Molto Vivace ma …non – Άννα Στεφούλη
Molto Vivace ma ...non - Άννα Στεφούλη
Η Μυρσίνη φτάνει επιτέλους στην πολυσύχναστη πλατεία. «Αν δεν κάτσω τώρα αμέσως, θα σωριαστώ», μονολογεί. Να μια θέση εκεί στο παγκάκι με τους δυο ηλικιωμένους. Της κάνουν χώρο. Στα κηπάρια ανθίζουν όλα τα καλά της άνοιξης: πανσέδες, καλέντουλες, σκυλάκια. Οι δεκοχτούρες τσιμπολογούν διαρκώς.
-Δεν το χωράει το μυαλό μου, έγκυος εγώ;
-Τι είπατε; γυρίζει προς το μέρος της ένας κύριος.
-Είμαι έγκυος!
-Με το καλό! Την κοιτά ερευνητικά. Πότε περιμένετε;
-Σε έξι μήνες.
-Να ζήσεις, παιδί μου.
Δεν μπορεί να γυρίσει στο σπίτι. Θέλει να μείνει έξω, να διαλαλήσει σ’ όλο τον κόσμο ότι περιμένει παιδί. Όμορφη που είναι η πόλη! Για δες εκείνο το τόξο τι ευγενικά ακουμπά πάνω στις κολώνες! Και πώς το απογευματινό φως αλαφρώνει τον όγκο του! Μουσική. Ένας πλανόδιος μουζικάντης χάνεται στις στοές.
-Θα σου μάθω μουσική, ψιθυρίζει στο έμβρυο. Δε νιώθεις για τι πράγμα σου μιλώ, ε; Εγώ που με βλέπεις, είμαι δασκάλα του πιάνου και η μουσική είναι η απόλυτη χαρά της ψυχής μου, μετά από σένα.
Κάθεται με τις ώρες στο παράθυρο κοιτάζοντας μακριά στον ορίζοντα, πέρα απ’ τη θάλασσα. Αγκαλιάζει την κοιλιά της λες και κρατάει το μωρό. Το σπίτι γεμίζει με μουσική.
-Άκου προσεκτικά. Όλα τα όργανα θα σιωπήσουν τώρα για να μπει το σόλο τρομπόνι. Κάπως επίσημο, ε; Μη βιάζεσαι, τώρα… τώρα έρχονται οι δυο άρπες και το βιολί… Καλά ντε. Κατάλαβα. Δεν είναι ανάγκη να το ρίχνεις στο χορό, χαμογελά, σίγουρη ότι οι νότες που διαπερνούν το σώμα της φτάνουν στην ψυχή της ύπαρξης που κυοφορεί.
Γεννήθηκε αγόρι. Μετά την πρώτη συγκλονιστική μέρα, όπου δεν πολυκαταλάβαινε τι γινόταν, μέσα σ’ ένα διαρκές πήγαινε-έλα συγγενών, λουλουδιών και τηλεφωνημάτων, ήρθε να τη δει ο γυναικολόγος της.
-Να σου ζήσει, Μυρσίνη, να σου ζήσει. Αν και…
-Αν και, γιατρέ μου;
-Κουράγιο καλή μου, ξέρω ότι είναι απάνθρωπο, αλλά πρέπει να το μάθεις τώρα και μάλιστα από μένα.
-Με τρομάζεις…
-Το παιδί σου πάσχει από σύνδρομο Ντάουν.
