Το μακρύ σοκάκι – Γιώργος Γιώτσας

Γιώργος Γιώτσας

Το διήγημα αρχίζει με τη δολοφονία της Αρετής που όμως δεν συντάραξε το χωριό Πλατανιά γιατί δράστες ήταν τα αλαζονικά παιδιά του εύπορου εμπόρου Μηλιώση, αλλά και γιατί το θύμα ήταν μία «καθυστερημένη». Κι ενώ συλλογικά ο θάνατος του κοριτσιού αποδίδεται σε δυστύχημα, ο δεκατριάχρονος Ζήσης «πνίγεται». Έχει και εκείνος έναν αδελφό που πάσχει από ψυχικό νόσημα, έναν αδελφό που ουρλιάζει τις νύχτες και ζει δεμένος με λουριά σε μια σοφίτα. Ο Ζήσης βρίσκει παρηγοριά στη μουσική, στην οποία τον μυεί η μητέρα του, μέχρι που θα ακούσει από τη βασανισμένη γιαγιά του μία μαρτυρία για κάτι που η ίδια είδε στο μακρύ σοκάκι, τον στενό δρόμο που ενώνει την πλατεία του χωριού με το νεκροταφείο. Η γιαγιά τον προειδοποιεί να μην ανταποκριθεί αν ακούσει το κάλεσμα, τη νύχτα με το ολόγιομο φεγγάρι. Αλλά το κάλεσμα θα το ακούσει άλλος. 1o Βραβείο EVERLY στην κατηγορία «Καλύτερο βιβλίο τρόμου Έλληνα συγγραφέα», 10/2022 Διηγήματα, Λυκόφως, 2021, 112 σελ.

-- 1 of 6 --

Γύρω στα μεσάνυχτα με πήρε επιτέλους ο ύπνος. Και ονειρεύτηκα. Έντονα, ανήσυχα· ένα τόσο άσχημο όνειρο που το θυμάμαι ακόμα και σήμερα. Αν και όχι... Το “άσχημο” δεν είναι επαρκής λέξη για να το περιγράψει. Αυτό το όνειρο ήταν τρομακτικό, ήταν ανοίκειο... έμοιαζε με παράθυρο σε ένα ακόμα χειρότερο όνειρο. Έσχιζα τον αέρα. Είδα τα πόδια μου πάνω σε μια σανίδα σκέητμπορντ. Φορούσα κάτι μαύρα παπούτσια που δεν τα χα αντικρίσει ποτέ στη ζωή μου. Το σκέητμπορντ ήταν γκρι και ταίριαζε έτσι όπως τσουλούσε γρήγορα και αθόρυβα, με τις σκοτεινές τετράγωνες πλάκες ενός δρόμου που δεν αναγνώριζα. Εκτός από τα πόδια μου, έβλεπα τη σκιά που έριχνα να απλώνεται μπροστά στις πλάκες του δρόμου σαν να ήθελε να ξεφύγει από εμένα. Το ένα πόδι της σκιάς έδωσε ώθηση στο σκέητμπορντ για να πάει πιο γρήγορα. Και τότε ήταν που άκουσα τον ήχο. Τον φριχτό αυτό ήχο... Ήταν λες και ήμουν στο βυθό μιας ξεχασμένης λίμνης... Σε όλο το όνειρο υπήρχε ένα ακαθόριστο βουητό στα αυτιά μου... μέχρι εκείνον τον ήχο. Έμοιαζε με ρότορα ελικοπτέρου που δουλεύει σε αργή κίνηση, πίσω από ένα τεράστιο τζάμι. Ήταν ένα υπόκωφο “Γου - ουυυς” “Γου - ουυυς”, απόκοσμο, επίμονο, που με έκανε να βρίσκομαι σε επιφυλακή. Και τότε καθώς συνέχιζα πάνω στις ρόδες του σκέιτμπορντ, την αθόρυβη ολίσθηση προς κάποιο άγνωστο προορισμό, σήκωσα το βλέμμα από τα μαύρα παπούτσια μου, κοίταξα στον σχεδόν άδειο νυχτερινό δρόμο, και αντίκρισα στα δεξιά μου μια φιγούρα που όσο την πλησίαζα γινόταν ξεκάθαρη αλλά επίσης μπερδεμένη. Ήταν η Αρετή. Όχι όμως η Αρετή όπως έμοιαζε σαν παιδί, αλλά όπως θα έμοιαζε μεγαλύτερη, στα είκοσι της ίσως. Δε ξέρω πως γνώριζα ότι ήταν η εκείνη, αλλά ήμουν σίγουρος για αυτό. Η Αρετή φορούσε περίεργα ρούχα που δεν είχα ξαναδεί στο χωριό, ένα γκρι χακί παντελόνι -που χρόνια αργότερα θα αναγνώριζα ως “στρατιωτικό”- και ένα κόκκινο σαν το αίμα φούτερ με μεγάλη κουκούλα που της κάλυπτε το πρόσωπο μέχρι τα καστανά μάτια της. Καθώς την προσπερνούσα με κοίταξε. Το βλέμμα της ήταν άδειο από συναισθήματα. Με το ένα της χέρι μονάχα, σαν κάποιο τρικ καλλιτέχνη, γυρνούσε γρήγορα (ή μπορεί και αργά) έναν λεπτό, μακρύ λαμπτήρα, μήκους σχεδόν ενός μέτρου. Ο λαμπτήρας ήταν σβηστός, γεμάτος αίματα και σε κάθε περιστροφή του, έβγαζε αυτόν τον ανατριχιαστικό ήχο. “Γου - ουυυς” - “Γου - ουυυς”... Σταγόνες αίμα στεφάνωναν την κυκλική του τροχιά. Στα όνειρα λένε δεν βλέπεις τον εαυτό σου να πεθαίνει, αλλά εγώ ένιωσα πως πέθαινα. Ένιωσα πως αν ένα λεπτο ακόμα έβλεπα την μυστηριώδη μορφή της Αρετής, να στριφογυρίζει το ματωμένο λαμπτήρα μες την νύχτα, θα άνοιγα το στόμα διάπλατα και θα έφτυνα τη ψυχή μου.

