13η Εντολή – Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης

Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης

Η επιδότηση θα μπορούσε να βοηθήσει στην ανάπτυξη, αφού προβλέπει κατασκευή αλιευτικών καταφυγίων και εκσυγχρονισμό εγκαταστάσεων. Εμείς εδώ, συνεπείς στην πορεία οπισθοδρόμησης,προτιμάμε να καταστρέφουμε παρά να δημιουργούμε. Η διάλυση όμως των σκαφών προκαλεί εντύπωση. Θα μπορούσαν απλώς οι ψαράδες να καταθέτουν την επαγγελματική τους άδεια και να μένουν τα σκάφη για άλλη χρήση. Τα περισσότερα σκαριά είναι έργα τέχνης, φτιαγμένα από καραβομαραγκούς με γνώση, μυστικά και αστείρευτο μεράκι. Είναι προϊόντα μιας παράδοσης που μεταδίδεται κυρίως προφορικά και δεν υπάρχει στα εγχειρίδια ναυπηγικής. Μικρά καρνάγια, συνήθως οικογενειακές επιχειρήσεις, με ιστορία αιώνων, έκλεισαν, κλείνουν ή θα κλείσουν προσεχώς. Στο βωμό του μοντερνισμού και των ανάξιων πολιτικών θα ξεχάσουμε τι είναι το τρεχαντήρι, η σκούνα, το μπρίκι ή ο γούτσος. Και είναι σχεδόν βέβαιο πως δε θα δούμε ποτέ καπετάνιο να σφάζει για γούρι έναν κόκορα και να σφηνώνει το κεφάλι του στο πλωριό ποδόσταμο, πριν την καθέλκυση του νέου σκάφους.

13η ΕΝΤΟΛΗ

Είναι χάραμα. Μια εβδομάδα πριν το Πάσχα. Ο Καπετάν Μιχάλης με βήματα βαριά και σαν υπνωτισμένος ξεκινά για το καρνάγιο. Πίσω του ο Ζινκ. Στο μυαλό του σαν καμπάνα χτυπά μια λέξη. ΕΝΤΟΛΗ! Είναι πρώτη φορά που ξεκινά για στεριά και όχι για θάλασσα τέτοια ώρα. Υποψιάζεται τί θα συναντήσει, γι' αυτό και τα βήματα πιο αργά, κι ας είναι δέκα λεπτά δρόμος απο το σπίτι. Έχει φτάσει. Η εικόνα τον διαλύει. Το καρνάγιο, αυτό που ήταν τόπος δημιουργίας, που κυριαρχούσε το μεράκι και η τέχνη, η γνώση αιώνων, τώρα ψαρόβαρκες και καΐκια μεταμορφώθηκαν σε άχρηστα ξύλα. Ακουμπά απομεινάρια από την Ελένη, τη Μαριάννα με ξύλο από κυπαρίσσι, τη Σταυρούλα από ευκάλυπτο και μουριά. Δεν αντέχει, γονατίζει και στα χέρια του απομεινάρια χρωμάτων. Φεύγει για το σπίτι με μία αναπνοή. Νέα Μηχανιώνα, τώρα κωμόπολη στο Θερμαϊκό, πριν ψαροχώρι. Εβδομάδα των Παθών 2014. Στο σπίτι στην εξώπορτα ο Αμπού γεμάτος ανησυχία. Καλημέρα καπετάνιε. Το καπετάνιος δεν θέλω να το ξανακούσω. Σκέτο Μιχάλης. Κλείνεται στο δωμάτιο του. Και ο Αμπού θεωρεί ότι πρέπει να τσαπίσει την αυλή. Ίσως βάλει μερικές ντοματιές, πιπεριές και αγγουριές. Δεν έχει μάθει να είναι άπραγος. Το δωμάτιο κλειστό με κλειστά πατζούρια. Απόλυτο σκοτάδι. Είναι έτσι φτιαγμένο για να μπορεί να κοιμάται την ημέρα. Πέφτει στο κρεβάτι με τα ρούχα. Οι χτύποι της καρδιάς λίγοι, σχεδόν λιποθυμισμένος. Το μυαλό ταξιδεύει σε χρόνους περασμένους. Το σώμα βαρίδιο αρματωμένο. Το όνειρο ξεκινά απο την παιδική ζωή του. Ο