Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ (1920-2005)

Η Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ γεννήθηκε στην Αθήνα (στο Θησείο) το 1920, κόρη του Μιχάλη Γκρίτση και της Ελένης Σάλαρη.
Τέλειωσε το Γυμνάσιο με μαθήματα κατ’ οίκον, ενώ ασχολήθηκε για λίγο και με το χορό.
Το 1942 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μετά από σύντομο διάστημα παρακολούθησης μαθημάτων εγκατέλειψε τις σπουδές της και στράφηκε στην εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας (Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών) και στη φωνητική (Ελληνικό Ωδείο).
Το 1939 παντρεύτηκε το Γάλλο λόγιο και φιλέλληνα Ροζέ Μιλλιέξ (τον γνώρισε στο Γαλλικό Ινστιτούτο), με τον οποίο απέκτησε αργότερα δυο παιδιά.
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής εντάχτηκε στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο και ως εθελόντρια στον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό.
Από το 1945 ως το 1975 ταξίδεψε -με ενδιάμεσες επιστροφές στην Ελλάδα- στη Γαλλία, την Κύπρο και την Ιταλία.
Στη Γαλλία (1945-1946) οι Μιλλιέξ συνέχισαν τη δράση τους υπέρ της Ελλάδας και η Τατιάνα παρακολούθησε παράλληλα μαθήματα ιστορίας τέχνης και αισθητικής στο Λούβρο. Την ίδια περίοδο πήρε μέρος στο Α΄ Διεθνές Συνέδριο Γυναικών στο Παρίσι με θέμα της την αντιστασιακή δράση των ελληνίδων. Μετά την ανάληψη από τον Μιλλιέξ της διεύθυνσης σπουδών του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών (1947) επέστρεψαν στην Αθήνα, όπου παρέμειναν ως το 1959. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου εργάστηκε στο κέντρο Μικρασιατικών Μελετών, πήρε μέρος σε διάφορες εκθέσεις ζωγραφικής ανά την Ελλάδα και εντατικοποίησε τη συγγραφική της δραστηριότητα.
Ακολούθησε μια μεγάλη περίοδος παραμονής του ζευγαριού στην Κύπρο (1959-1971), όπου ο Ροζέ εργάστηκε στο εκεί Γαλλικό Μορφωτικό Κέντρο και η Τατιάνα στράφηκε σε προσπάθειες για την πολιτιστική αναβάθμιση του τόπου.
Στη συνέχεια έφυγαν για τη Γένοβα της Ιταλίας. Εκεί έδρασαν υπέρ της ίδρυσης έδρας νεοελληνικών σπουδών στο πανεπιστήμιο και ενάντια στη δικτατορία του Παπαδόπουλου, που είχε στο μεταξύ αφαιρέσει από την Τατιάνα την ελληνική υπηκοότητα.
Μετά τη μεταπολίτευση επέστρεψαν στην Ελλάδα και η Μιλλιέξ εργάστηκε στο ΕΙΡ (1974-1975, 1983-1984) και την ΕΡΤ2 (1984-1985) ως υπεύθυνη εκπομπών.
Ως δημοσιογράφος και κριτικός συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες [“Ανεξάρτητος Τύπος” (1957-1959), “Ανένδοτος” (1964-1965), “Αυγή” (1974-1977), “Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία” (1976-1984), “Τα Νέα” (Κύπρου – 1964-1970), “Δημοκρατική” (Κύπρου) κ.α.] και με πάρα πολλά περιοδικά.
Ήταν μέλος της Ακαδημίας Racine του Παρισιού, ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, του Πεν Κλαμπ, του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, της Εταιρείας Κριτικών και Εικαστικών Τεχνών και της Στέγης Καλών Τεχνών και Γραμμάτων (πρόεδρος από το 1981 ως το 1986).
Τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο διηγήματος, το βραβείο των Δώδεκα, το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος και το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών.
 
