Εκπτωτοι – Βάλια Καραμάνου
Έκπτωτοι
Όλα είχαν αλλάξει στην επίγεια Εδέμ, όπου νόμιζε πως έκανε διακοπές η Χριστίνα. Οι μέρες κυλούσαν, ο Αύγουστος προχωρούσε και το κλίμα παρέμενε βαρύ και πένθιμο. Βέβαια, ο Γιάννης Αγγελάκης ξανάρθε δύο μέρες μετά την κηδεία της Δάφνης για μάθημα κατηφής λέγοντας:
- Ο κύριος Κοσμάς είπε πως πρέπει να συνεχίσουμε τη ζωή μας….
- Ε, άμα το είπε ο κύριος Κοσμάς! έκανε ειρωνικά η γυναίκα και υποδέχτηκε εγκάρδια το μικρό αγόρι για άλλη μια φορά στο σπίτι της.
Σε όλη τη διάρκεια του μαθήματος παρατηρούσε πως πλέον το γνώριμο χαρούμενο παιδί είχε παραχωρήσει οριστικά τη θέση του σε ένα φοβισμένο πλάσμα που είχε κλείσει κάθε δίοδο επικοινωνίας με τον περίγυρό του. Δεν έπαψε να τον ρωτά για τα συναισθήματά του, αλλά από τις λακωνικές απαντήσεις του καταλάβαινε πως η ανεμελιά είχε εγκαταλείψει οριστικά τη ζωή των αποίκων. Ο θάνατος της Δάφνης είχε σκιάσει πένθιμα τον «Παράδεισο». Ο Γιαννάκης δεν ήθελε πλέον να πηγαίνει στο σπίτι του Κοσμά για μάθημα.
- Θέλω να έρχομαι εδώ, στο δικό σας σπίτι! την παρακάλεσε βουρκωμένος.
- Φυσικά, Γιαννάκη, του απάντησε η δασκάλα του με προθυμία, αλλά εξήγησέ μου το γιατί!
Ο μικρός κατέβασε το κεφάλι του σουφρώνοντας τα χείλη και άρχισε να μιλά χαμηλόφωνα. Ένα ελαφρύ τραύλισμα που δεν υπήρχε πριν έκανε την εμφάνισή του στην προφορά του, προς μεγάλη έκπληξη της Χριστίνας.
- Ο Βασίλης και η Ειρήνη έχουν αλλάξει… εκείνος είναι πολύ άγριος, τρομαχτικός και η Ειρήνη όλο κλαίει…. Όσο για τον κύριο Κοσμά- κατάπιε στο σημείο αυτό έναν λυγμό- όλο μαλώνει με την κυρία Αριάδνη.
- Για ποιο λόγο; ρώτησε με ενδιαφέρον η Χριστίνα.
- Δεν ξέρω, αποκρίθηκε στον ίδιο τόνο το παιδί, μπροστά μου δεν μιλούν ποτέ, αλλά ακούγονται οι φωνές τους από το σπίτι. Η κυρία Αριάδνη κλαίει συνέχεια….
Μία ώρα αργότερα, ο Στάθης βρισκόταν στην πόρτα της για να παραλάβει τον μικρό, όπως πάντα, μόνο που αυτήν τη φορά ήταν φορτωμένος με διάφορα πεσκέσια: ντομάτες, αγγούρια, κολοκύθια, ακόμα και ντόπιο τυρί.
- Από τον Κοσμά και όλους μας! της τα πρόσφερε ο άντρας χαμογελαστός.
«Πολλά δώρα για τη σιωπή μου!» σκέφτηκε με ένα πικρό χαμόγελο η Χριστίνα, αλλά τα δέχτηκε ευγενικά.
Ο Στάθης μπήκε στο σπίτι ζητώντας από το μικρό παιδί να βγει λίγο έξω για να τους αφήσει μόνους. Έπειτα, πλησίασε το μισοτελειωμένο καμβά κοντά στο μεγάλο παράθυρο του καθιστικού.
- Αυτός…είμαι εγώ; ρώτησε με ένα χαμόγελο αναγνωρίζοντας την προσωπογραφία.
- Θα μπορούσε…. απάντησε αινιγματικά η ζωγράφος.
- Α! και αυτός είναι ο Κοσμάς; έκανε με έκπληξη ο Στάθης ξεφυλλίζοντας τα σχέδια από πίσω. Και η Άννα! πρόσθεσε έκπληκτος.
- Ναι…. έκανε αμήχανη η Χριστίνα, που δεν περίμενε ποτέ να ψάξει ο Στάθης τα σχέδιά της, είπα να ζωγραφίσω τους αποίκους και με μια κίνηση πήρε τα χαρτόνια από τα χέρια του δήθεν για να τα τακτοποιήσει.
- Είσαι φοβερή! έκανε εκείνος και- χωρίς να χάσει την ευκαιρία- με μια αιφνιδιαστική κίνηση την άρπαξε από τη μέση και την έφερε πολύ κοντά του.