πατέρας του ψαράς απο τη Μηχανιώνα της Κυζίκου στην Προποντίδα. Από εκεί και η μάνα του. Αυτός μοναχοπαίδι. Η επιλογή του ονόματος της μάνας. Ο μονάκριβος Άγγελος ο Μιχαήλ. Αυτός δεν ήθελε να γίνει ψαράς, ήθελε δάσκαλος. Εποχές δύσκολες όμως. Το καθημερινό ανυπόφορο, η μάθηση κόστιζε, ο χρόνος και το χρήμα λίγο. Έγινε βοηθός του πατέρα του. Έγινε ψαράς από ανάγκη, μα δάσκαλος στη γνώση. Τα χρόνια περνούσαν και η τέχνη του ψαρέματος μεταφερόταν από τον πατέρα στο γιο πάντα με την ίδια λέξη: ΠΑΤΡΙΔΑ. Αυτή η Πατρίδα ήταν η αρχή για κάθε καλό. Το Εδώ για κάθε κακό. Η θάλασσα στην πατρίδα, όπως έλεγε, εποχές ήταν γεμάτες από ασημένια φλουριά στον αφρό και στον πάτο χρυσά. Εδώ να μην το πω. Από την πατρίδα ήρθε και η Παναγιά. Αυτή τους βοήθησε, από Αυτήν το κουράγιο. Εδώ καλύτερα να μην το πω. Ήταν το 1969 η χρονιά που ο πατέρας πίστευε ότι ο Μιχαήλ ήταν έτοιμος πια για καπετάνιος. Ο Μιχαήλ είχε αποκτήσει γνώσεις διαβάζοντας ότι έβρισκε. Με κλίση στη φιλοσοφία και στις μηχανές γενικά. Μπορούσε να λύσει και να δέσει σε λίγα λεπτά μία ραπτομηχανή και ειδικά της Singer. Το ίδιο και μία πετρελαιομηχανή. Ο πατέρας αρκετό καιρό μάζευε ξυλεία από αγιόξυλο, ή όπως το λένε εδώ "ξύλο ζωής". Με αυτό ξεκίνησε το στήσιμο του σκάφους. Τα σχέδια στην ψυχή και στο μυαλό. Τα χέρια μόνα τους υλοποιούσαν αυτά που είδαν αποτυπωμένα αιώνες. Δεν ήταν μόνος, είχε και δυο φίλους στην ίδια ηλικία, περασμένα 60, από παιδιά μαζί. Μαζί στην Παλαιά και στη Νεα Μηχανιώνα. Όσο σκληρό το αγιόξυλο τόσο πιο σκληρή η δυναμή τους. Τέλη Ιουλίου είχε πάρει πια μορφή, 15 Αύγουστο τελειωμένο. Η μορφή του σκάφους σκέτη σαγήνη. Στην πρύμνη η στρογγυλότητα θύμιζε ανατολή, μα πιο πολύ έφερε την εικόνα της Αργούς, όπως οι μνήμες και οι ψυχές τους έλεγαν. Το αφιέρωσαν στην Παναγία, μα το τελετουργικό είχε και θυσία ένα κόκορα πλουμιστό στον Θεό της θάλασσας. Το όνομα που της δόθηκε τιμώντας την Πατρίδα: ΠΡΟΠΟΝΤΙΣ. Αυτό με τα χρόνια άλλαξε πολλές φορές. Η μηχανή που στήθηκε ήταν επιλογή του καπετάν Μιχάλη, σαν πιο ειδικός. Ήταν τέλη Σεπτέμβρη που η Προποντίς καθελκύστηκε στα νερά της πατρίδας του Μιχάλη. Φορτωμένη με όλη την προίκα της και με δώρα των συγχωριανών. Μονάκριβο όμως το δώρο της μάνας, τέσσερα καλάθια παραγάδι σε τέσσερα διαφορετικά μήκη φτιαγμένα από τα χέρια της, ευλογημένα με την ευχή της, μαζί με μια μικρή εικόνα της Παναγιάς καρφωμένη πάνω από την τιμονιέρα. Σάββατο 27 Σεπτέμβρη, απόγευμα. Ένας νέος καπετάνιος 23 χρονών με καταγωγή από τη χερσόνησο του Κυζίκου της Προποντίδος, ψιλόλιγνος, μυώδης, με μαύρα μακριά αχτένιστα μαλλιά, φορτωμένος με κληροδοτήματα αρχαίου πολιτισμού και ναυτοσύνης ανοιγόταν