Την πρώτη της επίσημη εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποίησε το 1945 με δημοσιεύσεις διηγημάτων της στο περιοδικό “Ελεύθερα Γράμματα”.
Κατά τη διάρκεια της κατοχής είχε παράνομα κυκλοφορήσει μια μετάφραση του έργου του Βερκόρ (Ζαν Μπριλέ) “Η σιωπή της θάλασσας”, ενώ ασχολήθηκε επίσης με θεατρικές μεταφράσεις που ανέβηκαν από τους θιάσους Βουτέρη, Κατράκη και άλλων.
Το πρώτο της βιβλίο “Πλατεία Θησείου” εκδόθηκε το 1947 και από τότε, κάθε δυο τρία χρόνια κυκλοφορούσε ένα νέο βιβλίο.
Σημειώνεται επίσης η έκδοση από τον Κέδρο το 1973 (με τίτλο “Σπαράγματα”) μέρους του αρχείου της που σώθηκε από την κατάσχεση της απριλιανής δικτατορίας. Βασικά χαρακτηριστικά του πεζογραφικού έργου της είναι η έμφαση στην απεικόνιση ψυχολογικών διεργασιών με συνακόλουθη χαλάρωση της δομής και της συνοχής των κειμένων της.
Έντονη είναι επίσης στη γραφή της η ποιητική διάσταση του λόγου, η παρουσία των στοιχείων της φαντασίας, της μνήμης, βιωματικής και διακειμενικής, και του εσωτερικού χρόνου.
Πέθανε στην Αθήνα τα ξημερώματα της Κυριακής 13.2.2005, σε ηλικία 85 ετών.

Αναδρομές – Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ

Αν υπάρχει κάτι που σφραγίζει κι ενοποιεί τα σύντομα διηγήματα των Αναδρομών είναι η θερμότητα μιας αχνισμένης ψυχή που την αισθανόμαστε όσο διαρκεί η ανάγνωση. Η Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ επικαλείται το εγκαυστικό κενό της Απουσίας των ανθρώπων και των πραγμάτων, ενώ η μνήμη αναδρομεί αδιάκοπα σαν ταχυπαλμογράφος που κινδυνεύει ν’ απορρυθμιστεί απ’ την ένταση. Η Απουσία είναι η άπειρη απόσταση και είναι συνώνυμη με το θάνατο, είτε πρόκειται για νεκρούς είτε για ζωντανούς. Πολύ περισσότερο για τους τελευταίους, αφού η μνήμη τους αποκαθηλώνει χωρίς έλεος απ’ το εικονοστάσι της και τους παραδίδει ως έσχατη τιμωρία στη λήθη, όπου τίποτα δεν έχει χρώμα και αίμα, για πάντα εκτός γραφής.

Το αλάνθαστο σημείο αναγνώρισης αυτής της γραφής είναι η ουσιώδης λεπτομέρεια που διαποτίζει με τις τονικότητες του ασίγαστου πάθους ό,τι αγγίξει. Υπάρχει ένας οφθαλμός που ακοίμητος συλλαμβάνει, εξαχνώνει και ταξινομεί τις παρορμήσεις της ψυχής, καθώς θεάται την πραγματικότητα. Προϋποθέτει, όμως, τη συνενοχή του αναγνώστη για να τον μυήσει στις ανομολόγητες οριακές εμπειρίες μέσ’ από τις λεπτές χαραμάδες των λέξεων. Έτσι η λεπτομέρεια, ενσωματωμένη άρρηκτα σ’ ό,τι καλείται να χαρακτηρίσει, υπηρετεί εξίσου δραστικά την αρχετυπική ρεαλιστικότητα της «Μετζάστρας» και τις ρευστές αποκρυπτογραφήσεις των κλεισμένων προσώπων και ψυχών των άλλων διηγημάτων.
Α.Κ.
Α΄ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 1983

Διηγήματα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1989, 152 σελ.

Αλλάζουμε; – Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ

Στο “Αλλάζουμε;” δοκιμάζεται ένας μοντέρνος τρόπος κατάτμησης της συγγραφικής ύλης σε έξι ιστορίες που συνθέτουν, με ισάριθμες παραλλαγές, το απαράλλαχτο εσωτερικά πρόσωπο της ηρωίδας. Η Μελένια, κυλώντας από ιστορία σε ιστορία την πρωταρχική Αθωότητα και την πρωταρχική Ενοχή της, μας οδηγεί στην επώδυνη γνώση ότι αυτό που μας μάχεται και μας χωρίζει απ’ τον Άλλον είναι το εσώτατο στοιχείο του εαυτού μας.