Η γυναίκα προσπάθησε να ξεφύγει, αλλά αυτός την έσφιξε περισσότερο. Τα χείλη του σχεδόν ακουμπούσαν τα δικά της.
- Δεν σε έχω ξεχάσει… μουρμούρισε με πάθος, πώς θα μπορούσα; Τα γεγονότα όμως…
- Καλά, καλά… έκανε εκείνη μη μπορώντας να κινηθεί από το σφιχτό αγκάλιασμά του.
- Θα δεις, όλα θα φτιάξουν τώρα… άρχισε να λέει με ταραχή ο Στάθης, σε θέλω!... και κόλλησε το στόμα του πάνω στο δικό της αχόρταγα.
Στην αρχή η Χριστίνα θέλησε να τον απωθήσει, μετά όμως αφέθηκε στο φιλί του. Είχε ξεχάσει πόσο γλυκό ήταν… Τα χέρια του έπιαναν το στήθος της κάτω από τη μπλούζα της με λαχτάρα και την έκαναν να βαριανασαίνει.
- Χριστίνα, έκανε μόλις βρήκε ξανά την ανάσα του χωρίς να την αφήσει να ξεκολλήσει από πάνω του, συγνώμη αν φέρομαι σαν ηλίθιος ώρες ώρες. Είναι που πληγώθηκα πολύ κι έχω γίνει καχύποπτος…. πρόσθεσε κοιτάζοντάς την κατάματα με πόνο στα γκρίζα μάτια του. Εσύ όμως είσαι διαφορετική… είπε και την ξαναφίλησε λαίμαργα, απαιτητικά.
Αναγκάστηκαν να ξεκολλήσουν με δυσκολία, όταν ο Γιάννης τους χτύπησε διακριτικά την πόρτα για να φύγουν. Έξω νύχτωνε και τα πάντα γίνονταν πιο τρομαχτικά για το μικρό αγόρι…
Εκείνο το βράδυ η Χριστίνα ένιωθε πολύ προβληματισμένη. Αναμφίβολα, αυτός ο άντρας την είλκυε ερωτικά ακόμα, αλλά δεν μπορούσε πλέον να τον εμπιστευθεί. Στην ουσία, παρέμενε ένας άγνωστος γι’ αυτήν. Ίσως βέβαια και η ίδια να ένιωθε εξίσου επιφυλακτική απέναντί του, όπως κι αυτός. Ανέκαθεν η Χριστίνα υπήρξε ένα εσωστρεφές παιδί κι έπειτα μια απόμακρη γυναίκα, αφοσιωμένη στην ζωγραφική της με λίγους φίλους. Οι άντρες της ζωής της ήταν αρκετοί, αλλά κανείς από αυτούς δεν την είχε κάνει να νιώσει κάτι πολύ δυνατό. Ίσως επειδή η ίδια είχε χτίσει τείχη γύρω της. Μήπως λοιπόν έπρεπε να δώσει ακόμα μία ευκαιρία στον Στάθη; Μπορεί…. σκεφτόταν καθώς ξάπλωνε μόνη στο διπλό κρεβάτι της σοφίτας. Παραδόξως, στην αγκαλιά του είχε νιώσει τις πιο έντονες μέχρι τότε ερωτικές συγκινήσεις. Γιατί όχι, λοιπόν; Και με τις σκέψεις αυτές αποκοιμήθηκε….
Στις 23 Αυγούστου το πρωί ξεκίνησε η βροχή. Την ξύπνησε ο ρυθμικός ήχος της, καθώς κυλούσε από το φεγγίτη της σοφίτας και πάνω στην κεραμοσκεπή. Όλο το καλοκαίρι δεν είχε βρέξει. Είχε έρθει η ώρα λοιπόν να ξεδιψάσει η γη. Ήταν όμορφα, καθώς ξεπλένονταν τα φύλλα των δέντρων και από παντού αναδύονταν η μεθυστική μυρωδιά του νωπού χώματος. «Ευτυχώς, έχω πολλά τρόφιμα!» σκέφτηκε ανακουφισμένη η Χριστίνα το πεσκέσι του Στάθη την προηγούμενη μέρα, γιατί έξω τα πάντα ήταν λασπωμένα και η μετακίνηση χωρίς όχημα δύσκολη. Δεν πειράζει, σκόπευε άλλωστε να ζωγραφίζει όλη τη διάρκεια της υπόλοιπης μέρας. Έξω είχε πέσει σκοτεινιά -παρότι ήταν πρωί ακόμα- από τα μολυβένια σύννεφα που κάλυπταν τον ουρανό.
Όσο περνούσε όμως η ώρα, η βροχή αντί να εξασθενεί, δυνάμωνε κι έδερνε αλύπητα το μικρό ξύλινο εξοχικό. Ήδη ακουγόταν ξεκάθαρα το βουητό από την αυξημένη ροή νερού στο ρέμα. Όλα τα γειτονικά βουνά κατέβαζαν ποτάμια από τα σπλάχνα τους και τα άδειαζαν στην κοίτη του.
- Πού θα πάει, θα κοπάσει, μονολογούσε η Χριστίνα, καλοκαιρινή καταιγίδα είναι!
