Διονύσιος Σολωμός (1789-1857)


Ο Διονύσιος Σολωμός είναι ο μεγαλύτερος ποιητής του προπερασμένου αιώνα. Αρχηγός της Επτανησιακής σχολής, ηγέτης του νεοελληνικού έμμετρου λόγου, που ουσιαστικά αρχίζει μετά από αυτόν και, τέλος, Εθνικός της Ελλάδας, και γιατί έγραψε τον Εθνικό μας Υμνο και γιατί τον νεοελληνικό ποιητικό λόγο, και γιατί ύμνησε τον Εθνικό αγώνα της Ανεξαρτησίας, και γιατί πρώτος χρησιμοποίησε στον ποιητικό και πεζό του λόγο την εθνική λαϊκή μας γλώσσα, τή δημοτική.

Γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1789 (έτος του μαρτυρίου του Ρήγα) και πέθανε στην Κέρκυρα το 1857, δυο χρόνια πριν γεννηθεί ο Παλαμάς. Ο πατέρας του Νικόλαος Σολωμός ήταν πλούσιος άρχοντας και κόμης, ενώ η μητέρα του, Αγγελική Νίκολη, ήταν γυναίκα του λαού. Εμεινε ορφανός σε νεαρή ηλικία, αλλά τα άφθονα οικονομικά μέσα του επέτρεψαν να συνεχίσει τις σπουδές του. Σε ηλικία δέκα χρονών, συνοδευόμενος από τον οικοδιδάσκαλό του καθολικό αββά Σάντο Ρόσσι, πήγε στη Βενετία και συνέχισε πανεπιστημιακές σπουδές στην Κρεμόνα και την Παβία της Ιταλίας.

Τα ενδιαφέροντα του ήταν φιλολογικά, δεδομένου μάλιστα ότι από μικρός οτιχουργούσε ο ίδιος. Η λαμπρή άνθηση της ιταλικής φιλολογίας δεν τον άφησε ανεπηρέαστο. Καθώς μάλιστα μιλούσε πλέον θαυμάσια την ιταλική γλώσσα, τα ποιήματα του τα έγραφε ιταλικά. Εξαλλου γνωρίστηκε με γνωστά ονόματα της πνευματικής Ιταλίας (Μαντσόνι, Μόντι κ.ά.), μπήκε στους φιλολογικούς κύκλους τους, και τελειοποιούμενος ολοένα στίς ποιητικές κατακτήσεις του, εξελισσόταν σ’ έναν καλό ποιητή της ιταλικής γλώσσας.

Το 1818 χρειάστηκε να γυρίσει στη Ζάκυνθο. Τα δέκα χρόνια που έζησε στην Ιταλία τον είχαν επηρεάσει βαθύτατα, ώστε και στην Ελλάδα να συνεχίσει γράφοντας ιταλικά. Αλλά το 1822 η γνωριμία του και οι συζητήσεις του με τον Σπυρίδωνα Τρικούπη τον έπεισαν, ότι έπρεπε να γίνει Ελληνας ποιητής, να γράφει στην ελληνική γλώσσα, και μάλιστα στη γλώσσα του λαού, τη δημοτική.

Αρχισε τότε να διαβάζει τον Χριστόπουλο, να μελετάει τα δημοτικά τραγούδια, να παρακολουθεί όλη την πριν απ’ αυτόν ποιητική παραγωγή (τη λεγομένη προσολωμική), ώσπου να είναι σε θέση να γράψει ελληνικά ποιήματα. Το πρώτο ποίημα του, που έδειξε στον Τρικούπη ήταν η «Ξανθούλα». Το 1823 έγραψε τον «Υμνον εις την Ελευθερίαν», που τυπώθηκε τον επόμενο χρόνο στo Μεσολόγγι. Τoν ίδιο μήνα, στο Μεσολόγγι, πέθανε ο Λόρδος Βύρων, στον οποίο ο Σολωμός αφιέρωσε συγκινητικό ποίημα. Στα 1826 γράφει τον «Λάμπρο» και τη «φαρμακωμένη». Αλλά το μεγάλο, το επικό γεγονός της χρονιάς αυτής, ήταν η παρατεινόμενη τρομερή πολιορκία του Μεσολογγίου και η θαυμαστή πίστη και αντοχή των «ελευθέρων πολιορκημένων». Τα κανόνια ακούγονταν ως την Ζάκυνθο, και οι πρόσφυγες Μεσολογγίτες γυρνούσαν στους δρόμους της Ζακύνθου ζητώντας ελεημοσύνη. Με εθνική συγκίνηση, και ψυχικό ρίγος παρακολουθούσε ο ποιητής την Εθνική εποποϊία, από την οποία προέκυψε η ποιητική του σύνθεση των «Ελευθέρων πολιορκημένων».

