Γιάννης Μαρής (1916-1979)


Έγκλημα στο Κολωνάκι
Το “Έγκλημα στο Κολωνάκι”, το πρώτο μυθιστόρημα που δημοσίευσε ο Μαρής με το πραγματικό του όνομα (Γιάννης Τσιριμώκος) το 1953, αρχίζει με το τηλεφώνημα που δέχεται μες στην άγρια νύχτα ο ζωγράφος Καρνέζης από τον χρηματιστή Φλωρά. Όταν η καμαριέρα του βρίσκει τον ζωγράφο νεκρό στο διαμέρισμα του στην οδό Σκουφά, η καλή αθηναϊκή κοινωνία αναστατώνεται και οι υποψίες βαραίνουν τον χρηματιστή. Η Αστυνομία δείχνει απρόθυμη να ερευνήσει περαιτέρω την υπόθεση, ώσπου δράση θα αναλάβουν ο Αστυνόμος Μπέκας και ο δημοσιογράφος Μακρής, το ALTER EGO του συγγραφέα…
Οι ήρωες του Μαρή κινούνται στα “καλά προάστια” της Αθήνας αλλά και στις εργατικές συνοικίες της πρωτεύουσας και του Πειραιά. Η συναρπαστική δράση εκτυλίσσεται σε καμπαρέ, σε γραφεία εφημερίδων και στα μυθικά καφενεία της εποχής: “Βυζάντιον”, “Ζαχαράτος”, “Φλόκας” και “Zonar’s”.

Έγκλημα στα παρασκήνια
Γνωστή ηθοποιός δολοφονείται στο καμαρίνι της πριν από την πρεμιέρα της παράστασης στην οποία πρωταγωνιστεί και στην οποία έχει σπεύσει όλη η κοσμική Αθήνα. Ανάμεσα τους, και ο δημοσιογράφος Μακρής, ο οποίος θα αρχίσει να σκαλίζει την υπόθεση για λογαριασμό της εφημερίδας του και θα αποδειχτεί πολύτιμος στον Αστυνόμο Μπέκα. Πρόκειται για μια σκοτεινή υπόθεση στην οποία εμπλέκονται άνθρωποι του θεάτρου, βιομήχανοι, αλλά και δωσίλογοι της Κατοχής…
Το “Έγκλημα στα παρασκήνια” (1954) διασκευάστηκε για τον κινηματογραφο από τον ίδιο τον Γιάννη Μαρή, κατέκτησε και ως ταινία (1960? σκηνοθεσία: Ντίνος Κατσουρίδης) κοινό και κριτικούς, καθώς και το Βραβείο Φωτογραφίας (Αριστείδης Καρύδης-Φουκς) και Β’ Γυναικείου Ρόλου (Ζωρζ Σαρή) στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Τον Αστυνόμο Μπέκα υποδυόταν ο Τίτος Βανδής.

Ο δολοφόνος φορούσε σμόκιν
Ένα βροχερό βράδυ, ο νεαρός οπερατέρ του κινηματογράφου Μάνος Αγγελίδης, καθώς επιστρέφει με το τελευταίο τρένο από τον Πειραιά, σε ένα έρημο και σκοτεινό δρομάκι στο Θησείο νομίζει πως βλέπει έναν κύριο που φορούσε σμόκιν να πετά έξω από το αυτοκίνητο του το πτώμα μιας γυναίκας. Είναι νυσταγμένος και η βροχή που πέφτει δυνατή θολώνει τα τζάμια του βαγονιού· ο Αγγελίδης δεν είναι σίγουρος αν αυτό που είδε ήταν αληθινό ή απλώς το φαντάστηκε – εξάλλου, κανένας συνεπιβάτης του δεν αντιλήφθηκε το παραμικρό. Την άλλη μέρα όμως θα διαβάσειo στην εφημερίδα ότι νέα, αγνώστου ταυτότητος, βρέθηκε νεκρή κάπου κοντά στις γραμμές του Ηλεκτρικού και θα σπεύσει στην Αστυνομία για να καταθέσει ό,τι είδε. Και ο αστυνόμος Μπέκας θα αναλάβει μια παράξενη υπόθεση, η οποία παραλίγο να του στοιχίσει τη θέση του στο αστυνομικό Σώμα…

Ζήτημα εμπιστοσύνης
Τι θα γινόταν αν ένας άνθρωπος σας φερόταν σαν να ήσασταν κάποιος άλλος, αν σας καλούσε σε μια θέση που ανήκε σε έναν άλλον, αν σας αγαπούσε μια γυναίκα νομίζοντας ότι αγαπά έναν άλλον; Τι θα γινόταν αν όλοι σας πίστευαν για έναν άλλον;
Την απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα δίνει το μυθιστόρημα που τόση επιτυχία σημείωσε όταν πρωτοδημοσιεύθηκε στον αθηναϊκό Τύπο με τον τίτλο “Μια νύχτα στην Κηφισιά”.

Ο άνθρωπος του τραίνου
Έναν άνθρωπο ζωντανό μπορείς να τον πολεμήσεις σαν αντίπαλο. Ένα φάντασμα όμως πώς;
Μια άψογη γυναίκα, που είναι ευτυχισμένη κοντά στον τέλειο σύζυγό της και τα παιδιά της, συναντά σε μια εκδρομή της στην Επίδαυρο ένα φάντασμα, το φάντασμα της μεγάλης αγάπης. Έναν άνθρωπο που είναι από χρόνια νεκρός!
Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος; Εκείνος που τον αγάπησε μέσα στην κρίσιμη ώρα της Κατοχής; Ένας άλλος που του μοιάζει; Ο ίδιος δε λέει τίποτα.
Η γυναίκα δεν θα μάθει ποτέ. Αυτή η απροσδόκητη συνάντηση, είναι αρκετή να καταστρέψει την ήρεμη ευτυχία της;

Περιπέτεια στο Άγιο Όρος
“… Δεν ήταν σωστό να ακούω την κουβέντα στο διπλανό δωμάτιο κι όμως κρατούσα την αναπνοή μου για να ακούσω.
– Το ξέρεις πως θα μπορούσα να σκοτώσω για σένα;
Και κάποιος από την εύθυμη συντροφιά που ταξίδευε για το Άγιο Όρος σκοτώθηκε. Από ένα ζηλότυπο σύζυγο; Από τον απελπισμένο εραστή; Από τον άνθρωπο που έχει ορκιστεί να εκδικηθεί για τα μαρτύρια που τράβηξε τον καιρό της Κατοχής; Είναι μια κοσμική συντροφιά. Επισκέπτεται το Άγιο Όρος για τουρισμό ή μήπως κάτω από την αθώα αυτή πρόθεση κρύβεται κάτι άλλο;”