στο Αιγαίο Πέλαγος. Δεν υπήρχε φόβος, τίποτα που να τον τρομάζει. Ξημέρωσε Μεγάλη Τρίτη, γεμάτος από ιδρώτα. Έχει χάσει την αίσθηση του χρόνου και του έχει μείνει η γεύση της νιότης. Ανοίγει την πόρτα της κάμαρας, πηγαίνει στο μπάνιο, πλένει το πρόσωπο του και κοιτάζεται στον καθρέφτη ελπίζοντας στην όψη. Παιχνίδια μυαλού… Σχεδόν ίδιος, ψιλόλιγνος, με μαλλιά μακριά κάτασπρα, πρόσωπο σκαμμένο από τον αέρα και την αλμύρα και μάτια φλογισμένα, διεκδικώντας αυτό που του ανήκει. Ο Αμπού τον παρατηρεί στο διάδρομο δίχως λέξη. Δεν του βγαίνει το Μιχάλης χωρίς το Καπετάνιε. Είναι αμήχανος, απλά τον ρωτά μήπως θέλει ένα τσάι. Η απάντηση θετική με κούνημα του κεφαλιού. Κάθονται στην κουζίνα, όπως μέχρι τώρα πριν φύγουν να μαζέψουν τα δίχτυα. Δεν τους αντέχω τους Φραγκολεβαντινούς. Μα πιο πολύ τους δικούς μας. Δεν έχουν μυαλό, παρά μόνο υπακούν. Εντολή πήραν, εντολές εκτελούν. Δεν έχουν άδικο, και οι 300 είναι καθ'εικόνα και ομοίωση, όπως και οι Φαρισαίοι. Ο Αμπού καταλαβαίνει λίγα. Αισθάνεται παράξενα. Συνηθισμένος τόσα χρόνια. Εσύ, κάνε ότι νομίζεις. Μην ανησυχείς αυτή η εβδομάδα θα περάσει. Μπήκε ξανά στο δωμάτιο κι έκλεισε την πόρτα. Τα μάτια ανοιχτά καρφωμένα στο ταβάνι. Η κατάθλιψη έχει εγκατασταθεί στα σωθικά του. Αναζητά τρόπο να παραδοθεί. Είναι κουρασμένος. Αφήνεται στις αναμνήσεις. Αποζητά αυτές που θα του έδιναν χαρά. Και δεν θέλει πολύ, μόνες τους έρχονται. Εκείνη η πρώτη φορά στις 27 Σεπτέμβρη, ήταν και η αρχή ενός έρωτα που μόνο ένας νέος μπορεί να βιώσει. Ήταν μόνος, αυτός και η θάλασσα. Ο ήλιος στη δύση του, δίπλα στον Όλυμπο. Τα χρώματά της σκούρα μπλε. Με χρυσοκόκκινο διάδρομο. Ο ουρανός στις φλόγες. Η Προποντίδα μεταμορφώθηκε σε Πήγασο. Ο Μιχαήλ έδεσε το τιμόνι στην απόλυτη ευθεία, μετά έβγαλε το πουκάμισό του και έδεσε τα μάτια του σφιχτά με μαύρο μαντήλι. Έμεινε στην πλώρη με ανοιχτά τα πόδια κρατώντας τεντωμένο σκοινί. Οι αισθήσεις του σε παροξυσμό. Ήθελε να το ζήσει, χωρίς λογική. Το χάδι της απαλό, η αναπνοή της έντονη γεμάτη υγρασία με γεύση αλατιού. Έζησε την ηρεμία της, της αφέθηκε παραδωμένος στην ομορφιά της. Στοιχειώθηκε για πάντα με αυτή. Ταξίδευε μία ώρα. Βγήκε από το παραλήρημα από τον ήχο της μπουρού ενός διερχόμενου πλοίου. Ήταν πλέον ένα με αυτήν. Στο γυρισμό έριξε τα παραγάδια εκεί που αυτή του έδειξε. Έμεινε εκεί κοντά στο ίδιο μέρος. Όταν άρχισε να τα σηκώνει αυτή του ανταποκρίθηκε με χρυσά φλουριά πιασμένα στα παραγάδια. Ο γυρισμός γιορτή! Πρώτη φορά συμβαίνει κάτι τέτοιο στη Μηχανιώνα. Ο ίδιος ξέρει ότι έτσι θα είναι πάντα. Στο κρεβάτι ξαπλωμένος είναι κοκκαλωμένος. Τα μάτια δακρυσμένα. Η κατάθλιψη τρία σκαλοπάτια κάτω. Το ένστικτο