Γιάννης Ν. Παϊδούσης

Γιάννης Ν. Παϊδούσης

Ελληνες λογοτέχνες
Γεννήθηκα τον Απρίλιο του 1954 στη Χίο.
Έζησα και μεγάλωσα μέσα στα περιβόλια του Κάμπου.
Τα πρώτα γράμματα τα διδάκτηκα στο δημοτικό του Κλούβα.
Μετά φοίτησα στο εξατάξιο τότε Γυμνάσιο Αρένων και αποφοίτησα το 1972 απο το Πρακτικό Τμήμα.
Το 1974 υπηρέτησα για τρία χρόνια στο Πολεμικό Ναυτικό.
Από τότε και μέχρι να με κτυπήσει το εγκεφαλικό το 2011, ασχολήθηκα κατά κύριο λόγο με γεωργικά αλλά και με πολλά άλλα βιοποριστικά επαγγέλματα.
Διηγήματα
Καμπούσικες ιστορίες της βεγγέρας (2020), Άλφα Πι
Καμπούσικες ιστορίες της πεζούλας (2023), Άλφα Πι

Καμπούσικες ιστορίες της πεζούλας – Γιάννης Ν. Παϊδούσης

Καμπούσικεςκαι άλλα Χιώτικα


Έξω από τις αυλόπορτες του Κάμπου υπήρχε μία, ίσως και δυο, πέτρινη πεζούλα. Εκεί πατούσαν για ν’ ανεβαίνουν στα ζώα, εκεί ξεκουράζονταν οι περαστικοί, εκεί κάθονταν το βραδάκι οι Καμπούσοι να ξεκουραστούν και να μιλήσουν με τους γειτόνους. Ήταν κι οι ταχτικοί ολοήμεροι θαμώνες, οι γνωστοί ακαμάτες (οι «άρχοντες της δροσοπεζούλας», όπως τους έλεγαν), που κάθονταν εκεί όλη μέρα. Υπήρχαν και μεγαλύτερες πεζούλες, στις διασταυρώσεις, όπως αυτή έξω από το Ράλλικο στον Κοκκαλά (το «πολυξενείο» που λέμε), μάλλον για να γίνονται οι συγκεντρώσεις της γειτονιάς. Ήταν και οι πεζούλες έξω από τις εκκλησιές, για να παίρνουν μια ανάσα πριν μπουν στην εκκλησιά και να παίρνουν ένα καφέ ή ένα λουκούμι μετά την εορτή. Σ’ αυτές τις πεζούλες μικρός άκουγα τους παππούδες να λένε τις σοφές ιστορίες κι έμαθα τα καμπούσικα ήθη και έθιμα. Σήμερα λίγες μένουν, τις χαλάσαμε για να περνούν άνετα τα αυτοκίνητα. Συνεχίζοντας την παράδοση, εκεί βρισκόμαστε μερικά βράδια και λέμε στα εγγόνια μας τις σοφές ιστορίες και τις συνήθειες των Καμπούσων.

Διηγήματα, Άλφα Πι, 2023, 236 σελ.

Καμπούσικες ιστορίες της βεγγέρας – Γιάννης Ν. Παϊδούσης

Καμπούσικεςκαι άλλα Χιώτικα


Πολλοί βλέποντας το όνοµά µου στο βιβλίο θα παραξενευτούν. ∆εν σας κρύβω ότι και εγώ το θεωρώ παράξενο γιατί γνωρίζω ότι είναι έξω από τα νερά µου.
Με τα χρόνια έχω µια πείρα και αρκετές σοφές ιστορίες που τις έλεγαν οι παππούδες µας και θεώρησα ότι κάπου έπρεπε να γραφούν.
Με την ευκαιρία της ακινησίας που έχω τα τελευταία χρόνια, άρχισα να γράφω τις ιστορίες της βεγγέρας. Το βρήκα κάτι σαν ψυχοθεραπεία.
Σιγά-σιγά µαζεύτηκαν πάνω από διακόσιες. Τις διαβάζουν φίλοι µου και µου πρότειναν να τις εκδώσω για να µην χαθούν. Πράγµα που, όπως προείπα, ήταν και δικός µου σκοπός.
Έτσι, σήµερα εσείς κρατάτε στα χέρια σας αυτό το βιβλίο.

Διηγήματα, Άλφα Πι, 2020, 344 σελ.

Πηγές: Biblionet, Άλφα Πι