Το κόκκινο βάζο
Η Λένα Κορονέλλου ξυπνάει μες στη νύχτα στο σπίτι της στο Ψυχικό, με την εντύπωση πως κάποιος έχει μπει στο δωμάτιο της. Προσπαθεί να ανάψει το φως, αλλά δεν ανάβει. Θέλει να φωνάξει, αλλά δεν μπορεί. Τρελή από την αγωνία, πυροβολεί και ο άγνωστος σωριάζεται στο πάτωμα. Τότε, το φως ανάβει μόνο του και η Λένα βλέπει με φρίκη πως έχει σκοτώσει τον άντρα της· ένα κόκκινο βάζο έχει πέσει στο πάτωμα κι έχει γίνει θρύψαλα. Βγαίνει αλλόφρων από το δωμάτιο και, όταν επιστρέφει με τους υπηρέτες του σπιτιού, το πτώμα έχει εξαφανιστεί και το βάζο βρίσκεται ανέπαφο στη θέση του. Τι κρύβεται πίσω από όλα αυτά; Συνέβησαν, άραγε, στ’ αλήθεια ή τα φαντάστηκε;
“Το κόκκινο βάζο” του Γιάννη Μαρή -που δημιούργησε “σχολή” συγγραφέων αστυνομικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα- άρχισε να δημοσιεύεται, σε συνέχειες, στην εφημερίδα “Απογευματινή” τον Ιανουάριο του 1956. Το μυθιστόρημα, που η ατμόσφαιρα του θυμίζει ταινίες του Άλφρεντ Χίτσκοκ, το 1964 μεταφέρθηκε από τον Γρηγόρη Γρηγορίου στον κινηματογράφο, με πρωταγωνιστή τον Νίκο Κούρκουλο.

Χωρίς ταυτότητα
Όταν κανείς πιστέψει ότι η ζωή έγινε μια ζούγκλα, όπου θα επιζήσει μόνο ο πιο δυνατός, είναι ικανός πια για όλα. Είναι ικανός να κλέψει ένα όνομα, μια περιουσία, ακόμη και την αγάπη από μια μητρική καρδιά. Ο ήρωας της ιστορίας μας έγινε βρώμικος γιατί πίστεψε ότι όλα γύρω του ήταν βρώμικα. Όταν συνάντησε την ανθρώπινη καλοσύνη, κατάλαβε πως και ο ίδιος δεν ήταν τόσο κακός όσο πίστευε. Κατά τα άλλα η ιστορία ξεκινάει από ένα πραγματικό περιστατικό που απασχόλησε τον αθηναϊκό Τύπο πριν από λίγα χρόνια.

Νυχτερινό τηλεφώνημα
Ένας άνθρωπος στη ζωή του οποίου δεν συνέβη ποτέ τίποτε, ένας ήσυχος υπάλληλος μιας εταιρείας, έχει μείνει αργά τη νύχτα στο γραφείο του για να τακτοποιήσει τα λογιστικά του βιβλία. Άξαφνα χτυπά το τηλέφωνο. Μια τρομαγμένη γυναικεία φωνή ακούγεται. “Νάσο, έλα γρήγορα! Κινδυνεύω! Σε περιμένω στο…” Δεν τον λένε Νάσο και δεν υπάρχει κανένας Νάσος στο γραφείο του. Πρόκειται για λάθος; Για φάρσα; Ο υπάλληλος αποφασίζει να πάει στο σημείο που του όρισε το τηλεφώνημα. Δεν ήταν φάρσα. Μια γυναίκα περιμένει…

Ο 13ος επιβάτης
Με τον αστυνόμο Μπέκα
“-Πάρε στο τηλέφωνο τη Χωροφυλακή, είπε ο Μπέκας ανυπόμονα. Ως το απόγευμα θέλω να έχεις νέα.
Βγήκε από το γραφείο του σκυθρωπός. Δεν αγαπούσε τις υποθέσεις που θύμιζαν μυθιστορήματα κι ένιωθε τον εαυτό του λίγο γελοίο που έδινε σημασία σε τέτοιες φανταστικές λεπτομέρειες. Ντρεπόταν τώρα για την εντολή που έδωσε στον βοηθό του. Τι δουλειά είχε στο τρένο της Θεσσαλονίκης ο άνθρωπος με το άσπρο κοστούμι; Και, επιτέλους, υπήρχε πραγματικά ένας άνθρωπος με άσπρο κοστούμι;
Ποτέ στα τριάντα χρόνια της καριέρας του ο αστυνόμος Μπέκας δεν είχε εκνευριστεί τόσο πολύ. Ένιωθε πως τον κορόιδευαν. Πως υπήρχε ένα φάντασμα που έπαιζε μαζί του. Κι αυτό το φάντασμα φορούσε ένα λευκό κοστούμι.
Ηταν ο τέταρτος θάνατος, κι αυτός ο θάνατος ετούτη τη φορά δεν ήταν ούτε “αυτοκτονία” ούτε “δυστύχημα”. Ήταν ένας καθαρός φόνος με πιστόλι, αλλά φόνος απόλυτα νόμιμος”.
“Ο 13ος επιβάτης” του Γιάννη Μαρή πρωτοδημοσιεύτηκε το 1962 σε 129 συνέχειες στην “Απογευματινή”, με εικονογράφηση του Μ. Γάλλια, και κυκλοφόρησε σε βιβλίο το 1971 από τις βραχύβιες εκδόσεις “Περγαμηνή”. Έκτοτε, αν και είναι ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα του πολυγραφότατου συγγραφέα, δεν ξανακυκλοφόρησε. Οι εκδόσεις “Άγρα” ξεκινούν με τον “13ο επιβάτη” μια σειρά εκδόσεων “χαμένων” κειμένων του “πατέρα” του ελληνικού αστυνομικού μυθιστορήματος. Οι δύο μεγάλες υποθέσεις του αστυνόμου Μπέκα ήταν το “Έγκλημα στο Κολωνάκι” και η περίπλοκη υπόθεση κληρονομιάς στον “13ο επιβάτη”. “Ο 13ος επιβάτης” είναι το πιο τυπικό έργο του Μαρή με ήρωα τον Μπέκα. Η υπόθεση της μεγάλης κληρονομιάς “ήταν η σοβαρότερη και η χειρότερη υπόθεση που ανέλαβε στα τριάντα χρόνια της αστυνομικής του ζωής. Μια υπόθεση στην οποία απέτυχε”.