ζωής αναθαρρεί. Στην εκκλησιά το τροπάριο της Κασσιανής. Ακούγεται το "εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή". Πόσο της ταιριάζει. Την αποκαλούν ξελογιάστρα, πλανεύτρα, κλέβει άντρες, αφήνει ορφανά. Χάνει ένα σκαλοπάτι και το ένστικτο του τον οδηγεί στη Νικολέτα. Κόρη του καπετάν Γιώργη Νικολαΐδη και αυτή μοναχοκόρη. Το όνομά της το έδωσε ο πατέρας που πίστευε ότι θα είχε γιο τον Καπετάν Νικόλα, μα του ήρθε κόρη σε ευλογία της μάνας της. Ήταν 20 χρονών, μελαχρινή, γεμάτη γλύκα και χάρη. Την γνώρισε όταν η μάνα της τον φώναξε, γιατί η μηχανή της έσπασε βελόνες και δεν μπορούσε να ράψει ούτε το σακάκι του άντρα της, ούτε τις φούστες της κόρης. Στο σπίτι που πήγε του άνοιξε η Νικολέτα. Τα μάτια της κάρβουνα σβηστά, κορμοστασιά αλαβάστρινη και αυτός άγαλμα μουγγό. Πέρασε τρίλεπτο και ήρθε η μάνα να τον καλωσορίσει, ειδάλλως θα έμεναν έτσι για πάντα. Ήρθε το κέρασμα, τα μάτια στο πάτωμα, τις ευχαρίστησε και πήγε να φύγει.

Και η μηχανή; Α, ναι. Σε δέκα λεπτά τελείωσε. Τι σε χρωστάμε; Τίποτα, στην υγειά σας! Μα αν θέλετε σας ζητώ το χέρι της κόρης σας. Τα αγάλματα έγιναν τρία. Αυτός ήταν ο καπετάν Μιχάλης. Σε μια βδομάδα οι αρραβώνες και σε ένα μήνα ο γάμος. Τα δύσκολα τα έκανε εύκολα, γεμάτος δύναμη και αυτοπεποίθηση. Με αξίες, πιστός στα έθιμα και γλυκός σαν ζάχαρη. Ο δεύτερος έρωτας σε όλο το μεγαλείο, με όλο το χωριό να τους καμαρώνει. Οι αναμνήσεις συνεχίζονται, τα ευχάριστα γίνονται ονειρεμένα. Οι καθημερινές εμπειρίες της πρώτης αγάπης μεταφέρονται γλυκά στη δεύτερη. Τα γλυκόλογα της δεύτερης, φουρτούνες της πρώτης. Δεν επιβάλλεται σε καμία. Απλά χαρίζεται και στις δύο με τρόπο. Τις σκλαβώνει, γίνεται ανάγκη. Η μορφή του, αν και νέος, φαίνεται από τα μάτια σεβαστή με γνώση απόλυτη. Τρυφερός, πλανάρει στα κύματα και την ψυχή. Έχει περάσει ένας χρόνος από τον γάμο και είναι 7 Νοέμβρη μεσάνυχτα. Βραδιά με φεγγάρι. Είναι 12 η ώρα. Αρχίζει η 8η Νοεμβρίου του Αγίου Μιχαήλ. Δεν έχει κλείσει μάτι. Στην αγκαλιά του, όπως πάντα, η Νικολέτα κοιμάται. Στις 12 η ώρα ακριβώς μονολογεί. Χρόνια πολλά Μιχάλη. Ευχαριστώ, ευχαριστώ. Ο ίδιος εύχεται, ο ίδιος ευχαριστεί. Αυτό συμβαίνει συνέχεια. Η Νικολέτα ξυπνά. Τι συμβαίνει; Τί τι συμβαινει; Ο άντρας σου γιορτάζει. Χρόνια πολλά Μιχάλη. Ευχαριστώ, ευχαριστώ. Και μ' ένα γιο. Ευχαριστώ, ευχαριστώ. Η Νικολέτα χαμογελά με μάτια ερωτευμένα, νυσταγμένα. Είναι τόσο παιδί και τόσο γλυκός. Ξυπνά για τα καλά. Τα Χρόνια Πολλά γίνονται χάδια πολλά. Είναι η βραδιά που η Νικολέτα απελευθερώνεται και διεκδικεί αυτό που της ανήκει. Ανταγωνίζεται τη θάλασσα σε φουρτούνες και μελτέμια. Η αυγή τους βρίσκει στα σκαλοπάτια του σπιτιού