-- 2 of 6 --

Μια στιγμή πριν χαθεί από το οπτικό πεδίο, η Αρετή μου χαμογέλασε. Αλλά δεν υπήρχε ίχνος ευθυμίας στο χαμόγελο αυτό. Ξύπνησα αμέσως. «Μαμά μου!» βόγκηξα. Η ανάσα μου ήταν βαριά και ανακάλυψα ότι είχα ιδρώσει σε όλο μου το κορμί σαν να είχα πυρετό. Τα στρωσίδια ήταν όλα στα πάτωμα. Κοίταξα τα πέλματα μου. Δεν φορούσα μαύρα παπούτσια φυσικά, είδα τα γυμνά δάχτυλα και το ζαρωμένο σεντόνι από κάτω. Έσκυψα για να μαζέψω την κουβέρτα μου -και ούρλιαξα. * Κατάλαβα ότι ούρλιαζα. Μόνος μου στο υπόγειο ενός μεγάλου σπιτιού. Αμέσως έκλεισα με τα χέρια το στόμα μου. Το στήθος μου ανεβοκατέβαινε. Ξαφνικά σκέφτηκα τη γιαγιά μου. Αναρωτήθηκα που να ήταν. Έτρεμα. Με δάκρυα στα μάτια αποφάσισα να πάω στους γονείς μου. Ήμουν μεγάλο παιδί και το πιο πιθανό ήταν πως ο πατέρας μου, που μου φύλαγε μια γερή ξυλιά για όσα του είχα πει νωρίτερα, θα μου την έριχνε τώρα, αλλά δεν άντεχα άλλο εδώ κάτω μονάχος. Όχι μια τέτοια νύχτα όπως αυτή, όχι μετά από ένα τόσο απαίσιο, απαίσιο εφιάλτη, που δεν καταλάβαινα. Σηκώθηκα όπως ήμουν και βγήκα από το υπόγειο και ο νυχτερινός αέρας τύλιξε το δέρμα μου, με γέμισε παγωνιά. Ανέβηκα γρήγορα τα σκαλιά, άνοιξα την πόρτα του ισογείου και εκεί που ήμουν έτοιμος να διασχίσω το διάδρομο και να πάω στο υπνοδωμάτιο των γονιών μου, σταμάτησα. Γιατί από το δωμάτιο του Κωνσταντίνου, στη σοφίτα, έβγαινε φως. Ξαφνικά η πόρτα πίσω μου έκλεισε και εγώ αναπήδησα. Κοίταξα πάλι πάνω. Ναι, έβγαινε φως από τη σοφίτα. Να είχε πάει η μαμά μες την νύχτα και να το είχε ξεχάσει ανοιχτό καθώς έφυγε; Να ήταν εκεί πάνω τώρα και να φρόντιζε τον Κώστα; Στο σπίτι όμως δεν ακουγόταν κανένας ήχος, εκτός από τον απαλό αναστεναγμό των ξύλων καθώς περνούσε ο αέρας της νύχτας. Και ήταν περασμένα μεσάνυχτα απ' ότι έλεγε το ρολόι στον τοίχο. Γιατί το φως στο δωμάτιο λοιπόν ήταν ανοιχτό... αναρωτιόμουν καθώς άρχισα να ανεβαίνω τα σκαλιά. Εκείνη τη στιγμή δεν συνειδητοποίησα πως αν με έπιανε ο πατέρας μου να μπαίνω στο δωμάτιο του Κωνσταντίνου θα με έγδερνε ζωντανό, δεν ήθελε να ενοχλούμε τον μικρό μου αδερφό το βράδυ, γιατί αν ξυπνούσε τέτοια ώρα, από τον νευρικό κλονισμό που θα μπορούσε να πάθει στα ξαφνικά... μπορεί να έκοβε ακόμα και τη γλώσσα του με τα ίδια του τα δόντια. Πολλές φορές προσπαθούσα να καταλάβω το πως σκεφτόταν και αισθανόταν ο αδερφός μου, το πως μπορεί να σκεφτόταν και να αισθάνεται ένα παιδί με νοητικά προβλήματα, τι τον ηρεμούσε, τι φοβόταν, τι τον τρομοκρατούσε... Σίγουρα το να ανάβεις το