Σύνδρομο Ντάουν; Προσπαθεί να καταλάβει αν άκουσε σωστά, να θυμηθεί τι σημαίνει ο όρος. Όταν μιλάμε για σύνδρομο, στην Ιατρική, είναι πάντα ασθένεια. Αλλά τι ακριβώς είναι το σύνδρομο Ντάουν; Η μνήμη απωθεί την πραγματικότητα, τη γνώση της πραγματικότητας. Αργά, βασανιστικά οι εικόνες σχηματίζονται στο μυαλό της. «Δηλαδή το παιδί μου θα μοιάζει με μογγολάκι; Θα ’ναι χοντρό με μικρό κεφάλι και κοντά πόδια και χέρια; Θα ’χει το στόμα μισάνοιχτο σα χάχας και θα μιλά με δυσκολία; Τι κάθεσαι και σκέφτεσαι ηλίθια;» βρίζει τον εαυτό της. «Ξεχνάς το χειρότερο…», η Μυρσίνη σταματά, παγώνει, ο κόσμος σκοτεινιάζει, νομίζει θα λιποθυμήσει « Όχι Θεέ μου. Αυτοί που πάσχουν από σύνδρομο Ντάουν είναι διανοητικά καθυστερημένοι!» Κλείνει τα μάτια, δε θέλει να βλέπει τίποτα.
Τρία χρόνια αργότερα η Μυρσίνη παρατηρεί τον Αλέξανδρο κι ονειρεύεται. Πώς να παραδεχτεί ότι αυτό το παιδί είναι πνευματικά ανάπηρο; Την αγκαλιάζει με τρυφερότητα, την κοιτάζει εκφραστικά και, βέβαια, ακούν μαζί μουσική, παίζουν μουσική. Κάθεται στο πιάνο, με τον μικρό στην αγκαλιά, τα δάχτυλά τους ακουμπούν απαλά τα πλήκτρα.
-Άκου Αλέξανδρε, έτσι φυσά ο άνεμος ανάμεσα απ’ τα φύλλα των δέντρων στο δάσος. Εσύ τώρα, δείξε μου, πώς τρέχουν οι σκίουροι στις φουντουκιές;
Ο μικρός απλώνεται για να παίξει τη συγχορδία.
-Ναι, αυτό είναι, έτσι. Κρύφτηκαν τώρα, εγώ βλέπω μόνο τις φουντωτές ουρές τους, εσύ;
Το παιδί την αγκαλιάζει χαρούμενο.
-Κρύφτηκαν, το μωράκι μόνο τρέχει ακόμα. Και χτυπά αργά μερικές νότες στην προσπάθειά του να δείξει το αργοκίνητο σκιουράκι.
«Είμαι σίγουρη ότι ο Αλέξανδρος θυμάται την περίοδο της εγκυμοσύνης», σκέφτεται. «Πώς αλλιώς να εξηγήσω ότι προσηλώνεται ολόκληρος σε κομμάτια που ακούει για πρώτη φορά, ενώ ψιθυρίζει τη μουσική που του ’παιζα όταν ήταν έμβρυο; Και για δες τι ωραίες κινήσεις κάνει με το κορμάκι του!»
Η μέρα είναι λαμπρή. Ήλιος και το ελαφρύ αεράκι φέρνει στο δωμάτιο το άρωμα του γιασεμιού που λιάζεται στη βεράντα. Η Μυρσίνη βάζει να ξανακούσουν τη συγκινητική άρια του Puccini, τη Madame Butterfly. Ο Αλέξανδρος παίζει στο πάτωμα μ’ ένα ξύλινο ζωάκι. Οι πρώτες αέρινες νότες πλημμυρίζουν το δωμάτιο, συναντούν το άρωμα του άνθους και τις ακτίνες του ήλιου κι επιστρέφουν μεταμορφωμένες σε ένα αιθέριο σύννεφο που περικλείει εντός του πλάσματα της θάλασσας, του δάσους, κραυγές επίκλησης, πάθους, προσφοράς. Ο Αλέξανδρος παρατά το παιχνίδι και, σαν μαγεμένος, αρχίζει να χορεύει. Η μητέρα του παρακολουθεί θαμπωμένη. Ποια γνώση δίδαξε σ’ αυτό το παιδί, στον ιδιώτη κατά την ιατρική, να εκφράζεται με τέτοια και τόση ομορφιά; Ποιος καλός άγγελος τον καθοδηγεί να ερμηνεύει με το μικρό, τρεμάμενο κορμάκι του και τα συναισθήματα που του γεννά η μουσική; Θεέ μου, πώς είναι δυνατό να τον συγκινεί τόσο, να την κατανοεί με τέτοιον τρόπο ώστε όχι μόνο να τη γεύεται αλλά και να την ερμηνεύει;
Το βράδυ κλείνει τη διήγηση του περιστατικού στον άντρα της, τον Ιάσωνα, με μια απόφαση.