μέσα στο αγιάζι. Το κρύο τους δροσίζει τα αναμμένα σαν κάρβουνα κορμιά και μυαλά. (Στο κρεβάτι τα δάκρυα ποτάμι απο τα μάτια του. Πέντε τα σκαλοπάτια της κλίμακας κατάθλιψης.) Αχνό χαμόγελο. Το πρόσωπό της φωτίζει την ζωή του, τα μάτια της φάροι που τον οδηγούν. Ο Μιχάλης περιμένει γιο. Η Νικολέτα αλλάζει. Γίνεται ακόμα πιο γλυκιά και η κοιλιά της φουσκώνει. Κάθε μέρα αφουγκράζεται τους χτύπους της καρδιάς παιδιού και μάνας. Δυο οι χρόνοι της μάνας, δυο του παιδιού. Αυτό τον μαγεύει. Αισθάνεται ότι τα έχει όλα. Νιώθει ενοχές από την απόλυτη ευτυχία. Σηκώνεται από το κρεβάτι με όψη αλλαγμένη, σχεδόν φυσική. Αναζητά τον Αμπού. Ανέβαινε την ανηφόρα. Τον είδε κι έτρεξε στην αγκαλιά του. Πού είναι ο Ζινκ; Έξω από το δωμάτιο στην αυλή. Δεν τρώει, δεν πίνει. Πώς είσαι καπετάνιε; Ο Ζινκ ακούγοντας τον Μιχάλη σαν ελατήριο πετάχτηκε. Η ουρά του και η γλώσσα του, μα πιο πολύ τα μάτια του, έδειχναν τη λατρεία που του είχε. Έδωσε χρόνο στις αναμνήσεις, έμεινε με τη σκηνή της απόλυτης ευτυχίας. Το σκαρί είναι εντάξει; Τα πάντα σε περιμένουν. Το ξέρω, να' χεις γεμάτη τη ρεζέρβα. Δηλαδή θα συνεχίσουμε; Δεν θα το δώσεις; Θα ξαναδουλέψουμε; Εγώ θα τα κάνω όλα! Όπως με έμαθες εσύ καπετάνιε. Αυτό το αγόρι το βρήκε ένα πρωινό πριν 10 χρόνια κάτω από το μουσαμά μέσα στο σκαρί βρεγμένο, ετοιμοθάνατο, παγωμένο. Ήταν 14-15 χρονών. Του αφιερώθηκε, όπως θα έκανε και στο γιο του. Ίσως και περισσότερο, αν δεν έχανε στη γέννα μάνα και παιδί. Φερμένο απο την Νταμιάτα της Αιγύπτου, χωρίς μάνα και πατέρα. Ακολούθησε μπουλούκι ψαράδων που ψάχνοντας δουλειά βρέθηκαν στη Μηχανιώνα. Μετανάστες στην πόλη των μεταναστών. Αφημένο, χωρίς έλεος, με την ελπίδα ότι κάποιος θα τον βρει, πράγμα που έγινε. Ότι στερήθηκε ο δικός του γιος το έδωσε στον Αμπού. Δεν του άλλαξε όνομα. Ακόμα και όταν τον υιοθέτησε. Απλά είχε δύο. Αμπού-Νικόλας Νικολαΐδης. Το πρώτο ο Θεός του Θανάτου, το δεύτερο προστάτης των ναυτικών. Ο Ζινκ και αυτός περίπου την ίδια εποχή βρέθηκε, ήταν ενός έτους. Με λουρί στο λαιμό και αφημένος στην προκυμαία, πιθανόν από κάποιους από την Θεσσαλονίκη που ήθελαν να απαλλαγούν από αυτόν. Αυτό το βλέμμα. Το πώς τον κοίταξε όταν τον πήρε στην αγκαλιά του δεν θα το ξεχάσει ποτέ. Ο Ζινκ δεν είναι ένα ζωντανό, είναι ένας φίλος καρδιάς. Απαραίτητος καθημερινά. Είναι αυτός που έχει μάθει να τον ακούει. Το όνομα του από τον Ζίγκφριντ, ήρωα της Γερμανικής μυθολογίας. Ατρόμητος, δυνατός. Το εντελώς αντίθετο ο Ζινκ, μα δεινός κολυμβητής. Η Προποντίς, μετά το χαμό της Νικολέτας άλλαξε όνομα, έγινε Σαγήνη. Έγινε το σπίτι του. Στα επόμενα τρία χρόνια δεν ήθελε να πατήσει στεριά, είχε εξαντληθεί από τους θανάτους