Το τέλος του δρόμου
Το “Τέλος του δρόμου”, δημοσιευμένο το 1957 σε 52 συνέχειες στην εφημερίδα Ακρόπολις, με πέντε εικόνες του Μ. Γάλλια, κυκλοφορεί τώρα για πρώτη φορά σε βιβλίο. Είναι η απεγνωσμένη ιστορία έρωτα ενός μοναχικού ώριμου γοητευτικού άνδρα και μιας εκπάγλου καλλονής νεαρής γυναίκας, με πράσινα μάτια και πεταχτά μήλα, που είναι το αντικείμενο του πόθου πολλών ανδρών -καλλιτεχνών, κοσμικών και πλουσίων- και έχει ξοδέψει το σώμα της και την ψυχή της με κάθε είδους εραστές.
Η ιστορία διαδραματίζεται στην Εκάλη, σε πλούσια αθηναϊκά σπίτια, σε γκαλερί τέχνης, στα στέκια των “μοντέρνων ποιητών” και καλλιτεχνών του κέντρου της πόλης, στου Λουμίδη, στου “Zonar’s”, στο “Μπραζίλ”, στα κοσμικά “Αστέρια” της Γλυφάδας, αλλά και στις καλοκαιρινές διακοπές της κοσμικής και κοσμοπολίτικης Μυκόνου. Ο Μαρής, συχνά καυστικός και διακριτικά επικριτικός, στήνει σε αυτό το μυθιστόρημά του ένα θαυμάσιο σκηνικό και μας παρουσιάζει το πορτραίτο της αστικής Αθήνας του 1957.

Διακοπές στη Μύκονο
Αν τύχαινε να είστε ένας “άνθρωπος με προθεσμία”, αν δηλαδή έπρεπε να πεθάνετε μέσα σ’ ένα μήνα, πώς θα χρησιμοποιούσατε αυτόν τον τελευταίο μήνα της ζωής σας; Κι αν πάλι μπορούσατε να ξεφύγετε απ’ αυτήν την “προθεσμία” που σας βάραινε, θυσιάζοντας την αγάπη που συναντήσατε, σ’ αυτόν τον μοιραίο μήνα της ζωής σας, τι θα κάνατε;
Αυτά είναι τα δύο προβλήματα που αντιμετωπίζει ο ήρωας της ιστορίας μας, που έχει σαν πλαίσιο το πιο γραφικό νησί του Αιγαίου, τη Μύκονο.

Αυτόπτης μάρτυς
Ένας νεαρός δημοσιογράφος απο την Αθήνα, αυτοκτονεί στη Θεσσαλονίκη, όπου βρίσκεται σε δημοσιογραφική αποστολή. Οι λόγοι της αυτοκτονίας του είναι άγνωστοι, αλλά υπάρχουν τρείς αυτόπτες μάρτυρες. Για την αστυνομία και για όλους το ζήτημα έχει λήξει, όχι όμως και για τον δημοσιογράφο Μακρή που γνώριζε και αγαπούσε τον νεαρό σαν παιδί του. Κρατάει στα χέρια του ένα γράμμα του φίλου του το οποίο μιλάει…

Έγκλημα στη Μύκονο
Καλοκαίρι στη Μύκονο. Στο ξενοδοχείο πολυτελείας “Καλυψώ” φτάνει ο διεθνής εφοπλιστής Ταξιάρχης με την κομψή συντροφιά του, την ερωμένη του, την ανηψιά του, που αγαπά σαν παιδί του και τους φίλους του. Το ξενοδοχείο πολυτελείας είναι στις δόξες του. Κι άξαφνα, ένας από τη συντροφιά βρίσκεται νεκρός. Ποιος τον σκότωσε; Ο συμπαθητικός νέος άνθρωπος που τον ακολούθησε όλο τον τελευταίο καιρό; Ο βλοσυρός δικηγόρος των Αθηνών που είχε έναν παλιό λογαριασμό μαζί του, ή οι άνθρωποι που ο νεκρός είχε προδώσει στη Κατοχή;

Μωρό μου
Στο χαριτωμένο αυτό, ανάλαφρο, νεανικό και φρέσκο μυθιστόρημα ο Γιάννης Μαρής εγκαταλείπει τα γνωστά του θέματα για να μας διηγηθεί την ιστορία ενός πολύπλευρου γοητευτικού κυρίου και μιας μικρούλας δεκαοχτώ χρονών. Είναι ένα παιχνίδι “γάτας και ποντικιού” όπου η “γάτα” δεν είναι, όπως θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, ο πολύπειρος κύριος αλλά η μικρή.

Αύριο και για πάντα
Μια νέα γυναίκα παίρνει ένα τηλεφώνημα στις εννέα το βράδυ. “Σε περιμένω” της λέει ο άνθρωπος που τηλεφωνεί. Η νέα γυναίκα κλείνει το τηλέφωνο με μίσος. Βάζει ένα πιστόλι στην τσάντα της και βγαίνει στη βροχή. Πηγαίνει στο διαμέρισμα του ανθρώπου που της τηλεφώνησε. Τον βλέπει καθισμένο στην πολυθρόνα του με το τσιγάρο να καπνίζει δίπλα του και το ποτήρι του ουίσκι μισοπιωμένο. “Ήρθα, αλλά είναι η τελευταία φορά” λέει. Βγάζει το πιστόλι της και προχωρεί αποφασισμένη να τον σκοτώσει, όταν βλέπει με φρίκη ότι ο άνδρας είναι ήδη νεκρός…

Το μεγάλο παιχνίδι
Βρισκόμαστε στην Αθήνα του 1898. Ο Κονταρίνης, γόνος πλούσιας και γνωστής οικογενείας, έχει παίξει και το τελευταίο χαρτί της ζωής του και βρίσκεται μπροστά στο δίλημμα της φτώχειας και της ανέχειας ή της αυτοκτονίας. Ο περήφανος χαρακτήρας και η ανατροφή του τον σπρώχνουν στη δεύτερη λύση, όταν ακούει αυτή την εξωφρενική πρόταση από το στόμα του μυστηριώδους κ. Ολύμπιου.
Ποιος έστειλε τον “άψογο” κ. Αριστοτέλη Ολύμπιο; Ποιο δράμα κρύβεται πίσω από αυτή την πρόταση;

