δεν ήταν βέβαια λίγες οι φορές που τον είχαν εξαπατήσει ή τον είχαν πληγώσει. Τον πονούσαν όλα τα ψέματα που άκουγε. Κι έτσι, έχτισε άμυνες δηλητήριο και κλείστηκε στον εαυτό του. Μόνο που αυτό το δηλητήριο άρχισε να το καταπίνει ο ίδιος σιγά σιγά.
Κατάφερε όμως να μη γίνει μονόχνωτος με τους άλλους, μιας και έπρεπε να βγαίνει έξω και να έχει επαφές λόγω της δουλειάς του. Έτρεμε όμως τον ίδιο του τον εαυτό. Η Βάλια δεν τα γνώριζε αυτά. Δε θέλησε ποτέ να της τα πει και προσπαθούσε πάντα να είναι πιο ανοιχτός μαζί της. Όχι πως υποκρινόταν. Δεν του ήταν δύσκολο να χαίρεται την κάθε στιγμή όταν ήταν μαζί. Ένιωθε πιο ελεύθερος και ήταν ένας χαρούμενος άνθρωπος. Του είχε γίνει πλέον απαραίτητη και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εξαρτηθεί πολύ από εκείνη, με συνέπεια αυτή ν` αρχίσει να πνίγεται. Δεν ήταν η γυναίκα που είχε ανάγκη από κολακείες, ούτε ήθελε πλάι της έναν άντρα που θα περιμένει την εντολή της. Κι ενώ στην αρχή δε φαινόταν κάτι τέτοιο και γιατί το έκρυβε ο Κίμωνας, αλλά και επειδή ταξίδευε συχνά η Βάλια, κάποια στιγμή άρχισε να σπάει. Τον έπιασε πάλι η διαταραχή του, ήρθαν πάλι οι φοβίες και προσκολλήθηκε πάνω της, ζητώντας να τη βλέπει όλο και περισσότερο. Η αλλαγή του, έγινε φυσικά αντιληπτή από την Βάλια, η οποία τα είχε χαμένα μη γνωρίζοντας τι συμβαίνει. Δεν ήθελε να της πει την αλήθεια, φοβόταν πολύ μήπως τη χάσει. Της έβρισκε λοιπόν διάφορες δικαιολογίες προσπαθώντας να την καθησυχάσει. Και τι να της έλεγε άλλωστε; Πως ζούσε χρόνια με αυτό; Πως φοβόταν την ευτυχία; Πως φοβόταν και την δυστυχία; Πως έτρεμε μήπως τη χάσει και γυρίσει στα ίδια; Πως πιεζόταν να το κρατήσει κρυφό και τώρα τον έτρωγε; Πως δεν ήταν ικανός από μόνος του να νιώσει ευτυχισμένος; Πως υπήρχαν μέρες που νόμιζε πως τρελαίνεται και το άγχος τον οδηγούσε στην παράνοια; Τι απ` όλα αυτά να τολμούσε να της πει;

Η μορφή του Ερέβους
Τινάχτηκε. Κάτι πήγε να πει, αλλά ένιωσε ηλίθιος και δεν άνοιξε το στόμα του. Σε ποιον να μιλήσει; Αφού δεν υπήρχε κανείς εκεί. Ξαφνικά κοκάλωσε.
Μια ανάμνηση… Αίμα… Πολύ αίμα… Φωνές και γέλια. Ή μάλλον… Όχι γέλια. Ένα γέλιο… Ένα γέλιο σατανικό. Και πάλι από την αρχή. Αίματα, φωνές και το γέλιο… Κι αυτός να τρέχει μακριά. Το πουκάμισό του πασαλειμμένο με αίματα. Η ανάμνηση τελείωσε απότομα.
Έντρομος, κοίταξε το πουκάμισο που φορούσε. Το σάστισμά του ήταν μόνο για μια στιγμή. Ίσως και λιγότερο. Γιατί αμέσως μετά ούρλιαξε, όταν συνειδητοποίησε τι κρατούσε.
Το ουρλιαχτό του θα μπορούσε να ξεριζώσει καρδιές. Έπεσε στα γόνατα και ούρλιαξε ξανά και ξανά. Ακόμα και ο ήλιος τρόμαξε από το ουρλιαχτό του και κρύφτηκε πίσω από τα σύννεφα.
Ξύπνησε και ο αέρας καταφθάνοντας γρήγορα να δει τι συμβαίνει. Η φύση όλη αγρίεψε. Απειλητικά σφυρίγματα του ανέμου έφταναν στ’ αφτιά του, όμως δεν έδινε σημασία. Συνέχιζε να ουρλιάζει και ο αέρας, μανιασμένος, μεταμορφώθηκε σε ανεμοστρόβιλο. Τον πλησίασε και άρπαξε αυτό που κρατούσε στα χέρια του.