αγαπημένων του. Βρήκε λιμάνι στην Αμμουλιανή. Είχε παρανοήσει. Σε κάποια διαδρομή με κάλμα τη μηχανή εστιάστηκε στους χρόνους της. Τους συνέδεσε με ότι πιο γλυκό και αναγκαίο για τη ζωή του, για την ύπαρξη του. Η μηχανή τετράχρονη. Δυο χρόνοι για τη μάνα, δυο χρόνοι για το παιδί. Όσο δούλευε η μηχανή, τόσο ψάρευε. Όσο ψάρευε, τόσο η μηχανή δούλευε. Αυτή η συνάρτηση τον κράτησε ζωντανό. Αυτή του εξάντλησε κάθε λογική. Ήταν εντελώς παρανοΐκός. Η εμμονή του ήταν τόσο δυνατή, που η παράνοια του εξαντλήθηκε και σε αυτό τον βόηθησε η θάλασσα με τον τρόπο που ξέρει να βοηθά όταν της το ζητήσουν. Έτσι κάποια στιγμη μετά απο τρία χρόνια βρέθηκε ξανά στη Μηχανιώνα, λίγο πριν τα τριάντα του με άσπρα μαλλιά και ρυτίδες. Έμοιαζε 10 χρόνια μεγαλύτερος. Δούλευε λιγότερο, μα πάντα οι ψαριές γεμάτες. Πάντα μόνος. Χαμένος στα βιβλία και στη μουσική. Η Σαγήνη είχε αλλάξει όνομα. Το τωρινό είναι ΝΝ. Η μηχανή είχε επισκευαστεί. Οι χρόνοι ίδιοι. Το χρώμα της βαθύ μπλε. Το όνομα ΝΝ γραμμένο από τον ίδιο δίνοντας μορφή σε ένα σκαρί που είναι το ίδιο όμορφο και γεμάτο χάρη, όπως η Νικολέτα. Έχει όμως και καρδιά και όχι μία με 4 χρόνους. Έχει και ψυχή, δοσμένη από τον ίδιο κρατώντας τη μνήμη της δυνατή. Την αποκαλεί πια "Νουνού'', το ίδιο γλυκιά σαν ζάχαρη, όπως το ζαχαρούχο γάλα. Είναι ξανά ερωτευμένος με την ιδέα και με αυτήν την σκέψη. Μεγάλη Τετάρτη απόγευμα. Οι τρεις τους στη "Νουνού'', έχοντας πάρει ψωμί, ελιές και κρασί. Ανοίγονται για τα γνωστά μέρη. Στο τιμόνι ο καπετάν Μιχάλης. Στα παραγάδια ο Αμπού, στα δίχτυα αραχτός ο Ζινκ. Ο καιρός μελαγχολικός, ελαφρύ ψιλόβροχο. Η "Νουνού'' σκέτη πρόκληση αδιαφορεί για τη θάλασσα. Λικνίζεται γεμάτη χάρη αποζητά τα μάτια του καπετάνιου. Αυτός την καμαρώνει. Οι χρόνοι ανάλαφροι, απόλυτη αρμονία. Ο Αμπού ρίχνει τα παραγάδια. Τρία μίλια πιο εκεί τα δίχτυα. Αράζουν στο γνωστό όρμο, στιγμές κουραστικές, μα πάντα πληρωμένες γεμάτες ψαριές. Ήταν πάντα έτσι απλόχερη η θάλασσα στον καπετάνιο όσο ήταν νέος, ακόμα και τώρα που στην όψη μόνο ήταν γέρος, γιατί γέρος ποτέ δεν υπήρξε κι ας είχε φτάσει τα 70. Οι στιγμές της αναμονής αρκετές. Η βροχή σταμάτησε, το ίδιο κι ο αέρας. Μόνο υγρασία. Η θάλασσα λάδι. Ο Μιχάλης κόβει το ψωμί με τα χέρια. Δίνει στον Αμπού, το ίδιο και στον Ζινκ. Κρατά λίγο για τον εαυτό του. Στο πιάτο οι ελιές. Τρία ποτήρια κρασί κόκκινο από τον Αγιο Παύλο. Η πείνα μεγάλη. Ξεδιψούν με το κρασί. Λιγοστεύουν την πείνα με το ψωμί και ο Ζινκ χρόνια τώρα αντί νερό πίνει κι αυτός κρασί, αν και τον πειράζει. Το στήθος του Μιχάλη βαρύ. Δεν ξέρει τί να αποφασίσει. Βγήκαν στη θάλασσα για χάρη του Αμπού, δίνοντάς του ελπίδα, μα δεν είναι πια ο εαυτός του. Στον όρμο λίγη ξηρά γεμάτη ελιές. Θέλει να περπατήσει. Δίλημμα...