Η Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ εξυφαίνει, με τις λεπτότατες αποχρώσεις αυτών των παραλλαγών πάνω στον ίδιο πυρήνα, την αδιόρατη τερατώδη πραγματικότητα που εγκυμονεί την απόλυτη μοναχικότητα και αυτογνωσία ταυτόχρονα. Σκιές εκτινάσσονται ως τον παραλογισμό, θαμποί καθρέφτες κρατούν φυλακισμένα τα πρόσωπα σαν πειστήρια ανομολόγητων φόνων και η ψυχή, ξετρελαμένη απ’ το φόβο της απόλυτης υπαρξιακής μοναξιάς, δημιουργεί ιστούς αράχνης και αυτοπαγιδεύεται.

Έχουμε την αίσθηση, κοιτάζοντας μέσα στο φευγαλέο, έντονα ποιητικό ρευστό της γραφής, όπως ακριβώς στον υγρό βυθό ενός πηγαδιού, ότι αλλάζουμε το πρόσωπό μας μ’ εκείνο της ηρωίδας, ενδίδοντας σ’ ένα συναρπαστικό και σκοτεινό παιχνίδι αντικατοπτρισμών, όπου όλα είναι εφικτά, σύμφωνα με τις άπειρες δυνατότητες της αλλαγής και της μεταμόρφωσης.

Το βιβλίο μεταφράστηκε το 1985 για τις Εκδόσεις Laffite της Μασσαλίας με τον επιτυχημένο τίτλο Το δένδρο του Κάιν, αποσπώντας πολύ εγκωμιαστικές κριτικές στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο από έγκυρους κριτικούς.
Α.Κ.
Β΄ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 1957

Διηγήματα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1989, 165 σελ.

Στη σκάλα του ουρανού – Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ

“Η Πάπισσα Πασκαλίνα” θα ήταν ο εμπορικός τίτλος αυτού του τόμου, ανταποκρινόμενος στο δοκουμέντο που κίνησε τη συγγραφέα να αναπλάσσει το αληθινό συμβάν σε μύθο, αναζητώντας μέσα από το δικό της μύθο να αποκαλύψει μια άλλη αλήθεια, ερεθίζοντας έτσι τη φαντασία του αναγνώστη, καθιστώντας τον συνοδοιπόρο του κειμένου της.

Η Πασκαλίνα είναι πρόσωπο υπαρκτό, υπηρέτησε τον Πάπα Πίο XI 32 χρόνια, μένοντας μαζί του σαν οικονόμος, οικιακή βοηθός, γραμματέας, αλλά και σαν μοναδικός του σύμβουλος, πράγμα που εξόργισε την ανώτατη ιεραρχία του Βατικανού που ψιθυριστά την αποκαλούσανε «Παπέσσα».

Γεγονός, πάντως, είναι πως η αδελφή Πασκαλίνα, ιστορικά, είναι η μοναδική γυναίκα που παραβρέθηκε ποτέ σε κονκλάβιο.

Η Τ. Γκρίτση-Μιλλιέξ επέλεξε μόνο τα δοκουμέντα που εξυπηρετούσαν τη δική της μυθοπλασία, όπως η γερμανική αγροτική της καταγωγή, η γνωριμία της στο «Ησυχαστήριο» του ανώτατου κλήρου με τον καρδινάλιο Πατσέλι, οι ονομασίες τόπων, ανθρώπων, ο σοφέρ, το χρονόμετρο, το τυπικό της θανής του Πάπα.

Η συγγραφέας παρακολουθεί τη διαδρομή της αδελφής Πασκαλίνας. Άνοδος και γκρέμισμα που γίνεται και σύμβολο του μύθου της και της επιτρέπει να εισχωρήσει στα άδυτα μιας ψυχρής, δαιμονικής και θρησκευτικής μαζί, υπαρξιακής και μεταφυσικής, εξουσιάστριας και εξουσιασμένης, πρόσωπο δοστογιεφσκικό που επιβάλλει στη συγγραφέα μια άλλη γραφή από κείνη που μας έχει συνηθίσει.