Το ποτάμι της οργής
Απόσπασμα
Η Κιμ δεν μπορούσε να ησυχάσει. Ο Τζέφερσον την παρατηρούσε να πηγαινοέρχεται νευρικά στο σαλόνι και να κοιτάζει συνεχώς έξω από το παράθυρο.
“Αγάπη μου ηρέμησε. Ο αστυνομικός κάνει περιπολίες έξω από το σπίτι. Μη φοβάσαι. Έλα εδώ” της είπε τραβώντας την στην αγκαλιά του.
“Κάτι μου έχει διαφύγει Τζεφ, είμαι σίγουρη. Τι όμως; Τι;” είπε σφίγγοντας τα χείλη στην προσπάθειά της να μη βάλει τα κλάματα.
“Ησύχασε. Έλα να ξαπλώσεις λίγο”.
Υπάκουσε αν και απρόθυμα.
“Μη φύγεις” του είπε κλείνοντας τα μάτια της.
“Δεν πάω πουθενά μωρό μου. Προσπάθησε να κοιμηθείς λίγο”.
Έκλεισε τα μάτια της και σχεδόν αμέσως μεταφέρθηκε λίγο πριν το γεφυράκι. Περπατούσαν πιασμένοι από το χέρι και έκαναν σχέδια για τις διακοπές τους, όταν η Κιμ αντιλήφθηκε πρώτη ότι πλησίαζε ένα αυτοκίνητο με μειωμένη ταχύτητα.
“Τζεφ, φοβάμαι” είπε μ` ένα ξαφνικό αίσθημα ανησυχίας μην μπορώντας να προσδιορίσει τι το προκαλούσε.
“Μη φοβάσαι αγάπη μου, φτάνουμε στο γεφυράκι που έχει φώτα” την καθησύχασε.
Πλησιάζοντας το γεφυράκι, αλλά και το αυτοκίνητο που είχε κόψει κι άλλο ταχύτητα, ασυναίσθητα χαμήλωσε τα μάτια της, τόσο όσο χρειαζόταν για να δει την πινακίδα. Η κίνησή της ήταν ενστικτώδης, το ίδιο και η επόμενη που την έκανε να σηκώσει σχεδόν ανεπαίσθητα το βλέμμα της και να δει πως… αυτήν κοιτούσε; Είχε δει άραγε πως είχε προσέξει την πινακίδα του; Η καρδιά της σφίχτηκε και άνοιξε το βήμα της τραβώντας και τον Τζεφ που την κρατούσε ακόμα από το χέρι. Ανάσανε φυσιολογικά όταν έφτασαν στο γεφυράκι. Ο Τζέφερσον την τράβηξε πάνω του προστατευτικά.
“Έι, μα… εσύ τρέμεις. Έλα, μη φοβάσαι. Πιο κάτω είναι τα ταξί. Σε λίγη ώρα θα είμαστε σπίτι”.
Τον άκουγε έχοντας το βλέμμα της στραμμένο στα ήρεμα νερά του ποταμού. Ξάφνου κάτι τράβηξε την προσοχή της και κοίταξε καλύτερα.
Και τότε την είδε.
Και ούρλιαξε.
Ούρλιαξε ξανά. Ο Τζέφερσον προσπαθούσε να την ξυπνήσει.
“Κιμ! Κιμ! Ξύπνα!”.
Πετάχτηκε τρομαγμένη. Τον είδε από πάνω της να της μιλάει τρυφερά.
“Ησύχασε γλυκιά μου. Εφιάλτης ήταν. Εδώ είμαι, ηρέμησε”.
“Τζεφ…” είπε με φωνή που έτρεμε, “Τζεφ, θυμήθηκα!”.

Ο άγγελος
Απόσπασμα
Μόνος του το είχε διαλέξει αυτό το ταξίδι στον κόσμο της λησμονιάς. Ήθελε να δει, να νιώσει, να γευτεί… Που να ‘ξερε τι γεύση θα είχε το αίμα… Σήκωσε το ποτήρι με τα ματωμένα του χέρια και ήπιε την τελευταία γουλιά της λύτρωσης. Κίνησε να φύγει, αφήνοντας ένα δάκρυ ν’ ανακατευτεί με μια σταγόνα αίμα και να πέσουν στο πάτωμα σμιγμένα σε μια φιγούρα ερωτικού τάνγκο. Έφυγε με το κεφάλι σκυφτό. Τόσο ήταν το βάρος της θλίψης… Δεν κοίταξε πάλι την Ανατολή. Πως να της έλεγε ότι ένα αργοπορημένο τάμα δεν έφτασε ποτέ;
Γύρισε τις μνήμες πίσω.
Θυμήθηκε.
Θυμήθηκε την πτώση του. Χέρια ανοιχτά σα ν’ αγκάλιαζε τους αιθέρες. Τα μαύρα μακριά μαλλιά του ανέμιζαν στους ουρανούς σαν βεντάλια θανάτου. Ένα τζιν παντελόνι ήταν το μόνο του ρούχο και ο κορμός του γυμνός. Από μια πληγή έσταζε μια σταγόνα αίμα, ράντισμα απευθείας στην ψυχή της αμαρτίας. Τα τσακισμένα του φτερά σκορπούσαν τα μαδημένα πούπουλα εδώ κι εκεί, δίνοντας μια συγχυσμένη νότα λευκού στο κάδρο του γκριζόμαυρου ουρανού. Έκπτωτος Άγγελος σ’ έναν έκπτωτο κόσμο.
Θυμήθηκε.
Θυμήθηκε μια θλιμμένη Ανατολή να ξεπροβάλει δειλά κρυφοκοιτάζοντάς τον. Δεν της έδωσε σημασία. Είχε ήδη γυρίσει την πλάτη. Σκούρα πρόσωπα με άδεια βλέμματα συνόδευαν τα βήματά του, αλλά δεν στράφηκε να κοιτάξει κι ας τα ένιωθε μαχαιριές πάνω του. Άλλωστε ήταν μακρύ το ταξίδι που είχε να κάνει…
Θυμήθηκε.
Θυμήθηκε να περιπλανιέται ώρα, ακούραστα, αγόγγυστα ψάχνοντας τον προορισμό του. Ένα γκρίζο τοπίο φάνηκε μακριά και η καρδιά του σκίρτησε σε τούτο το καινούριο αίσθημα της προσμονής.
Την είδε από μακριά και εκεί η μνήμη βρήκε τον πρώτο σταθμό, πήρε την βαλίτσα της, κατέβηκε και κάθησε να ξαποστάσει.

