Αντι-Ηθικά – Χριστόφορος Τριάντης
ΑΝΤΙ- ΗΘΙΚΑ
Αφορισμός
Στην Ευρώπη, έχει διασωθεί κι ένα πνεύμα «προκερδώο», «προεμπορικό», τουλάχιστον σε μια μερίδα ανθρώπων. Τι σημαίνει προεμπορικό πνεύμα; Σημαίνει ότι οι κάποιοι κράτησαν ως βασικό στοιχείο του χαρακτήρα τους (αντιφεουδαρχικά και αντικαπιταλιστικά ) τη γενναιοδωρία, πρώτα της ψυχής ( όσον αφορά τα αισθήματα ) και σε δεύτερο λόγο της επαφής με τους άλλους ανθρώπους. Οργάνωσαν την κοινωνική τους συμπεριφορά, ώστε να μη αποζητούν σε κάθε επικοινωνία, συνάντηση, συντροφιά το ανταλλακτικό οικονομικό κομμάτι, το άμεσα χρήσιμο και χρηματιστηριακά προσοδοφόρο και αποδοτικό.
Αυτήν την παράσταση ζωής την πέρασαν και στα παιδιά τους (όσο μπόρεσαν ). Πάνω εκεί γεννήθηκαν και προχώρησαν μια σειρά ιδέες και σκέψεις που είχαν ως άξονα την προκοπή και την επανένωση τού κατακερματισμένου κόσμου (έστω και ελάχιστα). Είδαν τους ανθρώπους ως συγκεκριμένο σύνολο, και όχι σαν αφηρημένη ένωση ατόμων που κυνηγούν χυδαία τον πλουτισμό (από το πρωί ως το βράδυ).
Αντίθετα , στην Αμερική, τα παιδιά των μεσοαστών και των πλουσίων, θεωρούσαν ως ιερή υποχρέωσή τους, τις ελεύθερες ώρες τους και τις εποχές που δεν είχαν σχολικές υποχρεώσεις, να βγαίνουν και να πωλούν εφημερίδες και περιοδικά στα πλούσια προάστιά , αναψυκτικά σε συνεστιάσεις, μηλόπιτες σε συγκεντρώσεις ιεροκηρύκων. Η στοχοθεσία ήταν : να βγάλουν κάποια χρήματα, ενισχύοντας τη θέση τους στον καινοφανή κόσμο. Το ίδιο έκαναν άλλωστε κι οι γονείς τους σε άλλη κλίμακα. Αναπόσπαστο κομμάτι της ενηλικίωσης θεωρούνταν η ενσωμάτωση τού δόγματος : ότι όλα στον κόσμο είναι χρήμα ,όλες οι ανθρώπινες σχέσεις αποτιμώνται με γνώμονα το κέρδος και τι θα «βγάλεις» από αυτές.
Ο περίφημος νέος κόσμος χτίστηκε με υλικά αγοραίας- εντελώς – λογικής, κάτι που φαντάζει απόλυτα φυσικό και ορθό. Αυτή η φυσιολογική τακτική συνεχίσει να αφορά ακόμα αστέγους και τοξικομανείς. Η εικόνα των αθλίων να τρέχουν να οικονομήσουν ό,τι μπορούν , δεν απέχει και πολύ από εκείνη των αστόπαιδων που πουλάνε παγωτά στις πισίνες για να αυξήσουν τα οικονομικά της οικογένειας και της επερχόμενης ευδαιμονίας ( σε πραγματικές συνθήκες κι όχι σαν ευχολόγιο παραμυθιών).Κυρίως όμως, χτίζουν τις δομές, όπου θα κινηθεί η ύπαρξή τους. Δεν υφίστανται διλήμματα περί δικαίου και συμπόνιας, η αθλιότητα και στείρα συναισθηματολογία έχουν την πρωτοκαθεδρία. Όλα γίνονται εν πλήρει συνειδήσει και απελπιστικά γρήγορα και καθολικά.