Βέβαια στα έντεκα μικρά κείμενα που ακολουθούν τη νουβέλα ξαναβρίσκουμε τη γνωστή γραφή της Τ. Γκρίτση-Μιλλιέξ, ελλειπτική, μυστηριακή, ποιητικά βιωμένη.

Διηγήματα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1990, 171 σελ.

Σπαράγματα – Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ

Τα τέσσερα κείμενα που απαρτίζουν το βιβλίο διαβάζονται ως ολότητα και ασκούν τη γοητεία του ακούσια ερειπωμένου κι όχι του ατελούς ή ημιτελούς, παραπέμποντας στις ομόρριζες με τον τίτλο λέξεις σπαράζω, σπαραχτικός.

Τα Σπαράγματα εκδόθηκαν το 1973, ενώ η Τατιάνα Μιλλιέξ βρισκόταν έξω απ’ την Ελλάδα, εξορισμένη κι ανεπιθύμητη απ’ τη χούντα που κυβερνούσε τη χώρα. Μέσ’ απ’ την επαναφορά έμμονων, οδυνηρών εικόνων απ’ το παρελθόν, καθορίζεται ως επανάληψη το παρόν και το μέλλον αυτού του τόπου. Καθώς κυριαρχεί μια αίσθηση ψυχικής ξηρότητας, οι ζωτικοί χυμοί έρχονται μόνο μεσ’ απ’ τη γλώσσα και η Μιλλιέξ, με το έσχατο πάθος του απελπισμένου, στραγγίζει αυτή τη δυνατότητα. Τα κείμενα υποβάλλουν μια στάση παγερής, εφιαλτικής ακινησίας:
— Το γράμμα στη νεκρή μητέρα δηλώνει την αμετάκλητη διπλή Απουσία όχι μόνο της νεκρής, αλλά και της κόρης που γράφει αντί να παραστέκεται.

— Το προφητικό κείμενο με τον τίτλο «Οκτώβρης 1963», γραμμένο δέκα χρόνια πριν, προωθεί με απίστευτη παραλληλότητα την ιδέα της εξορίας ως ανθρώπινης μοίρας. Ο άνθρωπος νιώθει παντού και από πάντα εξόριστος, διεκπεραιώνοντας τη συντριπτική του μοναχικότητα.

— «Οι καταραμένοι», μέλος ενός άρτιου κάποτε σώματος-μυθιστορήματος που κατασπαράχθηκε βάναυσα, πονεί κι αιμορραγεί σωματικά εκεί στην ξενιτιά. Το διαχρονικά πολιτικό αυτό απόσπασμα δίνει το στίγμα της κατάρας αυτού του τόπου. Όλο εκείνο το τραχύ υλικό των ανεπούλωτων τραυμάτων της Ελλάδας, υποταγμένο στον ελλειπτικό λυρισμό της Μιλλιέξ, μαρτυράει για την απώλεια ενός αυθεντικού, πολύτιμου, πολιτικού βιβλίου.

— Και το τελευταίο κείμενο είναι γραμμμένο το 1973, στην Τζένοβα, με τον τίτλο «Παραλλαγές πάνω σε μια έμμονη ιδέα», τότε που το καθετί μετατρεπόταν σε Απουσία και οιμωγή. Εφιάλτης και τρέλα της εξορίας, με το διαλυτικό φόβο της απώλειας της μνήμης και προπάντων το φόβο της απώλειας της γλώσσας.

Στα προλογικά σημειώματα και την προμετωπίδα μπλεγμένες οι φωνές του Δ. Δεσποτίδη, του Σινόπουλου και του Σεφέρη, που σήμαιναν κάτι απέραντα ζωτικό: την ελπίδα.
Β΄ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 1974

Διηγήματα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1990, 148 σελ.