Το 1828 ο Σολωμός πηγαίνει στην Κέρκυρα, σημαντικό πνευματικό κέντρο της εποχής, και ζεί εκεί ως αρχηγός κύκλου θαυμαστών και ποιητών ενός πυρήνα από πνευματικούς ανθρώπους με μεγάλη μόρφωση, με προοδευτικές και φιλελεύθερες ιδέες, με αισθητική κατάρτιση, με αυστηρές αξιώσεις από την τέχνη και με φιλοδοξίες γιά μιαν αναγέννηση της Νεοελληνικής Γραμματείας. Είναι ο κύκλος που δημιούργησε την Επτανησιακή Σχολή, με αρχηγό, καθοδηγητή και σύμβουλο τον Σολωμό. Από τον κύκλο αυτόν αρχίζει η ποιητική άνοδος της ελληνικής ποίησης, πολλές δεκάδες χρόνια πρίν από την Αθήνα, όπου ο Παλαμάς δημιούργησε μιά δεύτερη ποιητική αναγέννηση.

Ο Σολωμός στο διάστημα 1847-51 επιχείρησε να ξαναγράψει ιταλικά ποιήματα. Hταν όμως ήδη Ελληνας ποιητής, ο μεγαλύτερος ποιητής του καιρού του, μιά μορφή γεμάτη αίγλη, κύρος και δόξα γιά ολόκληρη την Ελλάδα. Είχε πετύχει να ξεπεράσει τη μεγάλη δυσκολία της γλώσσας, να την κατακτήσει και να την αξιοποιήσει με ποιητικά αριστουργήματα, στα οποία έβλεπες τον μεγάλο τεχνίτη.

Ηταν τόσο γενική και στέρεη η φήμη του, ώστε, όταν μαθεύτηκε ο θάνατος του (21 Νοεμβρίου 1857) όλος ο λαός πένθησε. Το θέατρο της Κέρκυρας έκλεισε, η Ιόνια Βουλή σταμάτησε τις εργασίες της και αποφάσισε να γίνει δημόσιο το πένθος γιά τον ποιητή.

Δύο χρόνια αργότερα, το 1859, κυκλοφόρησαν τα «Απαντα» του Σολωμού, σε έκδοση και με πρόλογο του Ιάκωβου Πολυλά, ενός από τους οξυνούστερους παράγοντες του φιλολογικού του κύκλου, που έμεινε πλέον και ο ηγέτης του κύκλου αυτού.
Τo 1864 οι πρώτες στροφές από τον «Yμνον εις την Eλευθερίαν» του Σολωμού ορίστηκε ως ο Εθνικός ύμνος της Ελλάδας. Ηταν η πρώτη επίσημη αναγνώριση του ποιητή στην κυρίως Ελλάδα. Η επιβολή του ονόματός του σε ευρύτερα στρώματα έφερε ως επακόλουθο και την ευρύτερη διάδοση του έργου του, που άσκησε σιγά-σιγά την επήρεια του επί μιά εικοσαετία και τελικά αποτέλεσε την αφετηρία, γιά ένα ξεκίνημα των νέων ποιητών, πάνω σε καινούριες βάσεις και έξω από τους θρήνους και ολοφυρμούς τών ρομαντικών.

Οι χτυπητές λέξεις, οι φλύαροι στίχοι, τα άχρηστα παραγεμίσματα έπαψαν να αποτελούν ποίηση. Ο Σολωμός έδειξε, οτι η ποίηση πρέπει να έχει πυκνότητα. Με τις λιγότερες και μουσικότερες λέξεις να αποδίδει υψηλά νοήματα και καθαρές εικόνες, όπου τίποτα περιττό δέν υπήρχε κι όπου όλα – γλώσσα, νόημα, ρυθμός, εικόνα – ήταν αισθητικά οργανωμένα, αλλά όχι και εγκεφαλικά. Τίποτα δεν πρόδιδε την επίπονη κατεργασία. Αντίθετα το ποίημα είχε δροσιά, φυσικότητα και παρθενικότητα. Ο Σολωμός πέτυχε, μιά θαυμαστή ισορροπία πνεύματος και μορφής, νόησης και αισθήματος γλώσσας και μουσικότητας.

Είχε μιά θεωρητική κατάρτιση, που τη βλέπομε και στο «Διάλογο» του (όπου μιλούν ο ποιητής, ο φίλος και ο σοφολογιότατος), και που του επέτρεψε να συλλάβει σωστά το πρόβλημα της ποίησης, και να το πραγματοποιήσει σε βαθμό τελειότητας, δημιουργώντας μιά παράδοση και κερδίζοντας επάξια τον τίτλο του γενάρχη του νέου μας ποιητικού λόγου.

