Κώστας Βάρναλης (1883-1974)

Ελληνες λογοτέχνες


Ο Κώστας Βάρναλης, που αποσύρθηκε στο βασίλειο της σιωπής το Δεκεμβριο του 1974, σε ηλικία 91 χρονών, ήταν ο τελευταίος της ανεπανάληπτης λογοτεχνικής τετράδας (Καζαντζάκης, Σικελιανός, Αυγέρης, Βάρναλης) και υπήρξε μιά ρωμαλέα και ισχυρή προσωπικότητα από τις πιό σεβάσμιες των γραμμάτων μας. Γεννήθηκε το 1883 στον Πύργο της Βουλγαρίας και σπούδασε στή φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, της οποίας ανακηρύχτηκε διδάκτορας. Αργότερα μετεκπαιδεύτηκε στο Παρίσι, όπου παρακο λούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, φιλολογίας και κοινωνιολογίας, και υπηρέτησε σε διάφορα Γυμνάσια και στο Διδασκαλείο Μεσης Εκπαιδεύσεως. Οι γνώσεις του και η σοφία του θα του άνοιγαν το δρόμο του πανεπιστημιακού δασκάλου, αλλά οι ιδεολογικές του πεποιθήσεις στάθηκαν αφορμή γιά την αντίδραση και τη στενοκεφαλιά της δικτατορίας του Παγκάλου, η οποία ύστερα από συκοφαντίες γιά δήθεν αντεθνικότητα και άλλες ανοησίες, τον έδιωξε το 1926 από την υπηρεσία του, κι έκτοτε έζησε εργαζόμε νος ως δημοσιογράφος και χρονογράφος.

Βαθύς μελετητής της αρχαίας ελληνικής σκέψης και των νέων ιδεών και ρευμάτων της σύγχρονης εποχής, στοχαστικός και ανήσυχος, και σύγχρονα δεξιοτέχνης της ποιητικής μαεστρίας και του ορμητικού ζωντανού λόγου, ο Βάρναλης είδε την τέχνη σε συνάρτηση με τα κοινωνικά φαινόμενα, που τη δημιουργούν. Εχοντας προσέτι έκτακτη και λεπτή ευαισθησία, ως πρός το αισθητικό, το καλλιτεχνικά ωραίο, διαμόρφωσε έναν προ σωπικό και φιλοσοφημένο χαρακτήρα, που υπήρξε πηγή έλξεως πολλών νέων λογοτεχνών και καλλιτεχνών.

Η ποίηση, η μελέετη, η κριτική, το χρονογράφημα έδωσαν την ευκαιρία στον μεγάλο δάσκαλο, τον Βάρναλη, ν’ανοίξει καινούριους δρόμους γιά προέκταση της σκέψης, να μεταδώσει γνήσιες και έντονες καλλιτεχνικές συγκινήσεις, και να ξεδιπλώσει μπρος στα μάτια των ανθρώπων τον πλούτο της σοφιας του. Γενικά τα γραπτά του αποδείχνουν σπάνια διαλεκτική δεινότητα, σατιρική διάθεση, ζωηρή έκφραση, κριτική βαθύτητα μοναδική, που εισχωρεί ως τις ρίζες των φαινομένων και τα παρουσιάζει όπως είναι, κι όχι όπως φαίνονται.
H ποίησή του λυρική, χυμώδης και ρωμαλέα στη σύλληψη, με αψεγάδιαστη μετρική τελειότητα, είναι σχεδόν πάντα σαρκαστική, διονυσιακή, αλλά ποτέ αναισθητικά βάρβαρη, όπως κακώς χαρακτηρίστηκε στην αρχή απο τον Αριστο Καμπάνη, που αργότερα ο ίδιος ανακάλεσε.