-Ο Αλέξανδρος θα πάει σε σχολή χορού. Θα τον γράψω αύριο. Είναι γεννημένος χορευτής!
-Σήμερα, Αλέξανδρε, θα δώσουμε την πρώτη σου παράσταση. Θέλεις;
-Παράσταση; Τι είναι αυτό;
-Θα χορέψουμε, να χαρεί και να σε καμαρώσει ο κόσμος!
-Μπορώ; Φυσάει κιόλας!
-Εμάς τους καλλιτέχνες δεν μας τρομάζει ο καιρός! Έτσι δεν είναι; Εσένα θα σε ντύσω μ’ αυτό το ωραίο κοστούμι κι εγώ θα φορέσω το φουστάνι που βλέπεις. Ο πρωταγωνιστής όμως θα είσαι εσύ.
-Μουσική θα έχει;
-Σήμερα, όχι. Θα χορέψουμε τη Μαντάμ Μπατερφλάυ με τα βήματα που ξέρεις.
Ντύνει το παιδί με ένα γυαλιστερό πράσινο ολόσωμο καλσόν, του δένει στα μαλλιά μια μπαντάνα ενώ η ίδια φορά ένα κόκκινο μακρύ φουστάνι.
Δίπλα στο κεντρικό πάρκο πηγαινοέρχονταν βιαστικοί διαβάτες να προλάβουν τη μπόρα που δεν θα αργούσε. Κοντοστάθηκαν όμως για να δουν τι κάνουν η γυναίκα και το παιδί. Χόρευαν; Και χορό το λες αυτό; Μήπως ζητιανεύουν; Μερικοί παρακολουθούσαν έκπληκτοι, άλλοι χαζογελούσαν με το θέαμα, κάποιοι κούνησαν το κεφάλι με λύπη που η γυναίκα φερόταν στο παιδάκι σαν αρκουδάκι του ’50 σε πανηγύρι. «Έλα, Νίτσα, κάνε πώς τρώει το Μαρουλιώ»! Πήρε να ψιχαλίζει. Ο κόσμος αραίωσε. Μόνο δυο τρεις γενναίοι χασομέρηδες έμειναν να χαζεύουν αυτό το «θέαμα». Μια παρέα παιδιών που έτρεχαν σταμάτησαν και άρχισαν τα σφυρίγματα.
Τότε άρχισε να βρέχει. Ο Αλέξανδρος τουρτουρίζει απ’ το κρύο.
-Μαμά πάμε να φύγουμε, κάνει απελπισμένος.
-Σε λίγο.
Η Μυρσίνη δεν αντιλαμβάνεται τον αστυνομικό που πλησιάζει ούτε κατανοεί τα λόγια του.
-Κυρία μου, φτάνει! Δεν βλέπετε ότι το παιδάκι μελάνιασε; Σταματήστε επιτέλους να το ταλαιπωρείτε! Διαφορετικά θα σας συλλάβω, κάνει απειλητικά αν και ενοχλημένος συγχρόνως από τα λόγια του κι απ’ την κατάσταση που καλείται να αντιμετωπίσει.
-Μελάνιασε… να φύγουμε… μα δεν τελείωσε η χορογραφία…
-Ελάτε, πάμε στο Τμήμα να ξεκουραστείτε και θα σας οδηγήσω στο σπίτι σας. «Αν δεν σας στείλει στον εισαγγελέα ο Αρχηγός», μονολογεί.