Οι πρώτες του δοκιμές σε μιά γλώσσα, που δεν τη χρησιμοποίησε ακόμα με την ευχέρεια της μητρικής γλώσσας, έδωσαν λαμπρά αποτελέσματα με στροφές ειδυλλιακές, γεμάτες φως, διαύγεια και ιδεαλιστική πνοή. Κατακτώντας σιγά – σιγά το γλωσσικό του όργανο και ζώντας τον παλμό, του Αγώνα και την αγωνία του επαναστατημένου Εθνους, έντυσε τις εμπνεύσεις του με τα χτυποκάρδια των πολεμιστών. Εδωσε ποιητικό νόημα στην Εθνεγερσία. Εγινε η έκφραση των αισθημάτων του καιρού του και της πατρίδας του. Και με τόσο βαθιά συναίσθηση ευθύνης, ώστε, μπρος στο τέλειο και το ιδεώδες, που επιδίωκε, να γράφει και να ξαναγράφει τις ποιητικές του συνθέσεις σέ διάφορα σχεδιάσματα, ώσπου να πετύχει να συνδυάσει την πιό τέλεια μορφή με το πιό υψηλό περιεχόμενο.
«… Ο Σολωμός, – γράφει ο Α. Καραντώνης – γύρεψε να συγχωνέψει σε μιά τέλεια και καθαρή, απλή όσο και βαθιά μορφή μουσικού ποιητικού λόγου, όλες τις ιδιότητες και τις ενέργειες του ανθρώπου – από το πιό αυθόρμητο ψυχικό σκίρτημα ως τή φιλοσοφική ενόραση και την πνευματική σύλληψη της Θείας Δημιουργίας, συνταιριασμένες με μιά ανώτερη αντίληψη του Χρέους».

Τo σπουδαιότερο πρόβλημα που απασχόλησε τη μεγαλοφυία του εθνικού μας ποιητή Δ. Σολωμού, ήταν το πρόβλημα της Ελευθερίας. Της ελευθερίας πρώτα της Εθνικής που είναι συνυφασμένη με την Ηθική ελευθερία του ατόμου, και της ελευθερίας ως Ιδέας, που περικλείει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Τις θέσεις αυτές τις αποτύπωσε ο Σολωμός στον «Υμνον εις την Ελευθερίαν», στους «Ελεύθερους πολιορκημένους», και στον «Διάλογο» ποιητή και σοφολογιότατου.

Στον «Υμνον εις την Ελευθερίαν», σβήνεται ολότελα, μπορεί κανείς να ειπεί, η ιδεαλιστική θέση και αναδύεται ολόσαρκη η εκδικήτρια εθνική μορφή της Ελευθερίας. Ο ποιητής οραματίζεται την Ελευθερία οπλισμένη με σπαθί, που έχει κόψη τρομερή, μαχόμενη να κόψει τα δεσμά της σκλαβιάς, όπου γης, μιας και με βία μετράει τη γη, σαν να θέλει με μιάς ολόκληρη ν’απλωθεί. Πιστεύει οτι θεμελιώνεται στη θυσία, οτι απ’ αυτήν τρέφεται και αντριεύει, μιας και την βλέπει να βγαίνει απ’ τα κόκκαλα των Ελλήνων τα ιερά, όπως και πρώτα αντρειωμένη. Μέσα στις 158 τετράστιχες στροφές του «Υμνου» ο ποιητής ανατρέχοντας τον επαναστατικό αγώνα του Εικοσιένα, βροντοφωνεί και πάλι την πολεμόχαρη κραυγή του Ρήγα «… Η τη νίκη η τή θανή, συμβουλεύει, τονώνει την πίστη των μαχητών, διακηρύσσει την αδερφική ομόνοια, βέβαιος οτι η ομόνοια οδηγεί στη νίκη: «… Πάντα η νίκη αν ενωθείτε πάντα εσάς θ’ ακολουθεί». Ετσι πολεμική προβάλλει ο Σολωμός την Ελευθερία και στην ωδή γιά το θάνατο του λόρδου Βύρωνα στ’ άλλα πατριωτικά ποιήματα του. Κι αυτή είναι η μία από τις πλευρές του προβλήματος της ελευθερίας, που θέτει ο Σολωμός: η απαράγραφτη, μαχητική, απαρασάλευτη, Εθνική Ελευθερία.