Και ιδού ίππος χλωρός – Τατιάνα Γκρίτση – Μιλλιέξ

Ένα μυθιστόρημα με πλαίσιο την Κατοχή, φορτισμένο με ηθικές, κοινωνικές και πολιτικές αξίες που έρχονται σε αντιπαράθεση με τη βαρβαρότητα του κατακτητή, δύσκολα γίνεται αισθητικό επίτευγμα χωρίς να παγιδευτεί απ’ τη συναισθηματική αμεσότητα του θέματος. Κι όχι μόνο επειδή η συγγραφέας κέρδισε το δύσκολο βραβείο των «Δώδεκα» (1964), αλλά ο αναγνώστης διαπιστώνει ότι σ’ αυτό το υποδειγματικό βιβλίο μπορεί κανείς ν’ αναφέρεται στην Αντίσταση χωρίς να θυμίζει κήρυγμα ή σοσιαλιστικό ρεαλισμό.

Εκείνο που προκύπτει καθαρά και καταγράφεται στο Και ιδού ίππος χλωρός είναι η δοκιμασία των εσωτερικών αντιδράσεων του ατόμου μπροστά σε μια ακραία ανθρώπινη κατάσταση, όπως είναι η ωμή βία. Γιατί ο φόβος και ο κίνδυνος δεν πηγάζουν μόνο απ’ την πλευρά του δυνάστη, αλλά κι απ’ τα απωθημένα συναισθήματα που ελευθερωμένα απεγκλωβίζονται καθώς το τερατώδες προβάλλει ως η μόνη πραγματικότητα, προκαλώντας τον πανικό. Και τότε, υπό την επήρειά του, οι άνθρωποι στρέφονται είτε κατά του ίδιου του εαυτού, όπως ο αυτόχειρας Άγγελος, είτε, υπακούοντας στο τυφλό ένστικτο αυτοπροστασίας, κάνουν αλυσιδωτά κακό σε άλλα πλάσματα, όπως ο Αλέξανδρος που, μπροστά στη μηδενική επιλογή της επιβίωσης, εκτελεί τα αγαπημένα του σκυλιά. Και μόνον η νεαρή μητέρα Ελένη, ανοιχτή στην αγάπη, γίνεται στόχος που πάνω της δοκιμάζονται οι κρυφές εντάσεις όσων την περιβάλλουν. Η σημαντική συμβολή στην κατανόηση των ακραίων αισθημάτων λειτουργεί με τέτοιο τρόπο, ώστε οι άνθρωποι να διαπλέκονται με βαθύτερους ιστούς που δεν επιτρέπουν στους ήρωες να χαρακτηρίζονται μονοσήμαντα καλοί ή κακοί. Έτσι, με μια ελαφριά μετατόπιση, ο σκληρός Αλέξανδρος, παρά την απολυτότητά του, διαγράφεται αφάνταστα τρυφερός κι ευαίσθητος σ’ ό,τι τον αγγίζει. Όμως ο αναγνώστης που ξαφνιάζεται και διχάζεται απ’ την πρώτη εντύπωση, ακούσια και βαθμιαία υποχωρεί αποκομίζοντας μια σιωπηλή, εσωτερική, και γι’ αυτό διαρκή, εννόηση βάθους.

Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1990, 171 σελ.

Το αλώνι της Εκάτης – Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ

Διηγήματα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1993, 172 σελ.