Ο Βάρναλης είναι από τους μεγάλους ποιητές της νεοελληνικής γενιάς και στα ποιήματά του έχει συλλάβει τόσες λεπτότατες καταστάσεις της ψυχής, που δείχνουν το βάθος της ποιητικής ιδιοσυγκρασίας του και τις λάμψεις του αστείρευτου λυρισμού του. Επιστρέφοντας από το Παρίσι το 1919, παρουσιάζει ένα ποίημα, τον Προσκυνητή, αφιερωμένο στον πατέρα της Ελληνικής λαογραφιας Ν.Γ. Πολίτη, που συνθέτει έναν αληθινό ύμνο στην αιώνια Ελλάδα. Στα 1922, όμως παρουσιάζει την ποιητική συλλογή Το φώς που καίει. Από τότε η ποίησή του γίνεται αγωνιστική και επαναστατική. Πραγματικά, το «Φώς που καίει» αποτελεί το κορύφωμα της ποιητικής δημιουργίας του Βάρναλη, και εκφράζει ανάγλυΦα τις νέες ιδεολογικές του θέσεις. Τo Φώς που καίει κρί θηκε απ’όλους σαν ένα έργο μεγάλης φιλοσοφικής πνοής και ποιητική σύλληψη και πτήση από τις υψηλότερες που έχει να επιδείξει η νεοελληνική ποίηση. «Η ποίησή του – έγραψε ο αστράτευτος κριτικός Τίμος Μαλάνος – αστράφτει από φώς. Λείπουν σ’ αυτήν ολότελα οι σκιές και οι μισοί τόνοι. Η αρχαιόπρεπη ομορφιά της παρουσιάζεται χωρίς το παραμικρότερο ψυχικό ράγισμα».

Το δεύτερο αντιπροσωπευτικό ποιητικό έργο του Βάρναλη είναι οι Σκλάβοι πολιορκημένοι, εμπνευσμένο από το Εικοσιένα, που τούς αντιπαρατάσσει στούς «Ελεύθερους πολιορκημένους» του Σολωμού. Ωστόσο ο Βάρναλης, συνεπής στις ιδέες του, με το νέο του ποιητικό έργο, μας δίνει το ιστορικό και ψυχολογικό ντοκουμέντο της εποχής του. Με το έργο του αυτό «αναλαβαίνει να ερμηνέψει τη ζωή ρεαλιστικά, δηλαδή όπως είναι: με τις ασκήμιες της, τους Φόβους, τις πλάνες, τις ανθρώπινες αδυναμίες». Κι από τη βάση αυτή ξεκινώντας, «ανεβαίνει – όπως ο ίδιος λέγει – στο ιδανικό της ελευθερίας όλων των ανθρώπων, και όχι μιας τάξης ανθρώπων».

Πολλά ποιήματα του Βάρναλη, όπως Οι πόνοι της Παναγίας, Η μάνα του Χριστού, Η Μαγδαληνή, Η θάλασσα, Οι μοιραίοι κ.ά. θα μείνουν γιά πάντα από τα λυρικότερα τραγούδια της ελληνικής ποίησης. Η τελευταία του ποιητική συλλογή Οργή λαού εκδόθηκε μετά το θάνατό του. Στα ποιήματα του αυτά, γραμμένα στα χρόνια της δικτατορίας, μιλά έξω απο τα δόντια. Τα λέει όλα σταράτα κι απροκάλυπτα. Δεν φοβάται κανένα και τίποτα.

Από τα πεζά και κυρίως τα κριτικά έργα του Βάρναλη ξεχωριστή θέση κατέχουν τα έργα: Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική και Η αληθινή απολογία του Σωκράτη. Στο βιβλίο του, Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική, προσπαθεί να δικαιώσει την ευχή του Παλαμά γιά το ξαναξέτασμα του σολωμικού έργου: «Ομως ακόμα περιμένουμε έναν εκδότη κι έναν εξηγητή του Σολωμού, όμοια σοφό (εννοεί τον Πολυλά), μα λιγότερο αίσθη ματικό, αντικειμενικότερο κριτή του Δασκάλου…». Και ο Βάρναλης έχοντας όλα τα εφόδια γιά το εγχείρημα καταπιάστηκε να ξεκαθαρίσει την κριτική της ψευδολογίας γιά το Σολωμό και το εργο του. Καί το βιβλίο του ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική αντικειμενικότατο θέτει τα πράγματα στη θέση τους. Γράφει ό Βάρναλης: «Εκεί που πρέπει να σταματάει κάθε τεχνο κρίτης και κάθε λογοτεχνικός κριτικός, δεν είναι οι ιδέες ή οι αλήθειες καθεαυτές, μα το αισθητικό τους αποτέλεσμα». Και συνεχίζει: «Δύο είναι οι θεμελιακές αισθητικές και γενικότερα φιλοσοφικές αρχές του Σολωμού: το απόλυτο και το υψηλό, δηλ. η πνευματική ελευθερία». Και τις δύο αυτές αρ χές ο Σολωμός τις μορφοποίησε στα ποιήματά του, και κυρίως στούς «Ελεύθερους πολιορκημένους» με τρόπο μεγαλοφυή και ανεπανάληπτο.