Μικρό δοκίμιο για τον έρωτα
Όλοι μιλούν για τον έρωτα, και σε καθημερινή βάση πολλοί είναι αυτοί που γραφούν για τα ερωτικά «πράγματα». Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει νιώσει το σκίρτημα της καρδιάς και την ερωτική επιθυμία για ένα άλλο πρόσωπο, για ένα άλλο άτομο. Αλλά τι είναι τελικά ο έρωτας;
Θα προσπαθήσω ν’ απαντήσω το ερώτημα από την αντίστροφη, δηλαδή τι δεν είναι ο έρωτας. Καταρχήν, ο έρωτας προϋποθέτει τη συνάντηση δύο διαφορετικών ανθρώπων. Κι όταν είναι αληθινός παραμένουν οι δύο, δύο κι όχι ένας. Ακούγεται παράδοξο, είναι όμως το ορθό και το όμορφο. Δύο ξεχωριστοί άνθρωποι που δεν γίνονται ένα, αλλά παραμένουν δύο σε ενότητα. Αυτό που χιλιοειπώνεται ότι δηλαδή οι δύο γίνονται ένα, είναι ναρκισσιστικό και αφορά -αποκλειστικά- την απόλαυση των σωμάτων και των αισθήσεων. Όταν λέμε γίνονται ένα, εννοούμε ότι ο ένας από τους δύο χάνεται, απορροφάται μέσα στο πρόσωπο τού άλλου και αυτομάτως υποβιβάζεται. Έτσι ο έρωτας γίνεται ένα είδος παιχνιδιού που κυριαρχείται από τον ηδονισμό. Ο ηδονισμός παρουσιάζεται ως η «πολιτική πρόταση» της νεωτερικότητας.
Ο εγωισμός και ο ηδονισμός «φτιάχνουν» και διαμορφώνουν το μοντέλο του έρωτα. Επιβάλλουν και προτείνουν ένα θνησιγενές κατασκεύασμα, το οποίο αφήνει πίσω του μόνο «θύματα», θλίψη και απογοήτευση (στα εμπλεκόμενα μέρη). Μια άλλη κατηγορία ανθρώπων ταυτίζει την ερωτική επιθυμία με την «πολιτική», με την έννοια ότι ο άλλος γίνεται (ή είναι) ο εχθρός που πρέπει να εκμηδενιστεί για να κυριαρχήσουμε πάνω του. Ένα « κόλπο» εξουσίας, για το ποιος θα έχει την πρωτοκαθεδρία στο πεδίο της μάχης (μη δείχνοντας έλεος στον ηττημένο). Δηλαδή, αποκρυσταλλώνεται ένας κίβδηλος εγωισμός που διαλύει τον έρωτα, χωρίζοντας τα δύο φύλα σε εμπόλεμες παρατάξεις. Όμως, στον έρωτα δεν χωρά ο «φυλετικός» διαχωρισμός, αλλά η κοινωνία. Με άλλα λόγια οι δυο εραστές παραμένουν διαφορετικοί, αποτελώντας ένα σύνολο, μια ενότητα διαφοράς. Μια επαναστατική κίνηση που εξοβελίζει την εγωιστική μόνωση και τον διαχωρισμό για να επιτύχει την ενότητα (των δύο).
Κατ’ επέκταση (όσο κι αν ακούγεται μεσσιανικό και σοσιαλιστικό) να επιτύχει την ενότητα όλων των ανθρώπων. Σύμφωνα με την πλατωνική θεωρία υπάρχει ο απόλυτος έρωτας, ο οποίος αναφέρεται στο Αγαθό, έτσι και οι δυο ερωτευμένοι κινούνται προς τον κόσμο, όχι έξω απ’ αυτόν. Υφίσταται κοινός ερωτικός τόπος, ο όποιος ενώνει τους ανθρώπους και δεν τους χωρίζει. Για να υπάρξει αυτή η ενότητα, είναι βέβαιο ότι δεν θα υπάρξει μέσα στις γαμήλιες δεξιώσεις. Η πλειονότητα πιστεύει ότι το αποκορύφωμα τού έρωτα είναι ο γάμος, τα προγαμιαία συμβόλαια, τα παιδιά, τα σκυλιά , τα γατιά, τα δώρα, τα ταξίδια. Όλα αυτά είναι τα φετιχιστικά σύμβολα μιας αταβιστικής και φοβικής κατάστασης. Ο έρωτας απελευθερώνει, δεν δεσμεύει, ούτε σακατεύει. Πάνω από όλα είναι μια πράξη σκέψης και στοχασμού και όχι ευχολόγια πασπαλισμένα με καπιταλιστικές χρυσόσκονες, για αέναη κατανάλωση και εναλλαγή ερωτικών συντρόφων ( δίχως κάποιο ρίσκο εννοείται).