Επικίνδυνο καλοκαίρι
Κάποιο βράδυ στην Κηφισιά, μια νέα και όμορφη κοπέλα ρίχνεται μπροστά στις ρόδες του αυτοκινήτου του μεγαλοδικηγόρου Ανδρέα Λαμπρινού. Εγκληματική ενέργεια ή απόπειρα αυτοκτονίας;
Ο κ. “Καθηγητής” φρενάρει την τελευταία στιγμή και στη συνέχεια οδηγεί τη “Ρέα” όπως του συστήθηκε στο εξοχικό του σπίτι εκεί κοντά. Εκείνη αρνείται να απαντήσει στις επίμονες ερωτήσεις του. Ανάμεσα στον ώριμο άνδρα και στην εικοσάχρονη νέα αναπτύσσεται ένας περίεργος δεσμός. Ύστερα κάνει την εμφάνισή του ο “ωραίος” κ. Ασκληπιός.
Ποια είναι όμως η Ρέα; Τι πρόβλημα αντιμετωπίζει; Που οδηγείται σαν άβουλο πλάσμα ο Λαμπρινός; Τα γεγονότα που ακολουθούν σε ταχύ ρυθμό διακόπτονται από μια δολοφονία. Και τότε κάνει την εμφάνισή του ο αστυνόμος Μπέκας…

Το μυστικό του Άσπρου Βράχου
Η υπόθεση εξελίσσεται στα τέλη του περασμένου αιώνα στη Θεσσαλία, σ’ ένα απέραντο τσιφλίκι με την ονομασία “Άσπρος Βράχος”. Κάποια νύχτα φτάνει εκεί απο την Αθήνα, ο Αλέξης Ερμόλαος για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον ιδιοκτήτη Πήτερ Χατζησταυρή. Από την πρώτη στιγμή αισθάνεται ότι επικρατεί ένα μυστηριώδες “κλίμα”. Οι άνθρωποι φέρονται ψυχρά και περίεργα. Και τότε…

Η μελωδία του θανάτου
Η μικρή κοινωνία του κοσμικού ξενοδοχείου της επαρχιακής λουτρόπολης αναστατώνεται από την αυτοκτονία της γεροντοκόρης Καρακάση. Σύντομα όμως όλα επανέρχονται στα φυσιολογικά επίπεδα. Οι ένοικοι κουτσομπολεύουν, ερωτεύονται, άλλοι απατούν το έτερόν τους ήμισυ και άλλοι κρύβουν κάποιο μυστικό. Ώσπου… “Η κυρία!… φώναξε λαχανιασμένη. Η κυρία είναι νεκρή στο δωμάτιό της.”…
Τότε κάνει την εμφάνισή του ο αστυνόμος Μπέκας.

Σκοτεινό μεσημέρι
Όλα φαίνονται ήσυχα και κανονικά στη συνηθισμένη λουτρόπολη ως τη στιγμή που μια αυτοκτονία έρχεται να διαλύσει την μονοτονία. Αμέσως όλα, πρόσωπα και πράγματα, φωτίζονται με ένα καινούργιο φως. Τι κρύβεται πίσω από τη λύπη της χήρας, η οποία πενθεί απελπισμένα έναν σύζυγο που απατούσε; Πίσω από το μίσος μιας νέας κοπέλας, η οποία κρύβει ένα πιστόλι; Πίσω από τις παραξενιές ενός γέρου εκατομμυριούχου, μόνου και άρρωστου, ο οποίος είναι θεόφτωχος μέσα στα εκατομμύριά του;

Εκείνη τη νύχτα
Ένας άνθρωπος σκοτώνεται κι όλα τα στοιχεία ενοχοποιούν τη νεαρή, όμορφη και γλυκειά γυναίκα του. Ακόμη κι η γριά υπηρέτρια, που την είχε μεγαλώσει από παιδί, την ενοχοποιεί. Κανείς δεν πιστεύει ότι είναι αθώα εκτός απο τον άνθρωπο που την αγαπά βουβά και μυστικά από χρόνια. Τον άνθρωπο που θα αγωνιστεί για να αποδείξει την αθωότητά της, τον άνθρωπο που πρόκειται να νικήσει στον αγώνα του αυτόν -να συντριβεί ο ίδιος απο το βάρος της νίκης του.

Χωρίς τίτλο
“Πρέπει να σου μιλήσω χωρίς να μας ακούνε…” έλεγε το σημείωμα της Αλεξάνδρας Πολίτη προς τον εξάδελφό της. Ο ήρωας της ιστορίας μας βρίσκεται φιλοξενούμενος στο σπίτι της εξαδέλφης του και του άντρα της. “Τη βασανίζουν εφιάλτες” είχε πει ο άντρας της. Ποιο ήταν το μυστικό της όμορφης εξαδέλφης; Τι ήταν αυτό που τη φόβιζε; Τι ρόλο έπαιζε η γριά Πολίτη; Αυτά τα ερωτήματα απασχολούν τον μακρινό εξάδελφο, η πραγματικότητα όμως θα είναι πολύ διαφορετική…

Ιντερμέτζο
Ο Γιώργος Χατζηπαυλής ή “Δάσκαλος” είναι ένα ρεμάλι, ένα χαμένο κορμί, που όμως σπούδασε στο εξωτερικό, έχει τρόπους και μπορεί να περάσει για κύριος -γιατί κάποτε ήταν κύριος. Δέχεται μια εξωφρενική πρόταση: να θυμηθεί κάτι από τον παλιό του εαυτό. Σαν αντάλλαγμα θα πάρει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Ο άνθρωπος που του ζητά να παίξει τον ρόλο του παλιού εαυτού του τον στέλνει στον Βόλο χωρίς να του πει τίποτε άλλο. Μέχρι το τέλος της ιστορίας, ο ήρωάς μας αγνοεί τον σκοπό αυτού του περίεργου παιχνιδιού. Ύστερα όλα ξεκαθαρίζουν.