Ο ακροβάτης
Απόσπασμα
Βάδιζε πάνω στο τεντωμένο σχοινί με βήματα σίγουρα και αποφασιστικά. Το είχε ξανακάνει άλλωστε πολλές φορές. Κάθε φορά που τον έπρωχνε η μοναξιά του, κάθε φορά που το υποδείκνυαν οι μοναχικές του σκέψεις. Κάθε φορά που αδυνατούσε να βρει κάποιον να επικοινωνήσει μαζί του. Ήταν διαφορετικός από τους άλλους, ξεχωριστός θα μπορούσες να πεις. Και μοναχικός τις περισσότερες φορές. Πολύ μοναχικός. Ένα σχοινί ο σχεδόν μόνιμος σύντροφός του, μία ακροβασία ολόκληρη η ζωή του.
… Ήταν ένας ακροβάτης. Ακροβάτης του ονείρου. Ακροβάτης του μυαλού του. Ακροβάτης της ίδιας της ζωής. Το σκοινί τον είχε γλιτώσει από πολύ πόνο. Δεν ήταν η πρώτη φορά που περνούσε κάτι δύσκολο. Είχε πολλές διεξόδους. Τα σκίτσα του, που με το ταλέντο του και την επιμονή του κατάφερε να τα δώσει στον κόσμο και να τ’ αγαπήσουν κάνοντάς τον διάσημο. Κι ας μην τον ήξεραν. Αυτός γνώριζε πως το κοινό του τον αγαπούσε. Πραγματικά δεν είχε ανάγκη να τους δώσει ένα όνομα. Υπήρχαν και τα χόμπυ του. Ουρανός και θάλασσα, δύο μεγάλες αγάπες, που επίσης του έπαιρναν τον πόνο μακριά.
Τίποτα όμως δεν μπορούσε να συγκριθεί με το σχοινί, τον μεγάλο μάγο της αδρεναλίνης. Δεν έμαθε μόνο να περπατάει πάνω σε αυτό, έχτισε μία ολόκληρη υπόσταση, μία ολόκληρη ζωή. Στην άλλη άκρη του, έβλεπε μία ολόκληρη πολιτεία κάθε φορά να τον περιμένει. Μία πολιτεία που δεν χρειαζόταν να την εξερευνήσει όταν έφτανε, επειδή την γνώριζε κατά την διάρκεια της διαδρομής. Ήταν το λάφυρό του στο τέλος του πολέμου. Και είχε δώσει πολλούς από δαύτους

Στην αγκαλιά των αιθέρων
Απόσπασμα
Η ώρα είχε φτάσει. Η πόρτα του αεροσκάφους άνοιξε. Ο ουρανός με κάλεσε. Αχόρταγη ερωμένη, έπεσα στην αγκαλιά του. Το γαλάζιο του πέπλο με τύλιξε και πλημμυρισμένη από ευφορία, αφέθηκα στα χάδια του. Τα σύννεφα χαρούμενα με κύκλωσαν, γιορτάζοντας μαζί μας την συνεύρεσή μας. Κάποια πουλιά που βρέθηκαν κοντά μου, θαύμασαν το πέταγμά μου και ένιωθα πως και αυτά τα ίδια, αυτοί οι κυρίαρχοι των αιθέρων, προσκυνούσαν το μεγαλείο μου. Οι σκέψεις χαρούμενες κι ελεύθερες πέταξαν μακριά, στο άπειρο του ουρανού. Το σώμα μου στροβιλιζόταν σε μια φιγούρα του πιο όμορφου χορού. Του χορού της ελευθερίας… Ξάφνου… μια ζάλη… μια γλυκιά μέθη από τη γεύση του ουρανού και σκέφτηκα ότι δεν ήθελα αυτή η κούρσα να τελειώσει.
Ζήλεψα το άπειρό του, ήθελα κι εγώ ν’ ατενίζω από ψηλά έναν κόσμο διαφορετικό, πόθησα να ζήσω για πάντα σε αυτό το απέραντο μπλε βασίλειο. Ένα κορδονάκι με χώριζε από το όνειρο, ένα κορδονάκι θα χάριζε στην ψυχή μου όλα όσα λαχταρούσε, αρκεί να το άφηνα στη θέση του. Άρχισα να μετράω αντίστροφα…