Στην όμορφη ερωτική ιστορία δεν συμμετέχουν οι αισθήσεις (καθ’ ολοκληρία), αλλά το σώμα και το πνεύμα ενωμένα. Οδηγούμαστε προς τον άλλον: ψύχη τε και σώματι, ποτέ διακεκομμένα ή αποσπασματικά, προσέχοντας πότε είναι κατάλληλες ευκαιρίες, για να μην έχουμε απώλειες. Ο έρωτας έχει και μια μεταφυσική χροιά. Δεν προσβλέπει όμως σε μια ουτοπική δικαίωση μακριά στα σύννεφα, αλλά στη βεβαιότητα ότι ενυπάρχει το οικουμενικό σώμα της αγάπης που αγκαλιάζει το σύμπαν και γεννά αλήθειες και ελευθερία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο έρωτας, ως η μέγιστη αλήθεια της ζωής, οδηγεί τους δυο στην ενότητα ενός «αλλαγμένου» κόσμου, όχι ενός παραλλαγμένου μικρόκοσμου ναρκισσιστών. Η αλλαγή γεννά αγάπη και συνεχίζει να κινεί τον κόσμο προς την ομορφιά και την ενότητα. Βέβαια, προηγείται όλων των κρίσεων το συμβάν της συνάντησης των δυο, και έπεται η καλλιέργεια τού αισθήματος. Οι αναλύσεις λοιπόν, δεν αφορούν στοιχίσεις και αριθμούς, μαθητικά μεγέθη και υπολογισμούς, που εστιάζονται στη συνεχή αποϊεροποιήση τής ερωτικής αγάπης και στην τοποθέτησή της στις συντεταγμένες της τάξης και της κοινωνίας. Αν οι έρωτες που ζούμε ήταν αληθινοί η καθεστηκυία τάξη θα κινδύνευε κι οι μικροαστικές καθημερινότητες θα υπέφεραν ανίατα. Γι’ αυτό αιώνες τώρα το σύνθημα είναι: κρατήστε τον έρωτα στο επίπεδο τους σώματος και της απόλαυσης (με μηδέν κόστος) και της οικογενειακής τακτοποίησης, φυσικά. Χωρίς θυσία όμως, και ενότητα των δυο (κι όχι μονοτονία του ενός) δεν υπάρχει μεγάλος έρωτας, ούτε θα υπάρξει.
Φιλόσοφοι ή Ποιητές
Οι διαφορές ανάμεσα στον φιλόσοφο και στον ποιητή είναι κυριολεκτικά χαώδεις. Ο μεν πρώτος τοποθετεί συστήματα και περισπούδαστους λογικούς στοχασμούς πάνω σε έτοιμες βάσεις (από τα αρχαία χρόνια έχουν ειπωθεί τα πάντα ), ενώ ο ποιητής θρηνεί σιωπηλά. Τα δάκρυα είναι το ουσιώδες στοιχείο της διαφοροποίησης. Ο φιλόσοφος δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο για μεγάλες οδύνες, η ζωή του κινείται πάνω και κάτω από έναν σωρό κοινοτοπίες. Βέβαια, είναι απαραίτητος κι ένας μετριοπαθής κυνισμός απέναντι στις «στρεβλώσεις» της οικουμένης. Έχει την ευχέρεια, μετά από μελέτη και σκέψη, να προτείνει λύσεις (εντελώς συστημικές), χρησιμοποιώντας τόνους λέξεων και σελίδων. Τις «υπέροχες» αμφιβολίες του τις προστάσει σαν όπλα μπροστά το κίνδυνο να χαρακτηριστεί κομφορμιστής, ο σκεπτικισμός θεωρείται μεγάλη σοφία. Αλλά στην ουσία, όλα μένουν ίδια, απαράλλαχτα και μικροαστικά. Ο σοφός αδυνατεί –παντοιοτρόπως- να συλλάβει μουσικά την τραγικότητα τής ύπαρξης. Αν καταφέρει τελικά και γίνει ανώτερος δημόσιος υπάλληλος ( σε κάποιο πανεπιστήμιο), έχει εκπληρώσει το καθήκον του στο σύμπαν και στα αισθήματα. Διαλέγει κατευθείαν τον ήσυχο θάνατο, πιστεύοντας ότι δεν θα πεθάνει ( ποτέ), και φυσικά δεν αμφιβάλλει- επουδενί- για την αθανασία του ( άφησε έργο και οικογένεια πίσω). Περατότητα δεν υπάρχει για ένα λαμπρό πνεύμα, και η υπάρχουσα χυδαιότητα ( κατάλοιπο αιώνων κι απολήξεων) δεν τον ενοχλεί καθόλου, υπάρχει υπεραρκετή στη μεταφυσική και τη φυσική του. Αντίθετα ο ποιητής έχει γνώση της μηδαμινότητας (όλων) των πράγματων και της ύπαρξης, πρωτίστως. Αυτό τον κατατάσσει στους αδιάφορους για καθετί προκατασκευασμένο και σοβαροφανές. Όλα έχουν μέσα τους την προπατορική αμφιβολία και αστοχία. Οι χρονικές διαβαθμίσεις είναι ανεξάρτητες και θανατερές, γνήσιο υλικό για απάθεια ,απραξία και πίστη ( για τους αγίους ). Οι λέξεις τού ποιητή έχουν ως περίβλημα (και νόημα) τα δάκρυα και όχι τους κατεστημένους ύμνους. Η κίνηση τού Νίτσε να αγκαλιάσει κλαίγοντας, ένα βασανισμένο άλογο, ακυρώνει όλη τη φιλοσοφία και γεννά τον ορισμό της ποίησης. Το ατελεύτητο τελειούται με τη φράση του Χριστού στον κήπο της Γεσθημανή, «περίλυπος εστί η ψυχή μου έως θανάτου».