Ο θάνατος του Τιμόθεου Κώνστα
Ο Τιμόθεος Κώνστας, πάμπλουτος επιχειρηματίας, πεθαίνει υπό μυστηριώδεις και αδιευκρίνιστες συνθήκες. Ο ανιψιός και κληρονόμος του Κώστας Νικόδημος επιστρέφει έπειτα από πολλά χρόνια στην Ελλάδα και αποφασίζει να διερευνήσει το θάνατό του: πρόκειται για αυτοκτονίας, καρδιακή προσβολή ή προσχεδιασμένο έγκλημα; Ή μήπως σχετίζεται με ένα ένοχο μυστικό, καλά φυλαγμένο από τα χρόνια της Κατοχής; Ποιος ο ρόλος της νεαρής, γοητευτικής και επικίνδυνης συζύγου του Τιμόθεου Κώνστα; Την υπόθεση αναλαμβάνει να διαλευκάνει ο Αστυνόμος Μπέκας, ο οποίος έτσι θα βιώσει έστω πρόσκαιρα, τη “μεγάλη ζωή” των πλουσίων.
“Ο θάνατος του Τιμόθεου Κώνστα” (1961) προβλήθηκε ως σειρά στην ΕΡΤ το 1987 (με τον Σταύρο Ξενίδη στο ρόλο του Αστυνόμου Μπέκα), σε σκηνοθεσία Ερρίκου Ανδρέου, καθηλώνοντας τους τηλεθεατές όπως ακριβώς και τους αναγνώστες.

Τα χέρια της Αφροδίτης
Με τον αστυνόμο Μπέκα
“Εβραίοι, λοιπόν. Οι άνθρωποι που πλήρωσαν με έξι εκατομμύρια θύματα τον εγκληματικό όσο και ηλίθιο φανατισμό ήταν οι εφιάλτες που τον τρόμαξαν. Το επεισόδιο των Τεμπών να ήταν μια παραλλαγή της ιστορίας του Άιχμαν στην Αργεντινή; Το άγνωστο ιστιοφόρο, που έκανε την εμφάνισή του στις θεσσαλικές ακτές, είχε προορισμό το Ισραήλ;
Τώρα το πίστευε. Τι ζητούσε στην Ελλάδα ο Γκονζάλες, αφού ήξερε πως οι διώκτες του τον τριγύριζαν; Τι είχε φέρει αυτόν τον Χαμάρατο και ίσως τους άλλους στην κοιλάδα των Τεμπών; Γιατί είχε εξαφανιστεί ο μικρός και γιατί σκότωσαν τη Μαρία Γλυνού; Πολλά ερωτήματα που ζητούσαν απάντηση. […] Ήταν γραφτό αυτή η υπόθεση να μην είναι για τον αστυνόμο Μπέκα μόνο μια υπόθεση αποτυχιών, αλλά και μια υπόθεση εκπλήξεων…”
Μια νεαρή γοητευτική γυναίκα καταφθάνει από τη Θεσσαλονίκη με το τρένο στην Αθήνα για να βρει τον δίδυμο αδελφό της. Είναι η αρχή μιας περιπέτειας όπου δωσίλογοι τυχοδιώκτες και αξιωματικοί των Ες Ες στην Κατοχή περιπλανώνται στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’60 στην αναζήτηση ενός χαμένου θησαυρού: τόπος συνάντησης η Αθήνα -με τα ξενοδοχεία της και τα αξιοθέατα-, ο Βόλος, τα Τέμπη, το Ναύπλιο και το Μπούρτζι, που λειτουργεί ως ξενοδοχείο, η περιοχή της Στυλίδας. Απέναντί τους έχουν αρχικά τον δημοσιογράφο Μακρή, και ακολούθως τον αστυνόμο Μπέκα που συνεργάζεται με πράκτορες των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών, οι οποίοι προσπαθούν να εντοπίσουν, να συλλάβουν και να δικάσουν στη χώρα τους τους διαφεύγοντες εγκληματίες πολέμου.
Είναι ίσως το πρώτο ελληνικό μυθιστόρημα που θέτει στον πυρήνα του την τραγωδία των Ελλήνων Εβραίων στην Κατοχή. Δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην “Απογευματινή” το 1963 και κατόπιν στις βραχύβιες εκδόσεις “Περγαμηνή”, το 1972.

Ταξίδι χωρίς γυρισμό
Με φόντο το κοσμοπολίτικο νησί της Μυκόνου ένας άνθρωπος “με πολύ παρελθόν αλλά χωρίς μέλλον”, ο Ανδρέας Δελαβέρης, δέχεται μια πρόταση:
“Σας δίνω την ευκαιρία να λύσετε τα προβλήματά σας” του είπε ο Αθανασίου.
“Να παντρευτείτε την κόρη μου”.
Έτσι αρχίζει μια εξωφρενική περιπέτεια όπου σε κάθε γωνιά παραμονεύει ο θάνατος.

Υποψίες
Ο νεαρός φοιτητής Γιώργος Έξαρχος αναγκάζεται μετά τον θάνατο του Χρηστάκη Φρατζή να εγκαταλείψει τις σπουδές του στο Παρίσι και να επιστρέψει στη Θεσσαλία. Ο τσιφλικάς, στον οποίο χρωστά μεγάλη ευγνωμοσύνη, του ζήτησε λίγο προτού πεθάνει να προστατέψει τον ανήλικο γιο του. Φθάνοντας, όμως, μετά την ψυχρή υποδοχή που του κάνουν, ιδιαίτερα ο ανιψιός του Χρηστάκη, ανακαλύπτει ότι κάτι δεν πάει καλά.

Μια γυναίκα από το παρελθόν
Η απροσδόκητη εμφάνιση μιας γυναίκας ύστερα από είκοσι χρόνια, καθώς και η μυστηριώδης εξαφάνισή της σχεδόν αμέσως, αναστατώνουν την ήσυχη ζωή του ζωγράφου Γιώργου Χατζησταυρή. Τόσο το γεγονός της εξαφάνισής της, όσο και δύο άλλα περίεργα συμβάντα όπως η ανατίναξη ενός αεροπλάνου καθώς και η εξαφάνιση ενός κότερου, τον οδηγούν στην αποκάλυψη…

Ιδιωτική υπόθεση
“… Έρχομαι να σου μιλήσω για μια δολοφονία που μπορεί να γίνει”. Ο άλλος τον κοίταξε παραξενεμένος. Ήξερε τον Μπέκα για μετρημένο και θετικό.
Ποιος επιβουλεύεται τη ζωή της πλούσιας Τζένης Δενδρινού;
Γιατί εκείνη ζητεί τη βοήθεια και προστασία του συνταξιούχου πια αστυνόμου Μπέκα;
Τι ρόλο παίζει ο άντρας της σε αυτή την ιστορία;”

Επιχείρηση εκδίκηση
Χθες είχε συναντήσει μια “κυρία Λαμπρινού” και σήμερα μια δεύτερη. Ποια ήταν η αληθινή και ποια η άλλη; Ποιος ήταν ο άνθρωπος που τη σκότωσε;
Ερωτήματα χωρίς απάντηση για τον επισκέπτη της φθινοπωρινής Θεσσαλονίκης.
Η λύση του μυστηρίου θα δοθεί επάνω σε ένα κότερο με γερμανούς “τουρίστες” ανοιχτά της Ιερισσού της Χαλκιδικής.