Το καρε των Χριστουγέννων
Απόσπασμα
Πότε σταματά άραγε ο πόνος; Πόσο πίσω πάει κάθε φορά; Πότε θα συναντήσει επιτέλους κάτι; Λίγες στιγμές μετά παραιτήθηκε. Σταμάτησε ν’ αναρωτιέται επειδή απλά γνώριζε πως ούτε τώρα θα συνέβαινε. Ούτε τώρα θα έβγαινε από το σκοτάδι στο οποίο είχε βυθιστεί. Μάλλον η μνήμη την είχε καταδικάσει για κάποιο έγκλημα που δεν είχε καν διαπράξει. Δεν μπορούσε όμως να ξέρει πως οι αναμνήσεις κρύβονταν απλά για να την προστατεύσουν.
Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε γύρω της το γνώριμο περιβάλλον. Ακόμη σκοτάδι. Πάντα σκοτάδι. Παραδόθηκε σε αυτό γι’ ακόμη μία φορά κλείνοντας τα μάτια της. Δεν είχε νόημα να το πολεμά. Αποκοιμήθηκε χωρίς μνήμες, δίχως προσδοκίες. Ήξερε μόνο πως για μία ακόμη φορά λίγο πιο κάτω την περίμενε ο νέος χρόνος. Δεν μπορούσε να καταλάβει πώς το γνώριζε μέσα στο σκοτάδι. Απλά υπήρχε η γνώση.
Λίγες στιγμές(;) μετά -πώς θα μπορούσε άλλωστε να ξέρει ότι δεν ήταν ώρες;- την ξύπνησε μια απαλή μελωδία. Δεν άνοιξε τα μάτια, παρά συγκεντρώθηκε σε αυτό που άκουγε σα να κρινόταν από τις ήσυχες νότες κάτι πολύ σημαντικό. Μια γαλήνη απλώθηκε παντού μέσα της φτάνοντας ο ψαλμός στ’ αυτιά της: «Άγια Νύχτα σε προσμένουν με χαρά οι χριστιανοί…».
Ξάφνου, οι μνήμες επέστρεψαν. Τα καρέ περνούσαν το ένα μετά το άλλο, μπροστά από τα κλειστά της μάτια.

Το πατρικο
Απόσπασμα
Ένα δυνατό χτύπημα πόρτας που έκλεινε, τις έκανε να τιναχτούν και οι δύο. Έμειναν παγωμένες στη θέση τους. Δεν άκουγαν τίποτα. Για κάποιες στιγμές στέκονταν ακίνητες, κρατώντας ακόμα και την αναπνοή τους. Πρώτη της έκανε νόημα η Μισέλ να σηκωθούν. Ακροπατώντας έκαναν μερικά βήματα και κοίταξαν από την σοφίτα. Δεν υπήρχε κανείς.
“Ωραίο διήμερο βρήκες να έρθουμε”, μουρμούρισε η Μισέλ.
“Εγώ; Εσύ μου έστειλες μήνυμα”, απάντησε η Κλώντια με την απορία έκδηλη στο πρόσωπό της.
Η Μισέλ την κοίταξε σαν χαμένη.
“Κλώντια τι λες; Εσύ μου έστειλες”, της ξανάπε ταρακουνώντας την.
“Μισέλ τα έχεις χάσει; Το δικό σου μήνυμα έλαβα και σε πήρα τηλέφωνο”.
Η Μισέλ πάνιασε. Το μυαλό της δούλευε πυρετωδώς.
“Πώς το έκανε; Πώς είναι δυνατόν; Πώς, πώς;” μονολογούσε τώρα.

Ματωμένος βαλεντίνος
Απόσπασμα
Έπρεπε να γίνει δικός της για πάντα. Πλησίαζε του αγίου Βαλεντίνου και τον ήθελε δίπλα της. Και πως αλλιώς θα γινόταν; Ήταν η γιορτή των ερωτευμένων, γιόρταζαν όλες οι αγάπες και δη οι μεγαλες. Δεν έπρεπε με τίποτα να τον χάσει. Ούτε το κρασί που έρεε άφθονο στα ποτήρια τους κόκκινο σαν το αίμα, δεν ήταν αρκετό για να του αλλάξει γνώμη. Το μοναδικό που πετύχαινε ήταν απλά να τον χαλαρώσει αρκετά.
Ήταν όμως αποφασισμένη να της ανήκει για πάντα με όποιο τίμημα. Κι έτσι αποφάσισε πως ένα ταξίδι μαζί του, θα της χάριζε αυτό που ήθελε, αυτό που ποθούσε. Εκείνον δίπλα της για πάντα. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει και δεν δίστασε ούτε στιγμή.