Γλωσσική καλλιέργεια και κυριαρχία
Η γλώσσα καλλιεργείται καθημερινά, μόνο που η καλλιέργειά της και η φαινόμενη σημειολογία της οφείλεται κατά κύριο λόγο, στην ταξική διαστρωμάτωση, στον ανήθικα «φυσικό» διαχωρισμό της κοινωνίας. Το μέγα ζητούμενο για σημαίνοντα και σημαινόμενα είναι η ερωτοαπάντηση : ποια τάξη έχει τον έλεγχο της κοινωνίας και των μέσων παραγωγής .
Οι ισχυροί μέσα από την ψευδεπίγραφη πρόοδο της ανθρωπότητας διαμορφώνουν τον γλωσσικό κώδικα, με αποκλειστικότητες για να υπερτονίσουν τους ταξικούς διαχωρισμούς, σε όλα τα επίπεδα.
Η γλώσσα είναι μέσο κυριαρχίας και πάνω σε αυτήν δείχνεται, φανερώνεται και παγιώνεται η χυδαία συσσώρευση προνομίων και πλούτου (είναι αλληλένδετα ).Από την εποχή του Ομήρου , ο γλωσσικός κώδικας οριοθετεί αυτήν την ανωτερότητα των αριστοκρατών σε βάρος του απαίδευτου πλήθους . «Ο όχλος , η πλέμπα» απλώς παρακολουθεί τις βασικές λειτουργίες , τις πιο απλές ( και λαϊκές – αργκό) νόρμες, οι οποίες δεν απαιτούν κόπο και μόχθο, ρυθμίζουν όμως τις αυστηρές διαχωριστικές γραμμές.
Τα δύσκολα ανήκουν στις «δύσκολες» κατηγορίες των δυνατών παλιά, και των αστών στη νεότερη εποχή. Ψευδοκουλτούρα και επιβολή, με υποκειμενικοποίηση της συμπόνιας, εννοείται από τους πάνω προς τους κάτω, για να μασκαρεύεται έτσι η φαυλότητα με μια προσωπική ηθική στάση, απέναντι στην αντικειμενική σταθεροποίηση της αδικίας. Ενδυόμενη με τον απαραίτητο γλωσσικό κώδικα, πάντα.
Ο έρωτας των τάξεων
Καθοριστικό κομμάτι της ερωτικής ζωής των φτωχών οι ονειρώξεις. Μπορούν να τις υποδέχονται και να τις απολαμβάνουν τις ελεύθερες ώρες κι όλες τις στιγμές του βίου. Όσο πιο φτωχός είσαι και «τοποθετημένος» στους πληβείους, θα αρκείσαι στην ένδεια της συνουσίας.
Δίδαγμα και πασιφανές αξίωμα για να καταταγεί ο έρωτας -καθαρά και ξάστερα- στις ταξικές γραμμές. Τα κρεβάτια των απολαύσεων κι οι συνουσίες έχουν ηθικό πρόσημο : οι δυνατοί κερδίζουν τις ερωτικές μάχες και οι αδύναμοι στριμώχνονται στα προσωπικά «αποχωρητήρια». Εννοείται ότι η τρυφερότητα, οι αγαπητικιές διαθέσεις, η προσέγγιση ψυχών και σωμάτων, δίχως σκοπιμότητες , ακόμα κι η μεταφυσική χροιά των ερωτικών επαφών, δεν υφίστανται σε καμία περίπτωση και σε καμία χρονική και στοχαστική φάση.