Περιπέτεια
Ένας άνθρωπος πέφτει από το τρένο. Η βαλίτσα του μένει στα χέρια ενός αρχιτέκτονα που ταξιδεύει για δουλειές. Στον Πλαταμώνα τον περιμένουν οι Ευθυμιάδηδες και η όμορφη φίλη τους Αννιώ Λεονάρδου. Όμως, κάποιοι προσπαθούν να αποκτήσουν τη μυστηριώδη βαλίτσα. Έτσι ξεκινά η περιπέτεια, γεμάτη απρόβλεπτες καταστάσεις και φονικές συναντήσεις. Μια ιστορία που έχει τις ρίζες της πίσω στα χρόνια της γερμανικής κατοχής.

Το χαμόγελο της Σφίγγας
… Κοίταξε πάλι τον άνθρωπο στη φωτογραφία με τη μαύρη κορδέλα…
Αυτόν τον άνθρωπο που τον είχε κηδέψει το πρωί, τον είχα συναντήσει εγώ ζωντανό το ίδιο βράδυ… Ήταν ο άνθρωπος που χάθηκε βιαστικά στο σκοτάδι…
Μπροστά του η νέα και όμορφη χήρα του στρατηγού, Λάουρα Χατζηθωμά, πενθούσε για τον θάνατο του αδελφού της. Λίγο αργότερα εμφανίστηκε ο γιός του στρατηγού, ο Ιάσων Χατζηθωμάς, παλιός του συμφοιτητής. Κι αυτή ήταν η τελευταία φορά που θα τον έβλεπε ζωντανό. Το αστυνομικό δαιμόνιο του νεαρού δικηγόρου ξυπνάει. Και τότε κάνει την εφάνισή του ο αστυνόμος Μπέκας.

Αυστηρώς προσωπικόν
Πέντε άνθρωποι, φαινομενικά άσχετοι μεταξύ τους, παίρνουν από μια επιστολή με την ένδειξη “αυστηρώς προσωπικό”. Η επιστολή ορίζει ένα ραντεβού και βάζει για δέλεαρ ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Εκεί στον τόπο του ραντεβού τους περιμένει μια δυσάρεστη έκπληξη, ένα πτώμα. Κι έτσι το “αστείο” αρχίζει να γίνεται σοβαρό. Την υπόθεση τότε αναλαμβάνει ο αστυνόμος Μπέκας…

Υπόθεση εκβιασμού
Τα ερωτικά γράμματα που περιέχει μια κασετίνα, ενοχοποιούν τον εραστή της χήρας Γιαβάσογλου για το θάνατο του εφοπλιστή συζύγου της.
“Γράψε μου πότε ακριβώς θα γίνει η εκδρομή. Θα φροντίσω να φτάσω στο βουνό…” έλεγε στο γράμμα του ο Τζων Σιγανός στην ερωμένη του Εύα Γιαβάσογλου. Αλλά σε μια εκδρομή στο βουνό είχε σκοτωθεί ο Γιαβάσογλου. Στα χέρια ενός ανθρώπου με “ελαστική ηθική” όπως έλεγε ο Ανδρέας Μάτεσης το γράμμα αποτελεί αντικείμενο εκβιασμού. Όμως απροσδόκητα βρίσκεται ύποπτος για φόνο. Και τότε αρχίζει η μεγάλη περιπέτεια.

Επιχείρηση ουράνιο τόξο
Άνοιξη του 1942. Η Ελλάδα στενάζει κάτω από το βάρος της γερμανικής Κατοχής. Ένα συμμαχικό αεροπλάνο ρίχνει έναν βρετανό αλεξιπτωτιστή με μια βαλίτσα κάπου στον Θεσσαλικό κάμπο. Ο Φώτης Καλατζής μαζί με τον πατέρα του φροντίζουν να τον κρύψουν με κίνδυνο της ζωής τους. Οι Γερμανοί όμως σκοτώνουν τον αλεξιπτωτιστή σε μια ενέδρα. Τα αλλεπάλληλα γεγονότα που ακολουθούν οδηγούν τον Φώτη στην απόφαση να παραδώσει εκείνος τη βαλίτσα στον προορισμό της και μεταμορφώνουν τον εικοσάχρονο φοιτητή σε διπλό πράκτορα των Γερμανών και της Ελληνικής Αντίστασης.

Αμφιβολίες
Σε μια από τις συνηθισμένες εμπλοκές τηλεφώνου ο αρχιτέκτονας Γιώργος Δημάδης παρακολουθεί τη συνομιλία δύο αγνώστων, μιας γυναίκας και ενός άντρα. Από τα λόγια που ακούει “αν δεν ήταν αυτός…”, “δεν μπορεί να γίνει κάτι…”, φοβάται πως κάτι ύποπτο ετοιμάζουν, ίσως ένα φόνο… Όσο το σκέφτεται όμως, μια τέτοια εκδοχή του φαίνεται παράλογη, ώσπου τυχαία, στο σπίτι ενός πελάτη του…

Περίπτωση ανάγκης
Όλα αρχίζουν με την εξαφάνιση της όμορφης Μαρίνας, κόρης μιας πλούσιας οικογένειας. Ο ήρωάς μας αναλαμβάνει χρέη αυτοσχέδιου ντετέκτιβ ύστερα από παράκληση της αδελφής της. Τι κρύβεται όμως πίσω από αυτή την εξαφάνιση;
Ύστερα έχουμε μια δολοφονία. Τότε στο προσκήνιο εμφανίζεται ο αστυνόμος Μπέκας…