Στο δρόμο των αγγέλων – Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ

Μέσα στον κατ’ ευφημισμόν, μόνο, ονομαζόμενο «δρόμο των Αγγέλων», η φτώχεια, η αθλιότητα και το άχθος της ζωής καταυγάζονται από τον ιερό πόθο της επιβίωσης. Με μια καθαρόμορφη, ρεαλιστική γραφή, χωρίς εκφραστικούς κλυδωνισμούς, όπου εντυπωσιάζει ωστόσο η χρήση της γλώσσας, η Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ καταθέτει τη δύναμή της να δομεί μια ιστορία με επάρκεια και φραστική γοητεία. Εξιστορείται, με την οπτική ενός μαγεμένου από το πολυσχιθές θαύμα της ζωής αγοριού, η παιδική ηλικία ως το κατώφλι της εφηβείας. Τόπος: η Γαλλία, και για την ακρίβεια η ιδιαίτερη πατρίδα του «μοναδικού συντρόφου» της Ροζέ Μιλλιέξ, στον οποίο και είναι αφιερωμένο το βιβλίο. Το δύσκολο αυτό εγχείρημα αποσκοπεί να κάνει κατοχή μιας περιοχής για πάντα ανέγγιχτης: της αθωότητας, της κορυφαίας δηλαδή στιγμής, όταν σκίζεται η προστατευτική μεμβράνη που περιβάλλει κάθε παιδί, σημαδεμένη από την ύψιστη ψυχοσωματική εγγύτητα με τη μητέρα, για να εισβάλει ο ανατρεπτικός άνεμος του έξω κόσμου. Η Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ δεν κοιτάζει από την κλειδαρότρυπα τη βασική αυτή φάση της ηλικίωσης του ανθρώπου, αλλά προσδοκά με άκρα συναίσθηση να παρασταθεί στην άωρη ψυχή του μικρού Αντρέα, καθώς αποκτά συνείδηση της προσωπικής συμμετοχής στη χαρτογράφηση του Καλού και του Κακού.

Εξέχον στοιχείο αυτού του βιβλίου είναι ότι μας επιτρέπει να εντοπίσουμε την παιδική ψυχή ως κέντρο, όπου συνυπάρχουν διαρκώς εναλλασσόμενες η ασύλληπτη σκληρότητα και η ακόρεστη ροπή για ομορφιά και ηδονή.

Αυτό το καθιστά όχι ένα επίπεδο βιβλίο με παιδικά βιώματα, αλλά ένα βιβλίο όπου ο καθένας αναβιώνει το χλωρό Χρόνο της παιδικής ηλικίας.
Αγγελική Κωσταβάρα

Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1994, 223 σελ.

Οδοιπορικό στην Ινδία – Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ

Ταξιδιωτικό, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1996, 109 σελ.

Αναγνωρίσεις – Τατιάνα Μιλλιέξ

Γραφές της αθωότητας

Πεζά, Ελληνικά Γράμματα, 2000, 68 σελ.

Φεγγάρι στην Ακρόπολη – Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ

Η Ακρόπολη, το Θησείο, το Ερεχθείο, με τους μύθους που περιβάλλονται, αποκτούν υπόσταση ζωής μέσα στην παιδική φαντασία-μήτρα κάθε ροπής του ανθρώπου- αφού ό,τι αγγίζει κινείται, μιλάει, πετάει, απειλεί ή συμπάσχει. Τα αγάλματα, τα μνημεία, τα εικονίσματα, τα σπίτια, οι ήρωες των μύθων και των παραμυθιών γίνονται συνομιλητές επίφοβοι ή σαγηνευτικοί, κρύβοντας σκοτεινές αδιαφανείς δυνάμεις, που όμως αποκαλύπτονται όταν πιστεύεις ότι θα ανταποκριθούν.
Η μικρή Τίνα δραματοποιεί το παιδικό παραμιλητό μ’ ένα νοητό σύντροφο, υπακούοντας στην ανάγκη να μιλάει αδιάκοπα μέσα της, για να εξορκίσει το φόβο και να φέρει στα μέτρα της τον απειλητικό κόσμο που την περιβάλλει, θέλοντας να τον κάνει να υποκύψει στην παράφορη επιθυμία της για αγάπη.
Παίζει χωρίς να το ξέρει το προαιώνιο παιχνίδι της μοναξιάς, οδηγημένη με άπειρη τρυφερότητα από την Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ στους σκοτεινούς διαδρόμους της μοναξιάς της γραφής.

Παιδική και εφηβική λογοτεχνία, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2005, 111 σελ.