Η καταρα των παιδιων
Απόσπασμα
Ένα χέρι υψώθηκε πάνω από το κεφάλι μου κρατώντας ένα μεγάλο τσεκούρι.
“Μηηηηηη!!! Σταματήστε τώρα!”, άκουσα μια βροντερή φωνή και γύρισαν όλοι τα κεφάλια τους.
Ήταν ο παπάς που ερχόταν σχεδόν τρέχοντας, όσο του το επέτρεπαν τα ράσα.
“Είναι μάγος παπά!”, είπε ένας όταν έφτασε κοντά μας, “σατανιστής. Μας είπε πως τα παιδιά μας το έκαναν τούτο το κακό”.
“Είδα τη λάμψη”, είπε ο παπάς, “δεν είναι σατανιστής. Το αντίθετο μάλιστα. Μπροστά στα μάτια σας έγινε ευλογημένοι, τίποτα δεν καταλάβατε;”
“Παπά έχεις τρελαθεί μου φαίνεται”, είπε ένας άλλος. “Πώς το εξηγείς που εμφανίστηκε ξαφνικά στο χωριό και το ποτάμι γέμισε πτώματα;”
“Δεν ξέρω τι είναι αυτό το κακό που μας βρήκε, λέω όμως να τον ακούσουμε μήπως και μπορέσουμε να βγάλουμε κάποια άκρη”, απάντησε ο παπάς.
“Εγώ πάλι παπά, λέω να ξεκινήσουμε από σένα την πρώτη τσεκουριά”, ακούστηκε μία δυνατή γυναικεία φωνή.
Γύρισαν όλοι και την κοίταξαν. Ήταν μία νέα γυναίκα, γύρω στα σαράντα, πολύ όμορφη και ετοιμοπόλεμη απ’ όσο έδειχνε.
“Ευφροσύνη;”, μίλησε ο παπάς, “τι κουβέντες είναι αυτές σ’ έναν άνθρωπο του Θεού;”
“Αυτός ο άνθρωπος κατηγόρησε τα παιδιά μας για το κακό που έγινε και όποιος πάει με το μέρος του θα φύγει από το δικό μου χέρι, να το ξέρεις”, του είπε ατρόμητη και αγριεμένη.
Την φοβήθηκα και την θαύμασα ταυτόχρονα. Τώρα καταλάβαινα γιατί ο Θεός δε ζήτησε από γυναίκα να θυσιάσει το παιδί της. Σα να ‘ταν αρχηγός σε μάχη, όλες οι γυναίκες μαζεύτηκαν γύρω της έτοιμες να πολεμήσουν στην πρώτη γραμμή, αν τους το ζητούσε.
“Τα παιδιά μας παπά δεν θα τ’ απειλήσει κανείς”, μίλησε ξανά και ο γυναικείος στρατός που είχε γύρω της, όρθωσε το ανάστημά του.
Δεν έχουν άδικο τελικά για το μητρικό ένστικτο. Αυτό που σκέφτηκα εκείνη την στιγμή, ήταν πως μια αγριεμένη μάνα ήταν απροσπέλαστη. Πιο εύκολα θα περνούσες ίσως από μία οπλισμένη φρουρά, παρά από τα νύχια της. Ήθελα να τους εξηγήσω, αλλά πως θα μπορούσα να το κάνω; Θα με κατασπάραζαν. Αισθανόμουν μικρός, λίγος, μηδαμινός. Μάλλον καταδικασμένος. Κοίταξα τον ουρανό και μόλις εκείνη την στιγμή κατάλαβα ότι ο ήλιος είχε αρχίσει να δύει. Και τότε… βγήκαν. Άνοιξαν οι πόρτες και άρχισαν να ξεχύνονται στον δρόμο από παντού. Μικρά, μεγάλα, όλα ήταν εκεί. Αγγελιοφόροι θανάτου.

Ματωμένες σελίδες
Αυτό ήταν. Οι άσχημες σκέψεις επανήλθαν. Σχεδόν βεβαιώθηκε. Πίστεψε πως ήταν αποφασισμένη για όλα. Σκέφτηκε τις επιλογές του. Να καλούσε την αστυνομία; Και τι να τους έλεγε; Πως φοβόταν ότι θα τον σκοτώσει η ερωμένη του μόνο και μόνο επειδή είχε γράψει ένα διήγημα; Θα γελούσαν μαζί του και σίγουρα θα τον περνούσαν για τρελό. Χώρια που θα είχε εκτεθεί κιόλας. Ίσως της έκαναν σωματικό έλεγχο. Και αν δεν είχε τίποτα πάνω της; Να την απέφευγε; Πάλι θα έβρισκε τρόπο αν ήταν αποφασισμένη να τον σκοτώσει.
Προσπάθησε να προσδιορίσει τι ήταν αυτό που τον έκανε να κάνει τέτοιες σκέψεις. Δεν του είχε κάνει κακό. Ίσα ίσα που τον είχε μυήσει σε άγνωστα ερωτικά μονοπάτια. Ήταν το βλέμμα της. Ναι, αυτό ήταν. Σκοτεινό και μυστηριώδες κάποιες φορές, σα να τον προκαλούσε να καταλάβει. Εκτός και αν απλά έπαιζε μαζί του, αν ήθελε απλά να τον τρομάξει, επειδή λανθασμένα φυσικά, θεωρούσε ότι την είχε απορρίψει. Άνοιξε πάλι τα μέηλ του και διάβασε όλα τα μηνύματά της. Έμοιαζε σα να μιλάει με δύο ανθρώπους κάποιες φορές. Σα να ήταν διχασμένη προσωπικότητα. Όταν θύμωνε, θύμωνε πολύ. Και όταν ήταν γλυκιά, έφτανε στο άλλο άκρο. Νόμιζε πως ήταν απλά κυκλοθυμική, μήπως όμως ήταν πιο σοβαρά τα πράγματα; Να ήταν άραγε διαταραγμένη;
Διάβαζε τα μηνύματα ξανά και ξανά. Όσο το έκανε, βυθιζόταν όλο και πιο πολύ στο άγνωστο μη μπορώντας να βρει απαντήσεις.