Ζήτημα ζωής και θανάτου
Ο άγνωστος επιστολογράφος έγραφε: “Ξέρετε τι κάνει η ωραία νέα γυναίκα σας όταν εσείς βγάζετε εκατομμύρια στο μεγαλοπρεπές γραφείο σας; Αν θέλετε να το μάθετε…”. Ο εφοπλιστής Αντώνης Καρράς υποψιάζεται ότι η γυναίκα του τον απατά. Πού θα οδηγήσει η παρακολούθησή της; Είναι πράγματι μια περίπτωση μοιχείας ή κάτι άλλο συμβαίνει;

Μπούμερανγκ
Ο μηχανικός Αλέκος Κομνηνός έχει ταλέντο αλλά όχι επιτυχίες στη δουλειά του. Κυνηγά μάταια έναν ολόκληρο χρόνο τον εκατομμυριούχο Γερασιμάτο για το “θέμα” του: ένα σχέδιο για πρωτότυπο τουριστικό οικισμό. Και αναπάντεχα ο Γερασιμάτος αποφάσισε να τον δεχθεί. Γιατί όμως;
Ύστερα ήταν και εκείνη η παράξενη ιστορία που διηγήθηκε στον Κωνσταντινίδη: ένα έγκλημα που παρακολούθησε από τη βεράντα του σπιτιού του, με κιάλια, ένα έγκλημα που έγινε εκατοντάδες μέτρα μακριά, μέσα σε ένα διαμέρισμα… Ή μήπως έκανε λάθος;…

Το καλοκαίρι του φόβου
Είκοσι περίπου χρόνια μετά το “Έγκλημα στο Κολωνάκι”, ο συνταξιούχος πια Αστυνόμος Μπέκας αναλαμβάνει άλλο ένα έγκλημα στην ίδια περιοχή, όταν ένα κλεφτρόνι τού εκμυστηρεύεται ότι είδε μια γυναίκα νεκρή σ’ ένα διαμέρισμα. Πρόκειται για την Τζούλια Χατζηγρηγόρη, κόρη εφοπλιστή, η οποία όμως -σύμφωνα με τις εφημερίδες της επόμενης ημέρας- πνίγηκε στο Σούνιο. Καθώς η Αστυνομία επισήμως αδρανεί, την υπόθεση θα φροντίσει να διαλευκάνει ο Μπέκας, με τη βοήθεια του δημοσιογράφου Μακρή.
Όπως έχει γράψει ο Φίλιππος Φιλίππου στο Βήμα (14.11.1999), στο “Καλοκαίρι τον φόβου” (1971) ο Μαρής “επιχειρεί να δείξει … τη διαφθορά της αστικής τάξης, τον βαθμό χαλαρότητας των ηθών, την ανευθυνότητα μεγάλου μέρους της νέας γενιάς και ακόμη το πού μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος πιεζόμενος από τις βιοτικές του ανάγκες και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης”.

Το χαμόγελο της Πυθίας
“…Κι αποφάσισες να κλέψεις τον Ηνίοχο; είπε ειρωνικά
– Όχι εγώ.
Με κοίταξε έκπληκτη.
– Όχι εσύ;
– Όχι εγώ.
– Ποιος;
– Ο καθηγητής Φόυερμπαχ”
Ύστερα από αυτήν την εξωφρενική δήλωση ακολουθεί μια απίθανη ιστορία αρχαιοκαπηλίας με ένα απροσδόκητο τέλος.

Σκληρό παιχνίδι
Ο Ανδρέας Πολίτης, παλιός “σκληρός” του Παρισιού ο οποίος ζει πια στην Αθήνα, αναλαμβάνει να ξεκαθαρίσει μια υπόθεση εκβιασμού με κολ γκερλ, για να βρεθεί μπλεγμένος σε μια πλεκτάνη όπου η αστυνομία τον κυνηγά για τον φόνο μιας νέας γυναίκας. Ποιος του έστησε αυτή τη μηχανή; Ποια τα κίνητρά του; Ποιο το παρελθόν της νέας γυναίκας; Ο Πολίτης ξεκινάει έναν αγώνα δρόμου για να διαλευκάνει το μυστήριο και να προλάβει την αστυνομία που τον καταδιώκει, ξέροντας ότι αν αποτύχει κινδυνεύει να πληρώσει για έναν φόνο που δεν έκανε…

Η τρίτη αλήθεια
“Ο γιατρός είχε μιλήσει για ‘υπερκόπωση’, ‘νευρική κατάπτωση’ και κάτι τέτοια… Σου χρειάζεται αλλαγή.. Έτσι έγινε αυτό το ταξίδι… Αν ο γιατρός ήξερε τις συνέπειες της συνταγής θα τρόμαζε.”
Ο ήρωάς μας βρίσκεται στο κοσμοπολίτικο περιβάλλον του “Τερψιχόρη Μπιτς” στη Χαλκιδική.
Εκεί θα γνωρίσει τον αριστοκρατικό κύριο Μέξη-Χατζησταυρή και την όμορφη σύζυγό του, τον συγγραφέα και δημοσιογράφο Δελή και την μικρή δεσποινίδα Κόντου. Εκεί θα έρθει και ο παράξενος επιβάτης της “μερσεντές”. Και η περιπέτεια θα αρχίσει μ’ έναν φόνο.

Η εξαφάνιση του Τζων Αυλακιώτη
Ποιός ήταν επιτέλους ο αόρατος Τζων Αυλακιώτης; Τι τύπος ήταν ο κύριος αυτός και τι έκανε τον καιρό του “Διχασμού”. Γιατί δεν ήθελε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου να θίγεται η υπόθεση της “εξαφάνισης” του Διοικητή της Τράπεζας Οικονομικής Αναπτύξεως; Ποιο νόημα είχαν οι φοβέρες του Μανιαδάκη, το πτώμα στο Σούνιο και η πρόταση της Βάλιας, της γυναίκας του, για έρευνα στο παρελθόν του άντρα της; Μήπως γιατί δεν υπήρξε ποτέ Τζων Αυλακιώτης;

Η Απαγωγή
Ποιος είναι ο δολοφόνος της ωραίας Ρέας Γρηγοριάδη;
Ο αστυνόμος Μπέκας υποψιάζεται πολλούς αλλά δεν έχει στοιχεία. Τη δυσκολία αυτή ο Μπέκας την παρακάμπτει “κατασκευάζοντας” ένα μάρτυρα κατηγορίας, με τη βοήθεια του οποίου θα παγιδεύσει τον πραγματικό δολοφόνο.