-- 3 of 6 --

φως του μες την νύχτα δεν ήταν καλό. Αυτό συλλογίστηκα και πιο σίγουρος τώρα για το τι πήγαινα να κάνω -θα κοιτούσα αν είναι καλά ο Κώστας και θα έκλεινα το φως και θα έφευγα- προχώρησα μέχρι το τέλος της σκάλας. Η πόρτα του δωματίου του ήταν μια ιδέα ανοιχτή και η φέτα από το κιτρινιάρικο φως που ξεχυνόταν από μέσα έμοιαζε περίεργη, αλλόκοσμη ήταν σαν να με κορόιδευε και ταυτόχρονα να με προσκαλούσε μέσα... Τι περίεργο φως. «Έλα φοβιτσιάρη! Φοβάσαι τη ζώνη του μπαμπά; Φοβάσαι τα άλλα παιδιά; Φοβάσαι τι νιώθεις; Φοβάσαι τα φαντάσματα; Έλα λοιπόν!» έμοιαζε να μου λέει. Και εγώ πήγα. Έσπρωξα με τα ακροδάχτυλα μου την ανοιχτή πόρτα, όσο πιο ήσυχα μπορούσα. Αυτό έκανα. Το πρώτο πράγμα που αντίκρισα... ήταν το ψαλίδι μου, κάποιος το είχε πετάξει στο πάτωμα. Με το ένα χέρι κρατήθηκα από την κουπαστή και έγειρα το κεφάλι μου μες το δωμάτιο με προσοχή. Και τότε είδα. Τα λουριά ήταν όλα κομμένα. Το κρεβάτι του Κωνσταντίνου ήταν άδειο. Ο μικρός μου αδερφός είχε φύγει.

-- 4 of 6 --

Γιώργος Γιώτσας Πατέρας. Σύζυγος. Νυχτερινός ρεσεψιονίστ. Επίσης πολυβραβευμένος συγγραφέας σε Ελλάδα και Αμερική. Απ’ το σχολείο άρχισε να γράφει ιστορίες και παραμύθια. Όλα τα βιβλία του έχουν συλλέξει βραβεία και διακρίσεις, αλλά πάνω από όλα την αγάπη του αναγνωστικού κοινού, κάτι για το οποίο είναι ευγνώμων. Είναι ο μοναδικός έλληνας συγγραφέας του φανταστικού με δύο βιβλία back to back στα top-10 των βραβείων Public (“Κάτω από το Κρεβάτι”, 2018 και “Εκείνοι που επιστρέφουν”, 2020) ύστερα από ψηφοφορία 230.000 και 190.000 αναγνωστών αντίστοιχα. Ο συνάδελφος του, Γιάννης Μαργέτης, έγραψε ότι «Ο Γιώργος Γιώτσας αγαπάει αυτό που κάνει» ενώ ο Αντώνης Παναγιωτόπουλος – Πιπερίαν τον χαρακτήρισε “Ανθρώπινο συγγραφέα”. Esquire, Mystery, Tv Zapping, Athens Voice κάποια από τα μέσα που φιλοξένησαν συνεντεύξεις και αφιερώματα για το συγγραφέα και το έργο του. Ο Γιώργος συνεχίζει να γράφει με συνέπεια. Το 2021 η Athens Voice ανέδειξε «Το Κουτί» (εκδ. Bell) ως το «Καλύτερο βιβλίο της χρονιάς» μετά από επιλογή των δέκα καλύτερων από τη συντακτική ομάδα της εφημερίδας και ψηφοφορία των αναγνωστών για την πρώτη θέση. Το βιβλίο αναδείχθηκε και στο top-10 των Βραβείων Βιβλίου Public 2021. Είναι ο μοναδικός Έλληνας συγγραφέας του Φανταστικού με δύο βιβλία back to back στο top-10 των Βραβείων Βιβλίου Public («Κάτω από το Κρεβάτι» (εκδ. Λυκόφως, 2018 και «Εκείνοι που επιστρέφουν» που συνέγραψε με την Αγνή Σιούλα (εκδ. Λυκόφως, 2019) ύστερα από ψηφοφορία 230.000 και 190.000 αναγνωστών αντίστοιχα. Επίσης το 2022 το «Μακρύ σοκάκι» απέσπασε το πρώτο βραβείο για το καλύτερο μυθιστόρημα τρόμου στα Βραβεία Everly!

-- 5 of 6 --

Μυθιστορήματα του συγγραφέα Συλλογές Διηγημάτων

-- 6 of 6 --