Ο τάφος του παππού – Άννα Στεφούλη
Ο τάφος του παππού - Άννα Στεφούλη
Σήμερα το μεσημέρι θα γίνει η κηδεία του παππού. Κώστα τον λένε. Οι φίλοι του τον φωνάζουν Κωστή. Τα χαρτιά τον γράφουν Κωνσταντίνο.
Είναι ξαπλωμένος σ’ ένα κρεβάτι που έφεραν απ’ το Γραφείο με κάτι λαμπάδες ψηλότερες από μένα. Έχει τα χέρια σταυρωμένα στην κοιλιά και ’κει πάνω μια εικόνα. Είναι τελείως πεθαμένος.
Μπαινοβγαίνουν διάφοροι γνωστοί μας και κάθονται στις καρέκλες αμίλητοι. Αραιά και πού, πετούν καμιά κουβέντα. «Καλός άνθρωπος ο Κωστής. Τον έχει σίγουρο τον Παράδεισο», «Τ’ αφήνει όλα τακτικά, όπως όταν ζούσε», «Πλήρης ημερών!» αναστενάζει ο φίλος του ο δάσκαλος. Αυτό μπορεί να το λέω και λάθος, πρώτη φορά το ακούω. Όταν φεύγουν κάνουν το σταυρό τους και τον φιλούν. Όλοι λεν στη μαμά και στο μπαμπά «ζωή σε λόγου σας» ή «να ζήσετε, να τον θυμάστε».
Τη γυναίκα του, τη γιαγιά Φανή, εγώ δεν την πρόλαβα. Πέθανε νέα. Ο παππούς είναι χήρος και μένει μαζί μας. Ξέρει όμορφα παραμύθια, με πάει στο πάρκο και στον Παιδικό. Μου αγοράζει παγωτά, καραμέλες κι ό,τι θέλω, κάνοντας τον κουφό στις γκρίνιες της μαμάς.
Τώρα όμως πέθανε. Σαν τον Περικλή που ήταν δώδεκα χρονών, πολύ γέρος για σκυλί. Τον θάψαμε στο δασάκι. Όταν πεθαίνεις σε βάζουν στη γη. Μετά δεν σε ξαναβλέπει κανένας. Πολύ λυπητερό. Εγώ έκλαιγα μέρες για τον Περικλή. Μου είπαν ότι θα μου βρουν άλλο σκυλί, αλλά τίποτα ακόμα. Μπορεί και να το λεν έτσι, για να μην ξεσαλώνω. Δεν τους αρέσει που θέλω να κοιμάμαι μαζί του. Τι τους πειράζει;
Δε μ’ αφήνουν να κάτσω κοντά στον παππού μου. «Δεν κάνει», λέει η κυρία Αλεξάντρα, η γειτόνισσα. Τη φοβάμαι λίγο. Είναι χοντρή και μας μαλώνει, εμάς τα παιδιά, όταν παίζουμε στο παρκάκι. Κάνουμε, λέει φασαρία! Όμως στα μουγκά, γίνεται παιχνίδι;
Ο μπαμπάς μου, ο Χρήστος, είναι πολύ στενοχωρημένος. Κλαίει κι όλο βγαίνει στη βεράντα να καπνίσει. Η μαμά φοράει μαύρα, αυτή δεν κλαίει. Έχει μπελάδες στο κεφάλι της φαίνεται, αφού ούτε σ’ εμένα δε δίνει σημασία. Κάνει σα να μην είμαι εδώ. Ή μήπως δε με βλέπει έτσι που με παράτησαν στο δωμάτιο μου; Είναι και η Σοφία μαζί μου, η κοπέλα που με προσέχει όταν οι μεγάλοι πάνε στη δουλειά. Μου μιλάει, αλλά εγώ έχω το μυαλό μου στο σαλόνι με τον παππού και δεν την ακούω.
Ήρθε ένα μακρύ, μαύρο αυτοκίνητο και πήρε τον παππού μέσα στο φέρετρο. Τον πάνε στα Μνήματα. Εμένα δε με πήραν. Πάλι «δεν κάνει», λένε.
-Φανούλα, θέλεις μια πορτοκαλάδα ή σάντουιτς; ρωτάει η Σοφία.
-Όχι. Θέλω τον παππού μου.
Κάνει την κουφή κι ανοίγει ένα βιβλίο για να μου διαβάσει.
-Δε θέλω παραμύθι, λέω και πατώ τα κλάματα.