Προσμένοντας
Απόσπασμα
Άρχισε να παγώνει στην άδεια αίθουσα. Ή μήπως ήταν η καρδιά του που βάδιζε στα κομμάτια πάγου που άφησε πίσω της η μεγάλη φυγή της άλλοτε αγαπημένης του; Πόσος καιρός είχε περάσει που έλιωνε μέσα στην αίθουσα του πόνου;
Μήνες; Χρόνια; Είχε χάσει πια το μέτρημα. Μόνο τους αναστεναγμούς της καρδιάς μπορούσε πια να μετρά. Τα άδεια δευτερόλεπτα που συμπλήρωναν τις βασανιστικές ώρες της μοναξιάς αρνιόταν πεισματικά να τα υπολογίζει.
Κάθε φορά εκεί. Κάθε φορά να ελπίζει… να περιμένει… Κάθε φορά να προσμένει… Μα πως μπόρεσε να εξαφανιστεί με αυτό τον τρόπο; Πως μπόρεσε να πετάξει από πάνω της τις στιγμές τόσων χρόνων, πως μπόρεσε να κόψει το νήμα της ζωής μιας μεγάλης αγάπης;
… Συνέχιζαν όμως την υγρή πορεία τους μέχρι να τα στεγνώσει ο κρύος αέρας της καρδιάς.
Ένιωσε την ανάγκη να κάνει ένα τσιγάρο. Βγήκε έξω και ένας κρύος αέρας τον διαπέρασε. Μειδίασε.
«Δε θέλεις να δεις τι κάνει μέσα μου», σκέφτηκε με θλίψη.
Κοίταξε λίγο το τσιγάρο πριν το ακουμπήσει στα χείλη του. Πήγαιναν χρόνια που το ‘χε κόψει.
«Δε βαριέσαι», είπε από μέσα του, «από τον καημό μου μπορεί να πάω, από σένα όχι».
Τράβηξε μια γενναία ρουφηξιά νιώθοντας να του καίγονται τα πνευμόνια. Το ήθελε όμως, το είχε ανάγκη. Μια οποιαδήποτε συντροφιά στην άγρια μοναξιά του. Έβγαλε τον καπνό στέλνοντάς τον ψηλά σαν σύννεφο, λες και θα μπορούσε να μεταφέρει πάνω σε αυτό τον καημό του μακριά, να τον χωρίσει από τον πόνο, να σπάσει το δίδυμο που χρόνια τώρα τον είχε σημαδέψει. Τον παρακολουθούσε να διαλύεται μόλις μια αναπνοή μακριά του και κοίταζε με τόση προσήλωση, σα να ήταν εφικτό μέσα σε μια ανάσα καπνού να δει τον πόνο να ασφυκτιά και να τον λυτρώσει.
Το τσιγάρο τελείωσε. Ο καημός εκεί. Η ελπίδα έφυγε. Η δύναμη τον εγκατέλειψε. Μια κουρασμένη θέληση έσερνε τα βήματά του.
Έφτασε στο σπίτι. Στο άδειο σπίτι. Ήταν καιρός πια που είχε χωρίσει με την γυναίκα του. Δεν μπορούσε άλλο να συνεχίσει το ψέμα. Δεν της είχε πει όλη την αλήθεια. Δεν της είχε πει ούτε ψέματα. Απλά ότι δεν άντεχε άλλο. Δεν μπορούσαν πια να ζουν έτσι. Το είχε δεχτεί με ανακούφιση θα έλεγες. Με την ίδια ανακούφιση που είχε νιώσει και αυτός. Της παραχώρησε το σπίτι. Βρήκε ένα άλλο μικρότερο σε μια άλλη επαρχιακή πόλη και εγκαταστάθηκε εκεί. Περίμενε την Άγκνες να έρθει να της το πει. Είχε πάει στο αεροδρόμιο να την πάρει. Δεν ήρθε. Ούτε με την επόμενη πτήση. Δεν φάνηκε ποτέ. Κι ας είχαν περάσει πέντε χρόνια. Η Άγκνες δεν ήρθε ποτέ…
Πλησίασε στο μικρό μπαρ και πήρε ένα μπουκάλι κρασί. Έριξε μια απελπισμένη ματιά στον άδειο χώρο.
«Που είσαι;» φώναξε η ματωμένη του καρδιά, «γιατί δεν έρχεσαι;»

Μια αλλιώτικη πρωτοχρονιά
Απόσπασμα
Περάσαμε από όσα μέρη χρειάζονταν για να μαυρίσει η καρδιά μου για πάντα.
“Είδες αρκετά;”
Το σκοτεινιασμένο βλέμμα μου, του απάντησε.
“Θέλω να με αφήσεις εδώ. Να νιώσω όλη τη δυστυχία, όλη την εξαθλίωση”.
“Είσαι σίγουρη;”
Όχι ρε πούστη μου, δεν ήμουν. Επειδή είμαι κι εγώ ένα ανθρωπάκι που κάνει επανάσταση από τον καναπέ.
Με γύρισε πάλι πίσω. Εκεί στο παγκάκι. Στεκόμουν αμίλητη και τον άκουσα να μου μιλά.
“Εσείς με δημιουργήσατε. Δεν το ζήτησα. Σε όλο αυτό τον κόσμο που είδες, δεν έχω τη δύναμη να κάνω κάτι. Δεν είμαι αληθινός. Υπακούω στις επιθυμίες των δυνατών. Αυτοί μπορούν να μ` έχουν. Όταν κάποιο από αυτά τα παιδιά ρωτά γιατί δεν τα επισκέπτομαι, δεν έχω απαντήσεις. Δεν ξέρω ποια ανάγκη σας ικανοποιεί το να υπάρχω. Δημιουργήθηκα για να ζω την θλίψη κάθε χρόνο. Στους αιώνες που πέρασαν, ψάχνω την ευχή που θα μου δώσει ελπίδα. Αυτήν που θα με κάνει να πιστέψω στο πνεύμα μου και ίσως τελικά μπορέσω να κάνω κάτι. Πόσο κουράστηκα με τα ανόητα γράμματα! Σας ακούω κάθε χρόνο να κάνετε ευχή για έναν καλύτερο κόσμο. Πως θα γίνει όμως αυτό; Ποιος θα το φροντίσει; Τα παιδιά σας δεν έχουν ανάγκη ποδήλατα και παιχνίδια, αλλά ένα καθαρό κόσμο. Πραγματικά αισθήματα. Μια ευχή. Μια ευχή για τον καθένα είναι. Κάντε την επιτέλους! Αλλιώς αφήστε με στην ησυχία μου!”