Να συνεχίσει ή να τα παρατήσει; Και η "Νουνού'' τί θα απογίνει; Με τίποτα δεν δέχεται την εικόνα της. Ξύλα διαλυμένα. Προχωρά κάτω από τις ελιές. Σηκώνει το κεφάλι του στον ουρανό, προσεύχεται ψελίζοντας το πάτερ ημών, ζητώντας συγνώμη για όποια απόφαση κι αν πάρει. Γυρνά στο σκαρί, ένα κύμα ξαφνικό, απόνερα κάποιου πλοίου πιθανόν, χτυπά στα βράχια. Η θάλασσα τον φιλά στο πρόσωπο. Ξεκινούν να τα μαζέψουν. Η πρώην ηρεμία της θα εκδηλωθεί σε μπουρίνι. Σηκώνουν τα δίχτυα. Απίστευτο. Άδεια, παρά μονο φύκια. Το ίδιο και τα παραγάδια. Μόνο μια σκορπίνα. Ο Αμπού αγανακτεί. Ο Θεός του θανάτου απειλεί τη θάλασσα στα Αιγυπτιακά. Ο Ζινκ φοβισμένος. Ο Μιχαήλ κατανοεί. Η θάλασσα για πρώτη και τελευταία φορά τον προδίδει. Το μπουρίνι εκδηλώνεται με ορμή. Η "Νουνού'' σαν κιβωτός με ότι πιο πολύτιμο έχει φτάνει στην προκυμαία. Πηγαίνετε στο σπίτι. Έρχομαι σε λίγο... Είσαι καμάρι από Αγιόξυλο φτιαγμένη. Σε ευχαριστώ, χαΐδεύοντας την κουπαστή. Κάθισε στην προβλήτα. Τα μάτια του αγκάλιασαν τη θάλασσα, της έδωσε υπόσχεση κι ας ήταν θυμωμένη. Ήταν Μεγάλη Πέμπτη πρωί. Ήταν τόσο μεγάλη η κούραση όλων, μα πιο δυνατή η απογοήτευση. Έπεσαν σε ύπνο αποζητώντας την ανυπαρξία και την είχαν. Νικόλα. Έχω πάρει τις αποφάσεις μου. Όταν ξύπνησαν, ο Αμπού είχε φτιάξει ψαρόσουπα από την σκορπίνα. Τα μάτια του έβγαζαν αισιοδοξία. Το σώμα του όμως απογοήτευση, ανησυχία. Ο Ζινκ μελαγχολικός αισθανόταν ότι και ο καπετάνιος. Σου δίνω την άδεια. Έχει λήξει πέντε φορές. Με αυτήν θα ζητήσεις ό,τι σου ανήκει. Όπως και το συμβόλαιο του σπιτιού. Είναι δικό σου. Το εικονοστάσι στο χαρίζει η μάνα μου, ήταν δικό της, να το προσέχεις. Θέλω να βγάλεις τα δίχτυα, τα παραγάδια και όλα τα εργαλεία. Μην πειράξεις το εικόνισμα της Παναγιάς στην τιμονιέρα. Είσαι άξιος, με αυτό να προχωρήσεις. Ό,τι έχω και λίγα χρήματα στην τράπεζα είναι στο όνομα σου. Και έχω κανονισει με τον κύριο Αποστολίδη τον δικηγόρο, αυτό είναι το τηλεφωνό του, να διεκδικήσεις τα αργύρια των Φραγκολεβαντινών. Θα έχεις δυσκολία, όμως τα έχεις ανάγκη. Αν θέλεις πούλησε τα όλα και πήγαινε στην πατρίδα σου. Μην κλαις, το ξέρεις ότι δεν γίνεται αλλιώς. Κουράστηκα με τους ανθρώπους. Αν δεν ήσουν εσύ θα' χα φύγει εδώ και καιρό. Το μήνυμα είχε έρθει όταν σε βρήκα. Το όνομα σου Αμπού. Αγγελιοφόρος θανάτου. Ήταν σημάδι. Εγώ το καθυστέρησα. Και πιστεύω ότι τα κατάφερα να σε κάνω αγγελιοφόρο ελπίδας και ζωής. Σε αυτό βοήθησε και ο Ζίγκφριντ. Τίποτα τυχαίο. Κάνε αυτά που σου είπα τώρα. Τα λόγια του καρφιά στο μυαλό, το σώμα του υπνωτισμένο. Στην εκκλησιά αναπαρίσταται το Θείο Δράμα του Γολγοθά