Μα ο Σολωμός δεν αρκείται στην Εθνική Ελευθερία. Προχωρεί σε μιά ευρύτερη ανθρώπινη έννοιά της: την Ηθική Ελευθερία. Γράφει στους «στοχασμούς» του ο ποιητής: «Μιά μεστή και ωραία δημοκρατία ιδεών, οι οποίες να παρασταίνουν ουσιαστικά τον εις τες αίσθησες αόρατο Μονάρχη… που είναι έξω από την περιφέρεια του καιρού, αλλά μιά δημοκρατία ιδεών ενεργεί αισθητά μέσα εις τα όρια του καιρού». Ετσι ο ποιητής δεν μένει προσκολλημένος οτην ιδέα του απόλυτου, αλλά κατεβάζει την ιδέα του απόλυτου από τα σύννεφα και την τοποθετεί μέσα στην ιστορική πραγματικότητα. Στη σύνθεση του έπους των «Ελεύθερων Πολιορκημένων», τραγούδησε και ύμνησε, όχι αφηρημένους αλλά τους συγκεκριμένους ήρωες του Μεσολογγίου ως σύνολο, που ύψωσαν το χρέος τους γιά την Εθνική Ελευθερία, ως χρέος ευρύτερο, πέρα από την Ελλάδα, προς την ίδια την ανθρωπότητα και τον άνθρωπο γενικότερα:
«Οποιος πεθαίνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει» λέει ο ποιητής. Κι οι Μεσολογγίτες δεν διστάζουν να πεθάνουν. Ποιός μπορεί να θεωρηθεί πιό ελεύθερος απ’ αυτούς τους πολιορκημένους σκλάβους; Κι όμως. Κάποτε κάποτε σ’ αυτά τα ξέσκεπα στήθια, που δεν διστάζουν να θυσιαστούν σε κάθε στιγμή, μέσα τους ζεί ο πειρασμός γιά τη ζωή, γιά την ομορφιά της φύσης που τους κρατάει δεμένους μαζί του, με τα πιό ισχυρά γιά κάθε ανθρωπο δεσμά. Να και η άνοιξη που κάνει να γοργοχτυπούν οι καρδιές:

Εστησε ο Ερωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη
……………………………………………………………….
Aνάκουστος κελαϊδισμός και λιποθυμισμένος
……………………………………………………………….
Νύχτα γεμάτη θάματα, νύχτα σπαρμένη μάγια.

Οι τρεις αυτοί στίχοι που έχουν γίνει πιά παροιμιώδεις, δείχνουν όλο το μέγεθος του πειρασμού, που η κατανίκηση του θ’αποκαλύψει όλο το μεγαλείο της ηθικής απολύτρωσης. Οχι, οι ήρωες του Μεσολογγίου δέν είναι Θεοί. Δεν αρνούνται την άξια της ζωής και τα αγαθά της:

Τα μάτια δείχνουν έρωτα γιά τον απάνου κόσμο.
Και στη θεωρία του είν’ όμορφο το φως και μαγεμένο…

Θα τα θυσιάσουν όμως γιά να εκπληρώσουν το χρέος προς την πατρίδα και να μείνουν ελεύθεροι. Και στο δρόμο της θυσίας που χαρίζει την Ηθική Ελευθερία, τους ακολουθούν τώρα και τα γυναικόπαιδα:

Και βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες.
Γύρω στη φλόγα π’ άναψαν και θλιβερά τη θρέψαν,
Μ’ αγαπημένα πράγματα και με στενά κρεβάτια
Ακίνητες, αστένακτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ.

Ετσι προετοιμάζεται η τελική κατανίκηση της βίας, η αυθόρμητη θυσία, η νίκη πάνω στο θάνατο:

Είν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημμύρα των αρμάτων,
Δρόμο να σχίσουν τα παιδιά, κι ελεύθεροι να μείνουν,
Eκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο…

Και με το χάρο ακόμα ο ελεύθερος, πάντα ελεύθερος θά μένει.
Η τρίτη πλευρά της ελευθερίας, είναι η Πνευματική Ελευθερία. Και την πνευματική ελευθερία η μεγαλοφυία του Σολωμού την άγγιξε και την διαλάλησε στο «Διάλογο» του με το φίλο του σοφολογιότατο, πάνω στο συσχετισμό ελευθερίας και γλώσσας: «Μήγαρις έχω άλλο στο νού μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατεί τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη (η γλώσσα) θέλει πατήσει ογλήγορα τα σοφολογιοτατίστικα».
«… Και έπειτα αγκαλιασμένες και οι δυό εις τον δρόμον της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω αν κανένας σοφολογιότατος κρώζει η κανένας Τούρκος βαδίζει, διατί διά με είναι όμοιοι και οι δύο».

Στο θέμα της γλώσσας ο Σολωμός δεν είναι απλά ο τολμηρός πρόδρομος του Ψυχάρη. Είναι ο φωτερός οδηγός όλου του κινήματος του δημοτικισμού, ως κινήματος ελευθερίας:
«Εσύ μιλείς διά ελευθερία; – λέγει ο ποιητής στον σοφολογιότατο – εσύ όπου έχεις αλυσωμένον το νού σου από όσες περισπωμένες εγράφησαν από την έφεύρεσιν της τυπογραφίας έως τώρα, εσύ ομιλείς διά ελευθερία;».