O Ιάσωνας βαδίζει βιαστικά στη λεωφόρο με τα πλατάνια, παράλληλα με τη θάλασσα. Μουντός ο καιρός, πήρε και να ψιχαλίζει, ανοίγει το βήμα για να φτάσει στο γραφείο του φίλου του πριν τον βρει η μπόρα. Η θάλασσα σκοτείνιασε, ένας κεραυνός έλαμψε στο βάθος. Σηκώθηκε ένας παράξενος αέρας, γεμάτος κουρνιαχτό που του πνίγει την αναπνοή. Σε λίγο άρχισε να βρέχει καταρρακτωδώς. Ταξί πουθενά. Μόνο ξετρελαμένοι οδηγοί ΙΧ κορνάρουν και βρέχουν τα πεζοδρόμια χωρίς να νοιάζονται για τους λίγους πεζούς. Σηκώνει τα μάτια να δει πώς είναι ο ουρανός. Μαύρη μαυρίλα, ενώ τα κλαδιά των δέντρων χαμηλώνουν απ’ τον αέρα έτοιμα θαρρείς να σε αρπάξουν στον τρελό χορό τους. Ανεβάζει το γιακά του πανωφοριού του. Έρχεται προς το μέρος του ένας διαβάτης με την κουκούλα του κατεβασμένη ως τα μάτια. Κινείται απειλητικά. Ο Ιάσονας σκέφτεται ότι δεν μπορεί να τον αποφύγει τρέχοντας στο απέναντι πεζοδρόμιο καθώς τα αυτοκίνητα κινούνται με μεγάλες ταχύτητες. Ο άντρας τον πλησιάζει σε απόσταση αναπνοής, ο Ιάσονας ετοιμάζεται να αμυνθεί αλλά ακούει τον άλλο που τον ρωτά «Φίλε, έχεις ένα τσιγάρο;» Δεν έχει, δεν καπνίζει. Προσπαθεί να ηρεμήσει το καρδιοχτύπι του. «Τι στα κομμάτια! Για σύνελθε!» λέει στον εαυτό του.
Στη ζεστασιά του γραφείου του φίλου του νιώθει καλύτερα.
-Τι συμβαίνει, Ιάσονα;
-Είμαι ράκος! Καταρρέω!
-Με τρομάζεις! Έγινε κάτι;
-Πολλά που σου έκρυβα καιρό! Από ντροπή; Από βλακεία; Από κούραση; Από μοναξιά; Ίσως δεν άντεχα ούτε εγώ ο ίδιος να αποδεχτώ την πραγματικότητα!
-Στάσου, στάσου να καταλάβω! Όλα αυτά μαζί; Εδώ και πόσον καιρό;
-Απ’ τη μέρα που γεννήθηκε ο Αλέξανδρος!
Ο Αλέξανδρος! Το φως και το σκότος του Ιάσονα. Ο πρίγκιπας με το σύνδρομο Ντάουν, το παιδί που με τη Μυρσίνη λατρεύουν περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον!
-Συνειδητοποιείς τι μου λες;
-Ναι, Χαρίλαε! Δεν ξέρεις όλη την αλήθεια!
-Υπάρχει κι άλλη αλήθεια πέρα απ’ όσα ξέρω;
-Δυστυχώς! Και είναι το ίδιο τραγική με την ασθένεια του παιδιού μου!
Μαζεύτηκε στη θέση του, κουλουριάστηκε καλύτερα, με το βλέμμα απλανές και με φωνή κατακερματισμένη μίλησε για την άλλη εξ ίσου τραγική αλήθεια.
-Θα σου τα πω ίσως ανάκατα, χωρίς ειρμό… Ανησυχώ για τη Μυρσίνη και κατά πόσο η συμπεριφορά της απέναντι στον Αλέξανδρο μπορεί να του κάνει κακό… ούτε ξέρω πόσο άσκημα είναι η ίδια.