Η Σοφία με παίρνει αγκαλιά. Μυρίζει ωραία. Μου χαϊδεύει τα μαλλιά και με πιάνει μια νύστα, κοντεύω να πέσω κάτω. Ύστερα...δεν ξέρω. Γιατί ξυπνώ στο κρεβάτι μου και οι άλλοι είναι πάλι στο σαλόνι. Τρέχω να δω τον παππού. Όμως τον παράτησαν στα Κοιμητήρια. Τον καημένο! Λες να σκάσει κάτω απ’ το χώμα;
-Πώς να σκάσει, Φανή μου, λέει η κυρία Αλεξάντρα. Αφού πέθανε, πάει, τελείωσε.
Ο μπαμπάς είναι πολύ λυπημένος. Εγώ τον είδα να κλαίει.
-Όχι, καρδούλα μου, δεν κλαίω, είπε.
Εγώ όμως ξέρω. Και οι μπαμπάδες λένε ψέματα. Και ούτε μιλάει, ούτε χαμογελάει, ούτε τίποτα.
-Σήμερα, θα σε πάω στον παππού, μου λέει. Θα τον διαβάσουμε για τις τρεις μέρες.
Δεν καταλαβαίνω τι θα διαβάσουμε, αλλά δε ρωτώ. Φαίνεται καλύτερα. Χαζή είμαι να τον κάνω να κλάψει;
Μας βάζει στο αυτοκίνητο με τη μαμά και τη θεία. Κάθονται αμίλητοι με τα μάτια χαμηλωμένα. Μόνο ο μπαμπάς προσέχει το δρόμο, η μαμά μου όλο αναστενάζει. Δίπλα μου η θεία, η αδερφή του μπαμπά, κλαίει και προσπαθεί να μη τη βλέπω. Και πηγαίνουμε, πηγαίνουμε. Βρε, τον κακομοίρη τον παππού, τόσο μακριά τον έθαψαν; Πιο μακριά κι απ’ τον Περικλή.
-Πότε θα φτάσουμε; ρωτώ.
-Σε λίγο, λέει η μαμά.
Τι μέρος κι αυτό! Όλο τάφοι και κυπαρίσσια. Οι άνθρωποι φοράνε μαύρα.
-Εδώ είμαστε, κάνει ο μπαμπάς.
Πουθενά ο τάφος του παππού. Με πιάνει το παράπονο. Γιατί οι άλλοι πεθαμένοι έχουν σπιτάκι με τη φωτογραφία τους και λουλούδια κι αυτός όχι; Τι τους έκανε;
-Μην κλαις, Φανούλα, μιλάει η θεία. Θα στεναχωρήσεις τον παππού.
-Γιατί δεν έχει τάφο; ρωτώ μες στο κλάμα.
-Μα δεν ετοιμάστηκε ακόμα, χρυσό μου. Όταν ξαναρθούμε θα τον δεις.
Να τος ο παπάς. Αρχίζει το διάβασμα. Ο μπαμπάς πάλι κλαίει. Ύστερα ο παπάς, η μαμά και η θεία πάνε στην εκκλησία. Εγώ μένω με τον μπαμπά μου. Είναι αφηρημένος και δε μιλάει. Τα μάτια του είναι καρφωμένα στο χώμα. Εγώ κοιτάζω γύρω-γύρω καλά. Ο κόσμος είναι μακριά.
-Μπαμπά, τον τραβώ απ’ το μανίκι για να με προσέξει. Μήπως να ξεθάψουμε τώρα τον παππού που δε μας βλέπει κανένας;
Ο μπαμπάς πετιέται σαν να τον χτύπησε πέτρα στο κεφάλι.
-Τι είπες, παιδί μου;
-Λέω, τώρα που είμαστε μόνοι μας, να ξεθάψουμε τον παππού και να τον πάρουμε στο σπίτι! Κρυώνει και φοβάται. Μου το λέει κάθε βράδυ. Είναι και πολύ λυπημένος, μόνος του τόσον καιρό! Κανείς σας δεν τον αγαπάει πια;
-Αχ, αγάπη μου, αγάπη μου, κάνει σκύβοντας. Με παίρνει αγκαλιά και με γεμίζει φιλιά. Δεν γίνεται, Φανούλα, να πάρουμε τον παππού από ’δω. Θα πρέπει να συνηθίσεις ότι δεν είναι πια μαζί μας.
-Γιατί;
-Γιατί πέθανε, κι όταν πεθαίνεις, φεύγεις και πας στον ουρανό.
-Γιατί στον ουρανό;
-Γιατί έτσι. Πάμε τώρα. Η μαμά και η θεία θ’ ανησυχούν.
Θυμώνει πάλι. Μαζί μου; Αλλά δεν μιλώ, έχει δάκρυα στα μάτια. Τι του έκανα και κλαίει;
-Να ρωτήσω τη μαμά;
-Να τη ρωτήσεις. Αλλά αυτά τα πράγματα θα τα καταλάβεις όταν μεγαλώσεις, εντάξει;
-Εντάξει.