Ο μέγας ποιητής συνδέει την έννοια της ελευθερίας, όχι με την τυπική έννοια της γλώσσας, αλλά με την ευρύτερη έννοια της, ως μέσου διαφωτισμού του λαού, ως μέσου δηλαδή γιά την απολύτρωση του από το σκοτάδι της αμάθειας. Ετσι, και μόνος ο «Διάλογος» του Σολωμού θά αρκούσε γιά ν’ αναγνωριστεί ο ποιητής ως πολύ μεγάλος Ελληνας. Ο «Διάλογος» του είναι ένας φιλιππικός, γεμάτος αλήθεια, ζωντάνια, αγανάκτηση, ορμή και άπλετο φως:
Ποιητής:…«Σοφολογιότατε, αυτά είναι τα μαθήματα που τους δίνετε και θέλετε να τους φωτίσετε! Τότε κάνει να τους φωτίσετε και με μιά φούχτα στάχτη στα μάτια. Σας δίνω όμως την είδησιν οτι ετελείωσε το βασίλειόν σας εις την Ελλάδα, με των Τούρκων το βασίλειον. Ετελείωσε και ίσως αναθεματίσετε την ώρα της Επαναστάσεως…».
Και ο ποιητής συνεχίζει τον φιλιττπικό του κατά των σκοταδιστών:«… Αλλη έγνοια δεν έχετε παρά να διακονεύετε λέξες με τα κεφάλια σας, και τα κεφάλια σας είναι άλαλα και ξερά, ωσάν τα κρανία που κοιμούνται στα χώματα». Και συνεχίζει με μιά κεραυνωτική οργή: «… Κοράκοι όλοι κοράκοι αληθινοί και χειρότεροι από τον κόρακα, οπού βγήκε από την κιβωτό και εθρεφόταν από τα λείψανα, όπου είχε αφήσει ο κατακλυσμός του κόσμου…».

Με αυτή την ορμή και αγανάκτηση πολεμούσε ο Σολωμός τους σοφολογιότατους, οι οποίοι προσπαθούσαν να τυφλώσουν το Γένος με την καθαρεύουσα τους, τους τόνους και τα πνεύματα της. Αγωνιζόμενος γιά τη γλώσσα καθαγίαζε ταυτόχρονα ενα μέρος της πνευματικής ελευθερίας. Η βαθύτερη ιδέα που κρύβει ο «Διάλογος» βρίσκεται στην περίφημη φράση του ποιητή:
«Υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού κι αν είσαι αρκετός (άξιος), κυρίεψε την».

Ετσι ο Σολωμός με τον «Yμνον εις την Eλευθερίαν» μας έδωσε το νόημα της «Εθνικής ελευθερίας», με τους «Ελεύθερους πολιορκημένους», το νόημα της «Ηθικής ελευθερίας», και με το «Διάλογο» του το νόημα της «Πνευματικής ελευθερίας».

Από την άποψη της ελευθερίας πρέπει να δούμε και το μοναδικό πεζό του Σολωμού, τη «Γυναίκα τής Ζάκυθος», αυτό το θαυμάσιο μνημείο του ελληνικού πεζού λόγου, με το άφταστο ποιητικό ύφος, που στηλιτεύει την απαίσια μορφή και βρωμερή ψυχή του εθελόδουλου ατομιστή, του κακού ανθρώπου που βασανίζει τους άλλους. Κάποια μακρινή κοινωνική αντήχηση βρίσκομε στο γνωστό επίγραμμα του:

Δυστυχισμένε μου λαέ καλέ και αγαπημένε.
Πάντα ευκολόπιστε και πάντα προδομένε.

Το έργο, «Η γυναίκα της Ζάκυθος» διακαιολογημένα θαυμάστηκε απ’ ολόκληρη την κριτική. «Η κάθε λέξη του ποιήματος (γιατί περί πεζού ποιήματος πρόκειται) – γράφει ο καθηγητής Ε.Κριαράς – κλείνει έναν κόσμο δικό της που σφύζει από ζωή. Το ύφος είναι αποκαλυπτικό και προφητικό, καθώς ταιριάζει σ’ένα δημιούργημα που έχει την τάση να καυτηριάσει και να κολάσει το κακό». Ο Κ.Βάρναλης από τους μεγάλους θαυμαστές του έργου, θεωρεί τον ποιητή και ως «ανυπέρβλητο ως τώρα στυλίστα πεζογράφο» και βλέπει στο έργο αυτό «δημιουργικό ξεχείλισμα, επιγραμματική ακριβολογία, γενική επιθετικότητα, αμεσότητα συγκίνησης και έκφρασης». Και ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης εκτιμά ιδιαίτερα το έργο και γράφει πώς: «Η Γυναίκα τής Ζάκυθος» στέκει δίπλα στο κείμενο του Μακρυγιάννη, γιά τα διδάγματα που μπορεί να μας δώσει».
Και επανερχόμαστε πάλι στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» το έργο της ζωής του ποιητή, το στεφάνωμα της δόξας του, που έμειναν στίχοι και δεν έγιναν ολοκληρωμένο έργο, δέν έγιναν δηλ. ποίημα. Γιατί ο ποιητής προσπάθησε να υψωθεί στο ιδεαλιστικό απόλυτο, στο αντικειμενικά ιδεατό της πλατωνικής ιδέας. Ο πατριωτισμός του ποιητή απ τούς «Ελεύθερους Πολιορκημένους» δέν είναι κάτι το συγκεκριμένο, που ξέραμε στα προηγούμενα ποιήματα. Η πατρίδα εδώ εξιδανικεύεται σε τέτοιο βαθμό, που δεν είναι ελληνική πατρίδα, αλλά μιά πατρίδα υπερεθνική και υπερούσια, η πατρίδα του «ανθρώπου». Μας το λέει ο ίδιος στους «στοχασμούς» του:
«Ο μικρός κύκλος» της πολιορκημένης πόλης (τού Μεσολογγίου) «να ξεσκεπάσει εις την ατμόσφαιρα του τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ελλάδος… και… τα μεγαλύτερα συμφέροντα της άνθρωπότητος».