Το βιβλίο, Η αληθινή απολογία του Σωκράτη. του Βάρναλη, θεωρείται το αριστούργημά του. Ξεκινώντας άπό τον Ξενοφώντα, ο Βάρναλης θα θελήσει να δεί ρεαλιστικότερα τον μέγιστο φιλόσοφο της Αρχαιότητας, καθώς επίσης και την εποχή του, και να γράψει μιάν άλλη απολογία, τήν α λ η θ ι ν ή, όπως ο ίδιος την ονομάζει. Με τη διαφορά ότι τα λόγια που θα βάλει στο στόμα του Σωκράτη δεν είναι λόγια εκείνου, μα δικά του. Γιατί, όπως εκείνος είχε τα «καινά του δαιμόνια», έτσι τώρα κι αυτός, με τα δικά του, είχε βρεθεί σε διάσταση με τις ιδέες της εποχής του. Με τον ρητορικό αυτό λόγο όπου η πιό γνήσια δημοτική γλώσσα, ο σατιρικός οίστρος και το κέφι, συνδυαζόμενα με αναχρονιστικούς υπαινιγμούς και άφθονο σκώμμα – μας έδωσε ένα έργο στέρεο, πολύτιμο και ωραίο.

Στο Ημερολόγιο της Πηνελόπης αντιστρέφοντας το μύθο γιά το μύθο, και με τα δικαιώματα της δημιουργικής φαντασίας, ο θαυμάσιος τεχνίτης επιχειρεί να δώσει έκφραση στον μέσα κόσμο του, και μορφή στα οράματά του. Με όργανο την απαράμιλλη αρχαιογνωσία του, ο στοχασμός του, ο λυρισμός του και η χλεύη του έκαμαν «Το ημερολόγιο της Πηνελόπης» ένα ωραίο τεχνούργημα. Ενα τεχνούργημα, που με τα έξυπνά του ευρήματα και τη λάμψη του ύφους του, χαρίζει στον αναγνώστη στιγμές πραγματικής ευφροσύνης.

Θαυμάσιες σελίδες, με πλούτο γνώσεων γιά την τέχνη των αρχαίων, και την αισθητική της εξέλιξη ανά τους αίώνες, υπάρχουν στους δυό τόμους Αισθητικά – Κριτικά. Αξιόλογο από κάθε πλευρά στέκεται και το βιβλίο του Ζωντανοί άνθρωποι (φιλολογικά πορτραίτα).

Τα άπαντά του εκδόθηκαν το 1957 σε έξι τόμους, που τούς επιμελήθηκε ο ίδιος. Ο Κώστας Βάρναλης, το 1959 βραβεύτηκε με το βραβείο Λένιν γιά την προσφορά του στον αγώνα γιά την ειρήνη.

Ποίηση
Ο Προσκυνητής (1919)
Το Φώς που καίει (1922)
Σκλάβοι Πολιορκημένοι (1927)

Συλλογές
Κηρήθρες (1905)
Ποιητικά (1956)
Ελεύθερος κόσμος (1965)
Οργή λαού (1975)

Πεζά
Ο λαός των μουνούχων (Φιλ.ψευδ. Δήμος Τανάλιας) (1923)
Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική (1925)
Η Αληθινή απολογία του Σωκράτη (1931)
Αληθινοί άνθρωποι (1938)
Το ημερολόγιο της Πηνελόπης (1947)
Πεζός λόγος (1957)
Σολωμικά (1957)
Αισθητικά Κριτικά Α και Β (1958)
Ανθρωποι. Ζωντανοί – Αληθινοί (1958)
Οι δικτάτορες (1965)
Ατταλος ο Τρίτος (θεατρικό) (1972)
Φιλολογικά Απομνημονεύματα (1980)

Μεταφράσεις
Αριστοφάνης – Βάτραχοι
Αριστοφάνης – Εκκλησιάζουσες
Αριστοφάνης – Ιππείς
Αριστοφάνης – Ιππόλυτος
Αριστοφάνης – Λυσιστράτη
Αριστοφάνης – Πλούτος
Αριστοφάνης – Τρωαδίτισσες
Κινέζικα τραγούδια
Μολιέρου – Μισάνθρωπος

Πηγές: ΕΚΕΒΙ, BIBLIONET, Θ.Ροδάνθης

88 views.