Ελιζαμπεθ
Απόσπασμα
Είχε ανοίξει τα χέρια της σε πλήρη εκταση και είχε ξεκινήσει να αιωρείται, όχι όμως πολύ ψηλά από το έδαφος. Ο αέρας που της τραβούσε πίσω την κάπα και τα μαλλιά, την έκανε να μοιάζει με σκοτεινή θεά, με κάποια βασίλισσα του σκότους. Και ήταν. Ήταν η απόλυτη βασίλισσα. Ακατάλυπτα λόγια έβγαιναν από το στόμα της σαν μουρμουρητό. Κρατώντας ακόμα τα χέρια της σε έκταση, άρχισε να στροβιλίζεται με δύναμη αυξάνοντας την απόσταση από το έδαφος. Ήταν γύρω στα δέκα μέτρα ψηλά όταν σταμάτησε ο στροβιλισμός. Όχι όμως και ο αέρας που φυσούσε ακόμα πιο μανιασμένα συμμετέχοντας με αυτό τον τρόπο στην παράνοια της βραδιάς. Η φωνή της ακούστηκε δυνατή και παγερή.
“ΒΓΕΙΤΕ!”
Καμία φρίκη δε θα μπορούσε να περιγράψει, ούτε τον ήχο, ούτε την εικόνα. Σκελετοί άρχισαν να βγαίνουν από τα μνήματα τρίζοντας, δημιουργώντας ένα απόκοσμο σκηνικό θανάτου. Οι άναρθρες κραυγές τους έκαναν ακόμα και τον αέρα να σιωπήσει και να κρατήσει την ανάσα του. Στάθηκαν όλοι από κάτω της, περιμένοντας την εντολή της. Την εντολή της βασίλισσάς τους. Κατέβηκε πιο χαμηλά. Όσο κατέβαινε οι κραυγές σταματούσαν σιγά σιγά, ώσπου απλώθηκε σιγή. Νεκρική.

Η φυγη
Απόσπασμα
Το ήξερε πως αν έφευγε δε θα υπήρχε γυρισμός. Αυτό όμως δεν την εμπόδισε να ετοιμάσει τη βαλίτσα της. Με πόνο τοποθετούσε τα ρούχα μέσα, όμως δε σταμάτησε, παρά μόνο όταν τη γέμισε.
Δεν έκλαιγε. Κι όμως, αρκούσε απλά να κοιτάξεις τα μάτια της για να νιώσεις τη θλίψη της. Είχε ιδιαίτερα μάτια. Στο χρώμα του μελιού, ζέσταιναν την καρδιά σου αμέσως όταν σε κοίταζε. Όπως κι αν ήταν. Χαμογελαστή, θλιμμένη, ευτυχισμένη, θυμωμένη. Τα μάτια της σε ζέσταιναν. Ίσως επειδή ήταν πάντα μελαγχολικά. Σπάνια γελούσαν. Και αυτή η μελαγχολία κατά ένα περίεργο τρόπο, την έκανε ανθρώπινη και απρόσιτη μαζί. Το να την πλησιάσεις ήταν από πανεύκολο έως αδύνατο. Πως το έκανε; Απροσδιόριστο. Δεν το προσπαθούσε καν. Ίσως και να ήταν αυτό που μάγευε τους άλλους. Τίποτα δεν προσπαθούσε. Απλά υπήρχε εκεί και αυτό από μόνο του ήταν αρκετό.

Το τρένο του φόβου
Απόσπασμα
“Ο λαιμός μου στεγνώνει. Τι βλακεία να μην έχω ένα μπουκαλάκι νερό μαζί μου! Ένας θόρυβος ακούγεται και κοιτάζω γύρω μου ανήσυχη. Τίποτα, ψυχή πουθενά. Ίσως και να είναι το τρένο που έρχεται. Μια καυτή ανάσα στον λαιμό μου με κάνει να τιναχτώ απότομα. Δεν βλέπω τίποτα δίπλα μου. Είμαι μόνη μου στην αποβάθρα. Έχω ταχυπαλμία, μπορώ ν’ ακούσω τους σφυγμούς μου. Υπάρχει κάτι, το ξέρω. Τώρα ακούω καθαρά το τρένο. Το ρολόι του σταθμού δείχνει 04.05. Θα μπω, το έχω αποφασίσει. Δεν ξέρω που θα κατέβω, αρκεί να φύγω από δω. Πλησιάζει. Η καρδιά μου σφίγγεται. Φοβάμαι. Φοβάμαι πολύ. Φοβάμαι να μπω, φοβάμαι και να μείνω εδώ. Απλά φοβάμαι. Περνά ορμητικό από μπροστά μου και όταν πια σταματά, το τελευταίο βαγόνι βρίσκεται αγέρωχο απέναντί μου κοιτάζοντάς με θαρρείς υποτιμητικά. Η πόρτα αρχίζει ν’ ανοίγει μ’ ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο. Περιμένω ν’ ανοίξει καλά, όμως σταματά κάπου στη μέση. Κοιτάζω αμήχανα. Ο λαιμός μου ξεραίνεται. Νιώθω το σάλιο μου στεγνό να γδέρνει το λαρύγγι μου καθώς καταπίνω αργά. Ο διαπεραστικός ήχος επιτίθεται ύπουλα στα τύμπανά μου, ενώ το εφιαλτικό άνοιγμα ολοκληρώνεται. Μπαίνω διστακτικά. Η πόρτα κλείνει πίσω μου με δύναμη, κάνοντάς με να πεταχτώ από τον φόβο μου. Μέσα στο επόμενο δευτερόλεπτο σκέφτομαι μήπως θα ήμουν πιο ασφαλής έξω…”
Σοφία Κραββαρίτη