Γιά το μη τελείωμα του ποιήματος των «Ελεύθερων Πολιορκημένων», όπως και του «Πόρφυρα» και των άλλων μεγάλων ποιημάτων του, απ’ όλες τις γνώμες που ειπώθηκαν ίσαμε σήμερα, νομίζω πως η ορθότερη είναι της Πολυμνίας Λάσκαρη, ειδικά γιά το έργο της ζωής του Σολωμού, τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους». Γράφει: «Βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα ποίημα φιλοσοφικό, εντελώς σωκρατικό στην ουσία του και εντελώς καντιανό στη λανθάνουσα αισθητική του». Και συνεχίζει η ίδια μελετήτρια: «Από τις αντιθέσεις αυτές (ύλης και πνεύματος), ο Σολωμός δεν μπόρεσε να συλλάβει πραγματικές δραματικές συγκρούσεις και να δημιουργήσει έργο αληθινά εθνικό, όπου θα μπορούσε να φωτίσει την ιστορία και να συγκεκριμενοποιήσει γιά τους Ελληνες, μέσα σ’ ένα σύνολο πνευματικό, τις ανάγκες του Εθνους».

Τι θα ήταν βέβαια το ποίημα, είναι περιττό να πούμε, αν είχε ολοκληρωθεί και τελειώσει. Δυστυχώς η φιλοδοξία του ποιητή έμεινε απραγματοποίητη. Γιατί ο Σολωμός και στη λεπτομέρεια και στο σύνολο ζητούσε να πετύχει το απόλυτο, το ιδανικό και το ανέφικτο, και από άποψη μορφής και από άποψη περιεχομένου. Ο ποιητής διαρκώς ατένιζε το ύψος και έχασε το πλάτος. Ο Παλαμάς κορφολογούσε στα ύψη, αλλά η ματιά του αγκάλιαζε τα πλάτη. Ο Σολωμός έγραψε στίχους, που τέτοιοι δεν γράφτηκαν από άλλον ίσαμε σήμερα στη γλώσσα μας. Η πλαστικότητα και η μουσικότητα τους μένουν αξεπέραστες. Ο Παλαμάς μας άφησε ολοκληρωμένα σύνολα που διασχίζουν ολόφωτα την ιστορία της πατρίδας μας και μας ανοίγουν καινούριους δρόμους στη ζωή μας. Ο Σολωμός με τους κατάσπαρτους στίχους του μας άφησε τα θρυμματισμένα και ασύλληπτης ομορφιάς κομμάτια, ενός έκπαγλου αρχαίου ελληνικού αγάλματος.

Και τώρα ας παραθέσουμε μερικούς από τους θεσπεσιότερους στίχους του Σολωμού, που τέτοιοι δεν γράφτηκαν ακόμα στη νέα λογοτεχνία μας. Παραθέτουμε από το δεύτερο και τρίτο σχεδίασμα των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» και τον «Πόρφυρα»:

Ακρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει,

λαλεί πουλί, παίρνει σπειρί, κ’ η μάνα του ζηλεύει…

Ο Απρίλης με τον Ερωτα χορεύουν και γελούνε,
κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

Και μέσ’ στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπρούδα,
έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα…

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρι
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι
με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει
όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.

Τρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της

Αγάπη κι έρωτας καλούν τα σπλάχνα τους τινάζουν
τα σπλάχνα τους κ’ η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν.

Τριαντάφυλλα ‘ναι θεϊκά στην κόλαση πεσμένα.
Κι άνθιζε μέσα μου η ζωή μ’ όλα τα πλούτια πώχει,
Συχνά τα στήθια εκούρασα, ποτέ την καλοσύνη,
Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου.

Πάλι μου ξίπασε τ αυτί γλυκειάς φωνής αγέρας,
κι έπλασε τ’ άστρο της νυχτός και τ’ άστρο της ημέρας,
Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κ’ έρμο,
Η δύναμη σου πέλαγο, κ’ η θέληση μου βράχος.

Με λογισμό και μ’ όνειρο, τι χάρ’ έχουν τα μάτια,
Εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.
Δεν τους βαραίν’ ο πόλεμος, αλλ’ έγινε πνοή τους.