Όλα τούτα δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά λέξεις, ηθικολογικά κηρύγματα, συγγραφικά λογύδρια και ατάκες για ψηφιακούς τοίχους , μαθήματα για κατηχητικά σχολεία και σχολές υποκριτικής για νέους και παλιούς ηθοποιούς και θεατές ( και για τις σχόλες αμερικανών ιεροκηρύκων). Τάξη και ηθική λοιπόν.
Αλλά το βασικό – κατά τον μαρκήσιο ντε Σαντ – είναι «ποιος επιτυγχάνει την ηδονή» ( σεξουαλική και λιμπιντική ), εξασκώντας τη δύναμή του. Ο λαός ας αρκείται στα νηστευτικά δώματα, εκεί θα ασχολείται με τις ονειρώξεις ( εδώ μεταφορικά ) και οι ισχυροί θα επεκτείνουν πιο μεστά και πιο χυδαία το ερωτικό πεδίο της πάλης. Απόλυτη κυριαρχία , το συμφέρον είναι η μαγική λέξη και στον έρωτα. Οι –αναγκαστικά- νηστευτές του έρωτα περιορίζονται από τη δύναμη,( ιστορικά και παροντικά). Οι άρχοντες και οι δυνατοί φροντίζουν – ως εργατικές μέλισσες – να απολαμβάνουν και να απομυζούν τους καρπούς της ηδονής . Όπου βλέπεις πολυτελή αυτοκίνητα , πολυτελή γραφεία , πολυτελή «αντικείμενα» ( κι ένα σωρό άλλα πολυτελή καμώματα και απολαβές ), οι επιτυχίες στον έρωτα είναι απόλυτες και πολυπληθείς . Ο χυδαίος κυνισμός έχει αντικαταστήσει την όποια πίστη (παλιότερα, υπήρχε κι ένας μέσος όρος στη χυδαιότητα, όποιος δεν το ξεπερνούσε τον ακολουθούσες φανατικά) .
Από τη στιγμή που δολοφονήθηκε ο Θεός, όλα επιτρέπονται και διαχωρίζονται, στο διηνεκές και πιο χυδαία. Και επειδή η πολιτεία, η οργανωμένη και διαστρωματωμένη κοινωνικά, έχει ανάγκη από εργάτες, χωροφύλακες και στρατιώτες, οι φτωχοί μπορούν να κάνουν έρωτα αποκλειστικά για να αφήνουν απογόνους , ώστε να συνεχιστεί η εύρυθμη λειτουργία των αγορών και των διαχωρισμών.
Προσωπίδες
Σπουδαίο πράγμα οι προσωπίδες, απαραίτητο εξάρτημα της ζωής να το πω καλύτερα. Κι όλοι φορούν τη δική τους, είτε από επιλογή (κυρίως), είτε επειδή αναγκάζονται από τον χρόνο και τις περιστάσεις (εξαιρούνται τα παιδιά). Οι προσωπίδες προσδίδουν κύρος και κάνουν ανεκτό τον χρόνο. Έτσι ο καθένας μπορεί να αντέξει το «προσωπικό του κενό» και τον συγχρωτισμό με τους άλλους. Αν οι άνθρωποι αναγκάζονταν να τις βγάλουν τις, τότε η σκληρότητα κι ο κυνισμός θα κυριαρχούσαν σε όλες τις εκφάνσεις και δραστηριότητες του βίου. Οι λέξεις θα «έδειχναν» και θα «έφτιαχναν» μια άλλη γλώσσα. Θα εκστομίζονταν όχι απλά υβρεολόγια και μικροκακίες, αλλά πραγματικοί χλευασμοί, άλυπες μεγαλοκατηγορίες. Και ύστερα κάθε λίγο και λιγάκι, θα λάμβαναν χώρα διαπληκτισμοί, ανθρωποφαγικές συγκρούσεις κι ωμότητες. Οι προσωπίδες προστατεύουν τον «πολιτισμό», τις ψευτοευγένειες, τα ψευτοζευγαράκια, τις ψευτοσχέσεις, μέχρι τον θάνατο. Δεν ξεφεύγει κανένας από τη μασκαροφορία. Είναι το μυστικό-κοινό όπλο εναντίον της ύπαρξης.