και της Σταύρωσης. Με αυτό το σώμα κατέβηκε στην προκυμαία και εκτέλεσε κατά γράμμα ότι ο καπετάνιος του είπε. Το συναίσθημα κι η λογική παλεύανε με το υπνωτισμένο του σώμα. Εκτελούσε σαν ρομπότ όλες τις εντολές. Τις έκανε τόσο γρήγορα, γιατί ήξερε πλέον ότι οι ώρες που θα είναι κοντά στον καπετάνιο θα είναι λίγες. Ήταν πια η ώρα. Τίποτα δεν τον κρατούσε. Κατέβηκε την ανηφοριά σαν να μην πατούσε στο έδαφος. Πίσω του ο Ζινκ. Ο Νικόλας ξαφνιάστηκε, είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Η ματιά του Μιχάλη αρκετή για να σκύψει το κεφάλι ο Νικόλας. Η ''Νουνού'' γεμάτη γλύκα. Την χάιδευε με τη ματιά του πέρνοντας δύναμη. Έβαλε μπροστά τη μηχανή, οι τέσσερις χρόνοι ναρκωτικό στο μυαλό του. Αγκάλιασε το Νικόλα και φίλησε τον Ζινκ, και μετά και τους δυο μαζί. Ξεκινά για την ίδια διαδρομή που πρώτη φορά είχε κάνει. Ο Ζινκ πέφτει στη θάλασσα, γνωρίζει, αισθάνεται, είναι κομμάτι του καπετάνιου. Θέλει να τον ακολουθήσει. Ο Μιχάλης δίνει στροφές. Απομακρύνεται. Ο Ζινκ συνεχίζει, με πρωτοφανή δύναμη, να κολυμπά. Ο Μιχαήλ γυρνά να αποχαιρετήσει τη Μηχανιώνα και την Παναγιά. Διακρίνει τον Ζινκ. Σταματά. Τον περιμένει και φτάνει με μάτια κάρβουνα αναμμένα απο την αλμύρα. Τον κοιτά. Τα συναισθήματα ηλεκτρισμένα αποκωδικοποιούνται από τις ψυχές τους. Πάρε με μαζί σου κι εγώ γέρος είμαι και έστω για μια φορά κι εγώ να δικαιώσω το όνομα που μου δωσες. Τον παίρνει από τη θάλασσα σαν μωρό από την κολυμπήθρα. Νιώθει ότι είναι μοναδικός και είναι. Οι χρόνοι έγιναν οχτώ. Δυο της μάνας, δυο του παιδιού, δυο του Ζινκ και δυο του καπετάνιου. Με αυτήν την αρμονική ανάλαφρα ταξιδεύουν σε σκοτεινό ουρανό χωρίς φεγγάρι. Η θάλασσα λίμνη. Μια λάμπα θυέλης ανοιχτή και δίπλα ένα φυσίγγι δυναμίτη, κοντά στη σωλήνα τροφοδοσίας που μόλις προ ολίγου ο καπετάνιος είχε τρυπήσει. Ο Μιχάλης βγάζει το πουκάμισό του. Δένει το τιμόνι και με ανοιχτά πόδια δεμένος με το σκοινί στην πλώρη κρατά στην αγκαλιά τον Ζινκ. Αυτός γνωρίζει ότι ένα ταξίδι καινούριο ξεκινά που μόνος του δεν θα μπορούσε να το βγάλει. Αισθάνεται σιγουριά και ευγνωμοσύνη. Οι χρόνοι 2 και 2 και 2 και 2. Απόλυτα γαλάζιο, απόλυτα αρμονικό, έτσι θα 'ναι για πάντα. Ο Νικόλας στην προκυμαία έχει χάσει κάθε επαφή. Απλά κάποια στιγμή, στα μάτια του αποτυπώνεται μία μικρή λάμψη. Όπως ένα σπίρτο που άναψε και έσβησε αμέσως. Οι καμπάνες στην εκκλησιά της Παναγιάς της Φανερωμένης χτυπούν μελαγχολικά. Ο Νικόλας Μεγάλη Παρασκευή συμμετέχει στην περιφορά του επιταφίου. Τα λόγια του ύμνου (Ω γλυκύ μου εαρ...) του τρυπάνε την καρδιά. Έχει αποφασίσει να μείνει στη Μηχανιώνα και τα αργύρια δεν θα τα πάρει. Η Προποντίς θα είναι ζωντανή για πάντα.