Εστησε ο Ερωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,
κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα,
και μές στη σκιά, που φούντωσε και κλεί δροσιές και μόσχους,
ανάκουστος κελαηδισμός και λιποθυμισμένος.

Αλαφροήσκιωτε καλέ, γιά πες απόψε τι είδες;
Νύχτα γεμάτη θάματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

Αστραψε φως, κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του.
Απομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου.

Φώς που πατεί χαρούμενο τον Αδη και το Χάρο,

Ελεγα, πως την είχα ιδεί πολύν καιρόν οπίσω,
κάν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμαστό περίσσο,
κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου…

Κι έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο γιά πολλή ώρα,
γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου,
που έτρεμαν και δε μ’ άφηναν να βγάλω τη μιλιά μου.

Δεν το ‘λπιζα να ν’ η ζωή μέγα καλό και πρώτο.

Και τελειώνοντας μας είναι αδύνατο να μην αναφέρουμε τα δυό αριστουργηματικά επιγράμματα του Σολωμού: «Στήν Καταστροφή των Ψαρών»:

Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη
περπατώντας η Δόξα μονάχη,
μελετά τα λαμπρά παλληκάρια,
και στην κόμη στεφάνη φορεί,
καμωμένο από λίγα χορτάρια
που είχαν μείνει στην έρημη γη.

Και στην Φραγκίσκα Φραϊζερ, κόρη του Αγγλου διοικητή του νησιού:

Μικρός προφήτης έρριξε σε κορασιά τα μάτια,
και στους κρυφούς του λογισμούς χαρά γιομάτους είπε:
«Κι αν γιά τα μάτια σου Καλή, κι αν γιά την κεφαλή σου,
κρίνους ο λίθος έβγανε, χρυσό στεφάνι ο ήλιος,
δώρο δεν έχουνε γιά Σέ και γιά το μέσα πλούτος.
Ομορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος.

Σε όλο το έργο του ο Σολωμός εκήρυξε τις αθάνατες αξίες της ζωής: Δικαιοσύνη, Ελευθερία, Αλήθεια, Θρησκεία, Αγάπη, Χρέος. Χρέος προς τον εαυτό μας, χρέος προς την πατρίδα, χρέος προς τον πλαϊνό μας, χρέος προς την Ανθρωπότητα. Με αυτές τις αξίες, που είναι ακατάλυτες δυνάμεις εμεγαλούργησε ανέκαθεν το Ελληνικό Εθνος και με αυτές τις δυνάμεις θα μπορέσει να μεγαλουργήσει και πάλι, έστω κι αν δεν έχει την υλική δύναμη των μεγάλων κρατών. Και ο Σολωμός, γιά να μεταχειριστούμε μιά δική του φράση: «από το βασίλειο της Αλήθειας και της Αγάπης όπου βρίσκεται, θα εξακολουθεί να μας κάνει καλό σε ό,τι έχουμε πιό ευγενικό».

Ακρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει,

λαλεί πουλί, παίρνει σπειρί, κ’ η μάνα του ζηλεύει…

Ο Απρίλης με τον Ερωτα χορεύουν και γελούνε,
κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

Και μέσ’ στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπρούδα,
έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα…

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρι
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι
με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει
όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.

Τρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της

Αγάπη κι έρωτας καλούν τα σπλάχνα τους τινάζουν
τα σπλάχνα τους κ’ η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν.

Τριαντάφυλλα ‘ναι θεϊκά στην κόλαση πεσμένα.
Κι άνθιζε μέσα μου η ζωή μ’ όλα τα πλούτια πώχει,
Συχνά τα στήθια εκούρασα, ποτέ την καλοσύνη,
Πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου.

Πάλι μου ξίπασε τ αυτί γλυκειάς φωνής αγέρας,
κι έπλασε τ’ άστρο της νυχτός και τ’ άστρο της ημέρας,
Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κ’ έρμο,
Η δύναμη σου πέλαγο, κ’ η θέληση μου βράχος.

Με λογισμό και μ’ όνειρο, τι χάρ’ έχουν τα μάτια,
Εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.
Δεν τους βαραίν’ ο πόλεμος, αλλ’ έγινε πνοή τους.

Εστησε ο Ερωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,
κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα,
και μές στη σκιά, που φούντωσε και κλεί δροσιές και μόσχους,
ανάκουστος κελαηδισμός και λιποθυμισμένος.

Αλαφροήσκιωτε καλέ, γιά πες απόψε τι είδες;
Νύχτα γεμάτη θάματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

Αστραψε φως, κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του.
Απομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου.

Φώς που πατεί χαρούμενο τον Αδη και το Χάρο,

Ελεγα, πως την είχα ιδεί πολύν καιρόν οπίσω,
κάν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμαστό περίσσο,
κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου…

Κι έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο γιά πολλή ώρα,
γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου,
που έτρεμαν και δε μ’ άφηναν να βγάλω τη μιλιά μου.