Έξι εβδομάδες στις ανατολικές χώρες
Το βιβλίο αυτό είναι δημοσιογραφικές εντυπώσεις, προϊόν μιας αποστολής στις Ανατολικές Χώρες την άνοιξη του 1975.
… Και αναρωτιέμαι αν θα ήταν πολύ τολμηρό και αισιόδοξο να σκεφτείς πως βαδίζουμε και οι δυο πλευρές προς ένα σημείο, που κάποτε θα συναντηθούμε. Σε μια ζωή όπου οι άνθρωποι θα ζουν με περισσότερη ελευθερία και περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη. Γιατί, για να θυμηθούμε τα λόγια ενός συγγραφέα, που ανήκει σ’ εκείνη την πλευρά, του “αριστερού” θεατρικού συγγραφέα Μπέρτολντ Μπρεχτ: “Ποιος μπορεί να σκοτώσει στον άνθρωπο τον πόθο για ευτυχία;”

Το τρένο των 9.45′
MIA ΓYNAIKA ZHTA BOHΘEIA MEΣA ΣTH NYXTA, KI YΣTEPA…
Δεν την άκουγα. Μέσα από τις μυρωδιές της άνοιξης το άρωμά της ξεχώριζε, έμπαινε μέσα μου, με αναστάτωνε. Το άρωμα της μοιραίας νύχτας. Ήταν εκείνη. Η γυναίκα του θεάτρου και του θανάτου. Επιτέ­λους το άγνωστο άρωμα αποκτούσε ένα πρόσωπο…
– Εκείνοι δεν αστειεύονται, είπε.
– Περίεργο. Εγώ είχα ακριβώς την αντίθετη εντύπωση. Από την πρώτη μέρα που τους γνώρισα ήταν όλο αστεία μαζί μου. Τη μια με έστηναν μπροστά σ’ έναν γκρεμό, την άλλη έριχναν ένα αγριόσκυλο επάνω μου, την τρίτη έβαζαν έναν αδέξιο σκοπευτή να αστειευθεί με στόχο το σώμα μου. Και τώρα εσείς μου λέτε πως… Όχι. Οι φίλοι σας αστειεύονται. Απότομα σοβάρεψα. Μόνο που δεν μου αρέσουν τα αστεία τους.
ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ TOY ΤΕΛΟΥΣ TOY 19ΟΥ ΑΙΩΝΑ, ένας άντρας, απόστρατος αξιωματικός, προσωρινά τυφλωμένος από μια μονομαχία, συναντάει κάποια νύχτα μια μυστηριώδη γυναίκα που τον εμπλέκει σε μια υπόθε­ση φόνου και στην παρ’ ολίγο δολοφονία του. Από αυτήν τη γυναίκα συγκρατεί με εμμονή το άρωμά της. Κι αρχίζει έτσι την επίμονη και παρά­τολμη αναζήτησή της, που τον οδηγεί στη Θεσσαλία ̶ η οποία έχει πρόσ­φατα προσαρτηθεί στην Ελλάδα και όπου ο νόμος και η τάξη είναι πράγματα ασαφή. Θα συναντήσει αδίστακτους κοσμοπολίτες τυχοδιώκτες και η ζωή του θα απειληθεί πολλαπλώς, καθώς το πάθος του για τη μυστηριώδη γυναίκα και η πεισματική προσπάθειά του να ανακαλύψει την αλήθεια τον οδηγούν διαρκώς σε ανυπολόγιστους κινδύνους.
Ακόμα ένα χαμένο, σπουδαίο μυθιστόρημα του Γιάννη Μαρή, αστυνομικής υφής σε ιστο­ρικό φόντο αύτη τη φορά, ανασυρμένο από τις Εκδόσεις Άγρα απευθείας από τα αρχεία των εφημερίδων του 1960-1961.

Μυθιστορήματα
Έγκλημα στο Κολωνάκι (1953)
Έγκλημα στα παρασκήνια (1954)
Ο δολοφόνος φορούσε σμόκιν (1954)
Ζήτημα εμπιστοσύνης (1955)
Ο άνθρωπος του τραίνου (1955)
Περιπέτεια στο Άγιον Όρος (1956)
Το κόκκινο βάζο (1956)
Χωρίς ταυτότητα (1956)
Νυκτερινό τηλεφώνημα (1956)
Ο 13ος επιβάτης (1956)
Το τέλος του δρόμου (1957)
Διακοπές στη Μύκονο (1958)
Αυτόπτης μάρτυς (1958)
Ο τέταρτος ύποπτος (1958)
Έγκλημα στη Μύκονο (1958)
Μωρό μου… (1958)
Αύριο και για πάντα (1958)
Το μεγάλο παιχνίδι (1959)
Επικίνδυνο καλοκαίρι (1959)
Το μυστικό του άσπρου βράχου (1959)
Η μελωδία του θανάτου (1959)
Περίπτωση Χ (1959)
Σκοτεινό μεσημέρι (1960)
Προορισμός ο θάνατος (1960)
Ακριβώς στις 12 και 15΄ (1960)
Εκείνη τη νύχτα (1960)
Το τρένο των 9.45′ (1960-61)
Χωρίς τίτλο (1961)
Ιντερμέτζο (1961)
Ο θάνατος του Τιμόθεου Κώνστα (1961)
Τα χέρια της Αφροδίτης (1963)
Ταξίδι χωρίς γυρισμό (1963)
Υποψίες (1964)
Μια γυναίκα από το παρελθόν (1964)
Ιδιωτική υπόθεση (1964)
Επιχείρηση εκδίκηση (1964)
Περιπέτεια (1964)
Το χαμόγελο της σφίγγας (1965)
Αυστηρώς προσωπικόν (1965)
Υπόθεση εκβιασμού (1966)
Επιχείρηση Ουράνιο Τόξο (1966)
Αμφιβολίες (1967)
Περίπτωση ανάγκης (1967)
Ζήτημα ζωής και θανάτου (1968)
Μπούμερανγκ (1968)
Το καλοκαίρι του φόβου (1971)
Το χαμόγελο της Πυθίας (1971)
Σκληρό παιχνίδι (1973)
Η τρίτη αλήθεια (1974)
H εξαφάνιση του Τζον Αυλακιώτη (1976)
H απαγωγή (1978)

Ταξιδιωτικά
Έξι εβδομάδες στις ανατολικές χώρες (2003)

Πηγές: EKEBI, BIBLIONET, Ατλαντίς, ΔΟΛ, Εκδόσεις Άγρα

Επισκέψεις: 193