Flash story: Κακόφημη συνοικία

 

Σοφία Κραββαρίτη: Σκέψεις ενός μοναχικού μυαλού








Ο Κήπος με τα Τριαντάφυλλα
Μια μαύρη κωμωδία απλώς, ή μήπως μια αστυνομική ιστορία με μυστηριακές προεκτάσεις;
Απροσδόκητοι ήρωες, παράδοξοι πρωταγωνιστές, άφθονο γέλιο, μυστήριο, συγκίνηση, έρωτας αληθινός συνθέτουν ένα μοναδικό βιβλίο.

Ένας κόσμος στον οποίο τα άψυχα υλικά παίρνουν ζωή για να μας διασκεδάζουν με τη δική τους στάση απέναντι στα πράγματα. Μια παράλληλη διάσταση όπου ένας κήπος μας τρομάζει, αλλά και μας συγκινεί με την αφοσίωσή του στην ιδιοκτήτρια. Μια φιλία κόντρα σε κάθε τι νορμάλ. Ένας έρωτας που στον πραγματικό κόσμο θα μπορούσε να ευδοκιμήσει. Μια πρωταγωνίστρια ενάντια σε όλα, ακόμα και τον ίδιο της τον εαυτό. Μια μεταφυσική μαύρη κωμωδία, σε ταξιδεύει με ταχύτητα στο ανέφικτο, με συνεπιβάτες το γέλιο, το δάκρυ και την απορία:
Είναι δυνατόν να συμβαίνουν αυτά;

Η συγγραφέας:
Όταν ανακάλυψα τους δαίμονές μου, φοβήθηκα. Όταν γνώρισα τη συγγραφή, φοβήθηκαν εκείνοι εμένα… Τους άπλωσα το χέρι και τους κάλεσα κοντά μου. “Μη φοβάστε” τους μίλησα, “μαζί θα βαδίσουμε σ’ ευωδιαστά μα και δύσκολα μονοπάτια. Μαζί θα μυρίσουμε το τριαντάφυλλο, μαζί και το αίμα”.
Σοφία Κραββαρίτη

Μυθιστορήματα
Ο θεός άργησε πολύ (2015), Όστρια Βιβλίο
Ο Κήπος με τα Τριαντάφυλλα (2018), Εκδόσεις Άλλωστε

Διηγήματα
Η Σκιά (2015)
Η μορφή του Ερέβους (2015)
Το ποτάμι της οργής (2015)
Ο άγγελος (συνεργασία με Θεόφιλο Γιαννόπουλο) (2015)
Ο ακροβάτης (2016)
Το πλάσμα (2016)
Στην αγκαλιά των αιθέρων (2016)
Το καρέ των Χριστουγέννων (2016)
Το πατρικό (2016)
Ματωμένος βαλεντίνος (2016)
Η κατάρα των παιδιών (2016)
Αδιέξοδη συνείδηση (2016)
Ματωμένες σελίδες (2016)
Προσμένοντας (συνεργασία με ΜΑΦΡΑ) (2016)
Κάτιθα (συνεργασία με Κωνσταντίνο Βαρδή) (2016)
Μια αλλιώτικη πρωτοχρονιά (2017)
Ελίζαμπεθ (2017)
Η φυγή (2017)
Το τρένο του φόβου (2017)

Θεατρικά
Του ουρανού… το κάγκελο (2018)

Συλλογικά έργα
Στα σύνορα του τρόμου – εκδόσεις Άλλωστε (2016)
Το έπος της φαντασίας – εκδόσεις Πηγή (2017)
Διαδρομές ψυχής – εκδόσεις Γράφημα (2017)
Ανθολόγιο ΣυνΠοιείν (2017) (Αυτοανθολόγηση 150 ποιητών, λογοτεχνών, θεατρικών συγγραφέων, στιχουργών και εικαστικών)
Συλλογική ανθολογία “Timeless timekeeper – distruzione I” – εκδόσεις Anima (2017)

Σελίδες στο Facebook:
Σοφία Κραββαρίτη – Σκέψεις ενός μοναχικού μυαλού
Σοφία Κραββαρίτη – Ο Κήπος με τα τριαντάφυλλα
Στήλη στο Τοβιβλίο.net: Terror and Fantasy
Blog: Τα Koalakia

Πηγές: BIBLIONET, Εκδόσεις Όστρια, Άλλωστε, Anima, Πηγή, Γράφημα, Σοφία Κραββαρίτη

Κριτική ή σχόλιο
1
2
3
4
5
Υποβολή
     
Ακύρωση

Κριτική ή σχόλιο

Deyteros.com
Average rating:  
 0 reviews

Επισκέψεις: 198