Πεζογραφία
Πλατεία Θησείου (1947), Τα Νέα Βιβλία
Στο δρόμο των αγγέλων (1950), έκδοση του Γαλλικού Ινστιτούτου
Κοπιώντες και πεφορτισμένοι (1951), έκδοση του Γαλλικού Ινστιτούτου
Ημερολόγιο (1952), έκδοση του Γαλλικού Ινστιτούτου
Αλλάζουμε; (1957), Δίφρος
Σε πρώτο πρόσωπο (1958), Κέδρος
…Και ιδού ίππος χλωρός… (1963), Φέξης
(σύνθεση των Πλατεία Θησείου και Σε πρώτο πρόσωπο) (1970), Α-Ω
Χρονικό 1966-1971 (1971) Κύπρος
Σπαράγματα (1973), Κέδρος
Βυθοσκοπήσεις (1978), Κέδρος
Το παραμύθι του Κάσιαλου (1981), Κέδρος
Αναδρομές (1982), Θεμέλιο
Το παραμύθι του Κάσιαλου (1983), Κέδρος
Κοπιώντες και πεφορτισμένοι (1985), Κέδρος
Χρονικό ενός εφιάλτη (1966-1974) (1986), Καστανιώτης
Ημερολόγιο (1986), Κέδρος
Στη σκάλα τ’ Ουρανού, διηγήματα (1988), Καστανιώτης
Από την άλλη όχθη του χρόνου (1988), Καστανιώτης
Χρονικό ενός εφιάλτη (1989), Εκδόσεις Καστανιώτη
Αναδρομές (1989), Εκδόσεις Καστανιώτη
Αλλάζουμε; (1989), Εκδόσεις Καστανιώτη
Στη σκάλα του ουρανού (1990), Εκδόσεις Καστανιώτη
Σπαράγματα (1990), Εκδόσεις Καστανιώτη
Και ιδού ίππος χλωρός (1990), Εκδόσεις Καστανιώτη
Ονειρικά· Διηγήματα (1991), Καστανιώτης
Το αλώνι της Εκάτης (1993), Καστανιώτης
Ημερολόγιο (1993), Εκδόσεις Καστανιώτη
Στο δρόμο των αγγέλων (1994), Εκδόσεις Καστανιώτη
Οδοιπορικό στην Ινδία (1996), Εκδόσεις Καστανιώτη
Αναγνωρίσεις (2000), Ελληνικά Γράμματα
Φεγγάρι στην Ακρόπολη (2005), Εκδόσεις Καστανιώτη

Δοκίμια-Μελέτες
Κριτική Κυπριακής Λογοτεχνίας (1970), Α-Ω
Η Τρίπολη του Πόντου (1976), Κέδρος

Συλλογικά έργα
Μνήμη του ποιητή Νικηφόρου Βρεττάκου (1993), Δόμος
Για τον Βαγενά (2001), Αιγαίον
Χριστουγεννιάτικες ιστορίες (2009), Εκδόσεις Καστανιώτη
Ανθολογία ελληνικού διηγήματος του 20ού αιώνα (2009), Εκδόσεις Καστανιώτη
Συνταγές μέσα από τη λογοτεχνία (2013), Alter – Ego ΜΜΕ Α.Ε.
Κύπρος: νησί του πάθους και των μαρτυρίων (2013), Alter – Ego ΜΜΕ Α.Ε.

Μεταφράσεις
Βερκόρ, Η σιωπή της θάλασσας (1945), έκδοση Ελληνογαλλικής Εταιρείας
Ριφφώ Μ., Με τους αντάρτες του Βιετνάμ (1966), Θεμέλιο
Καρντινάλ Μ., Εγώ και “αυτό” (1980), Κέδρος
Vercors, Η σιωπή της θάλασσας (1981), Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (Ε.Λ.Ι.Α.)
Καρντινάλ Μ., Πίσω στις ρίζες μου (1982), Κέδρος
Ρόθενμπεργκ Μ., Παιδιά με πέτρινα μάτια (1983), Κέδρος
Rothenberg, Mira, Παιδιά με πέτρινα μάτια (1989), Κέδρος
Zamyatin, Yevgeny, Η πλημμύρα (1990), Εκδόσεις Καστανιώτη
Cardinal, Marie, Εγώ και αυτό (1998), Κέδρος

Βραβεία-Διακρίσεις
Κρατικό βραβείο διηγήματος
Το βραβείο των Δώδεκα
Κρατικό βραβείο μυθιστορήματος
Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών

Πηγές: ΕΚΕΒΙ, Biblionet, Εκδόσεις Καστανιώτη, Ελληνικά Γράμματα, Κέδρος

Επισκέψεις: 11