-Και τα κρατάς μέσα σου…
-Μη με διακόπτεις σε παρακαλώ. Ποτέ η Μυρσίνη, και εγώ βέβαια, δεν αποδεχτήκαμε ότι το παιδί μας είναι ένα τέρας! Ποτέ! Ναι έχει πρόβλημα… Αλλά νομίζαμε, πιστεύαμε ότι με την αγάπη μας θα μπορούσε να κάνει μια σχεδόν φυσιολογική ζωή. Απόφαση και καθήκον μας. Ωστόσο … Αχ, Μυρσίνη μου… Από τις πρώτες εβδομάδες της ζωής του τού έπαιζε πιάνο. Μόλις κατάφερε να πιάνει αντικείμενα τον έβαζε να χτυπάει τα πλήκτρα. Φαινόταν να διασκεδάζει το μωρό. Διασκέδαζε. Όλη μας η ζωή επικεντρώθηκε στη μουσική που άκουγε ο Αλέξανδρος. Έκανε τα πρώτα του βήματα συνοδεία κλασικής μουσικής. Μουρμούριζε μουσική, όλα γύρω του έγιναν μουσική. Η πιο ευτυχισμένη μας περίοδος. Άρχισε να λέει τα πρώτα λόγια… Τότε η Μυρσίνη αποφάσισε να τον γράψουμε σε σχολή χορού επειδή πιστεύει ότι είναι γεννημένος χορευτής! Δεν τον δέχτηκαν με διάφορες δικαιολογίες. Οργίστηκε, πικράθηκε αλλά δεν το έβαλε κάτω πιστεύοντας ότι θα βρει τον τρόπο να πραγματοποιήσει την ιδέα της να τον δούμε χορευτή...
-Δεν καταλαβαίνω πού είναι το κακό. Τι σε κάνει να χάνεις την παροιμιώδη ψυχραιμία σου;
-Αυτό που μόλις σου είπα, Χαρίλαε! Η δύσμοιρη Μυρσίνη δεν στέκει καλά στα μυαλά! Εμμονή; Μεταβίβαση στο παιδί μας φανταστικών προσδοκιών; Αποφυγή της πραγματικότητας που της προκαλεί τόσο πόνο; Δεν ξέρω να το εξηγήσω. Ωστόσο νοσεί βαρύτατα! Και επιπλέον αρνείται να το συζητήσει με κάποιον ειδικό. Γιατί βλέπει στον Αλέξανδρο μια ανύπαρκτη πραγματικότητα! Όλα της φαντασίας της! Και βέβαια αγαπάει το παιδί μου τη μουσική! Μόνο αυτό. Ούτε πιάνο παίζει, ούτε τραγουδάει, ούτε βέβαια χορεύει! Απ’ την άλλη η γυναίκα μου, κάθε μέρα σχεδόν, μου διηγείται κι ένα ολόκληρο μπαλέτο στο οποίο πρωταγωνιστεί ο γιος μας! Κατάλαβες; Καταλαβαίνεις το αδιέξοδο στο οποίο βρίσκομαι;
-Χτυπάει το κινητό σου, Ιάσονα.
Είναι από το Αστυνομικό Τμήμα. Του λένε ότι «συνελήφθη η γυναίκα του για έκθεση νηπίου σε κίνδυνο!» Αν αργήσει να εμφανιστεί στο Τμήμα, εκείνη κινδυνεύει με αυτόφωρο.
Ο Χαρίλαος κατάλαβε από το χρώμα του φίλου του ότι κάτι τρομερό συμβαίνει.
-Φεύγω! του κάνει εκείνος αλλόφρων.
-Στάσου! Πού πας μόνος σ’ αυτή την κατάσταση!
Ο Ιάσωνας έγινε καπνός κουβαλώντας ολομόναχος όλα τα σύννεφα της απόγνωσης.