Δεν το ‘λπιζα να ν’ η ζωή μέγα καλό και πρώτο.

Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη
περπατώντας η Δόξα μονάχη,
μελετά τα λαμπρά παλληκάρια,
και στην κόμη στεφάνη φορεί,
καμωμένο από λίγα χορτάρια
που είχαν μείνει στην έρημη γη.

Και στην Φραγκίσκα Φραϊζερ, κόρη του Αγγλου διοικητή του νησιού:

Μικρός προφήτης έρριξε σε κορασιά τα μάτια,
και στους κρυφούς του λογισμούς χαρά γιομάτους είπε:
«Κι αν γιά τα μάτια σου Καλή, κι αν γιά την κεφαλή σου,
κρίνους ο λίθος έβγανε, χρυσό στεφάνι ο ήλιος,
δώρο δεν έχουνε γιά Σέ και γιά το μέσα πλούτος.
Ομορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος.

Η ξανθούλα
Την είδα την ξανθούλα,
την είδα `ψες αργά
που εμπήκε στη βαρκούλα
να πάει στην ξενιτιά.

Εφούσκωνε τ’ αέρι
λευκότατα πανιά
ωσάν το περιστέρι
που απλώνει τα φτερά.

Εστέκονταν οι φίλοι
με λύπη με χαρά
κι αυτή με το μαντίλι
τους αποχαιρετά.

Και το χαιρετισμό της
εστάθηκα να ειδώ,
ως που η πολλή μακρότης
μου το `κρυψε κι αυτό.

Σ’ ολίγο, σ’ ολιγάκι
δεν ήξερα να πω
αν έβλεπα πανάκι
ή του πελάγου αφρό.

Και αφού πανί, μαντίλι
εχάθη στο νερό
εδάκρυσαν οι φίλοι
εδάκρυσα κι εγώ.

Δεν κλαίγω για τη βαρκούλα
δεν κλαίγω τα πανιά
μόν’ κλαίγω την Ξανθούλα
που πάει στην ξενιτιά.

Δεν κλαίγω τη βαρκούλα
με τα λευκά πανιά
μόν’ κλαίγω την Ξανθούλα
με τα ξανθά μαλλιά.

Ποίηση
Υμνος εις την Ελευθερίαν (1823)
Εις Μάρκον Μπότσαρη (1823)
Η καταστροφή των Ψαρών (1824)
Ωδή στον θάνατο του Λόρδου Βύρωνα (1824)
Η Φαρμακωμένη (1826)
Εις μοναχήν (1829)
Ο Λάμπρος (1829)
Ο Κρητικός (1833)
Ελεύθεροι Πολιορκημένοι (1826-1844)
Εις το θάνατο Αιμιλίας Ροδόσταμο (1848)
Εις Φραγκίσκα Φραίζερ (1849)
Ο Πόρφυρας (1849)
O θάνατος της ορφανής
Ο θάνατος του βοσκού
Η Ευρυκόμη
Η Ξανθούλα
Η Αγνώριστη
Η Ψυχούλα
Η άνοιξη του μεταστασίου
το καλοκαίρι του μεταστασίου
Η φαρμακωμένη στον Αδη
Ωδή εις τη Σελήνη
Νεκρική ωδή
Η σκιά του Ομήρου

Σατιρικά
Το όνειρο
Η Πρωτοχρονιά (1824)
Το Ιατροσυμβούλιο (1825)
Το όνειρο (1826)
Η Τρίχα (1833)

Πεζά
O Διάλογος (1822-1825)
Η γυναίκα της Ζάκυθος (1826-1829)

Μεταφράσεις
Ωδή του Πετράρχη

Συλλογές
Απαντα τα ευρισκόμενα – Ι.Πολυλάς (1859)

Ιταλικά ποιήματα
La navicella Greca (1851)
Saffo
In morte di Stelio Marcoran
La madre Greca
La donna velata
L’usignolo e lo sparviere
Ιταλικά πεζά
Per Dr. Spiridione Gripari (1820)
Elogio di Ugo Foscolo (1827)

Βιβλιογραφία
Πολυλάς, Διονυσίου Σολωμού Τα Ευρισκόμενα (1859)
Καιροφύλας, Σολωμού Ανέκδοτα Eργα (1927)
Λίνος Πολίτης, Διονυσίου Σολωμού Aπαντα Τ. Α: Ποιήματα (1948), Τ. Β: Πεζά και Ιταλικά (1955)
Ν.Β.Τωμαδάκης, Διονύσιος Σολωμός (1954)
Τσαντσάνογλου Ελ., Διονυσίου Σολωμού «Η Γυναίκα της Ζάκυθος» (1991)
Στυλιανός Αλεξίου, Διονυσίου Σολωμού Ποιήματα και Πεζά (1994)

Πηγές: ΕΚΕΒΙ, Θ.Ροδάνθης, Μαλλιάρης Παιδεία

Επισκέψεις: 75