Προς το βράδυ, ένιωσε την ανάγκη να μιλήσει με τους γονείς της και μετά με τον Διονύση. Δεν ανέφερε κάτι από όσα συνέβαιναν στην αποικία τελευταία, ήθελε μόνο να νιώσει την επαφή με άλλους ανθρώπους που την αγαπούσαν. Ανέβηκε στη σοφίτα για να ξαπλώσει, ενώ η βροχή μαίνονταν αμείωτη έξω ανάμεικτη με χαλάζι. Ήταν αδύνατο να κοιμηθεί όμως από τον κρότο έξω, έμοιαζε σα να κατρακυλούσαν πέτρες από την οροφή. Δεν είχε πάρει υπνωτικό χάπι εκείνο το βράδυ σκόπιμα. Άγνωστο γιατί, αλλά ένιωθε την ανάγκη να βρίσκεται σε εγρήγορση. Ο χαλασμός πάνω στη σκεπή από το χοντρό χαλάζι έκαναν την Χριστίνα να ανασηκωθεί από το κρεβάτι της ανήσυχη. Την ίδια στιγμή όμως μια λάμψη αστραπής ξεχύθηκε μέσα από τον φεγγίτη φωτίζοντας το δωμάτιο σαν μέρα. Η γυναίκα κράτησε την ανάσα της. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα ένας κεραυνός τράνταξε συθέμελα το εξοχικό, σαν να σωριαζόταν σε συντρίμμια. Έντρομη η Χριστίνα έτρεξε προς τον διακόπτη για ν’ ανάψει το φως, αλλά μάταια, τα πάντα παρέμεναν σκοτεινά. Το ρεύμα είχε διακοπεί, ποιος ξέρει τι είχε συμβεί. Ευτυχώς είχε τον φακό κοντά της και το κινητό της τηλέφωνο.
Παρέμεινε ανακαθισμένη στο κρεβάτι της όλη την υπόλοιπη νύχτα μέσα στο βαθύ σκοτάδι, που διακόπτονταν μόνο από την ανατριχιαστική λάμψη των αστραπών. Έξω, από το ρέμα ερχόταν ένα τρομαχτικό βουητό, που έκανε τους τοίχους του σπιτιού να τρίζουν και να σείονται σα να γίνεται σεισμός. «Υπερχείλιση του ποταμού….» σκέφτηκε με τρόμο η γυναίκα. Άραγε το σπίτι θα άντεχε στη θεομηνία ή θα παρασύρονταν κι αυτό σαν καρυδότσουφλο από το μένος του νερού; Αυθόρμητα της ήρθε στο νου η "προσευχή" του Κοσμά προς το υγρό στοιχείο. Τώρα κατανοούσε τη σημασία της η Χριστίνα. Στα μάτια της φάνταζε ακόμα παιδαριώδης, ωστόσο είχε μια λογική δική της, τα λόγια ενός απελπισμένου κι αβοήθητου ανθρώπου προς το Υπερφυσικό ή ακόμα και το Θεϊκό….
Δυο μέρες και νύχτες παρέμεινε η Χριστίνα εγκλωβισμένη χωρίς ρεύμα στο εξοχικό. Η βροχή ευτυχώς σταμάτησε την επόμενη μέρα το μεσημέρι, ωστόσο ο όγκος του νερού ήταν τεράστιος: το ποτάμι βούιζε φριχτά σαν καταρράχτης δίπλα στο ρέμα, ενώ η περιοχή γύρω από το σπίτι και το μονοπάτι είχαν μετατραπεί σε μια λίμνη με λασπόνερα. Ήταν αδύνατο να βγει έξω. Ακόμα και αν περπατούσε μέσα στις λάσπες, δεν θα μπορούσε να διασχίσει το ποτάμι για να φτάσει στον
«Παράδεισο». Ήθελε όμως να μάθει αν είχαν πάθει ζημιές από τη θεομηνία, καθώς ένα άσχημο προαίσθημα κουλουριαζόταν ξανά στην καρδιά της σαν παγωμένο φίδι. Ευτυχώς, ο καυτός αυγουστιάτικος ήλιος κατάφερε να στεγνώσει τη γη ολόγυρα δυο μέρες μετά και να περιορίσει το μένος του ποταμού. Η Χριστίνα δεν έχασε την ευκαιρία. Βρήκε ένα ζευγάρι γαλότσες του Διονύση κι έτρεξε προς την αποικία. Ο δρόμος ήταν γεμάτος λάσπες, ενώ το ποτάμι φουσκωμένο και ορμητικό είχε σχεδόν σκεπάσει το μικρό ξύλινο γεφύρι, που παραδόξως είχε αντέξει όρθιο ενάντια στα αγριεμένα στοιχεία της φύσης.
Το θέαμα που αντίκρισε στον «Παράδεισο» ήταν τελείως αποκαρδιωτικό. Οι κάτοικοι βουβοί από την απελπισία τριγύριζαν με γαλότσες και τη στάθμη του νερού ως τον αστράγαλο ανάμεσα στα κατεστραμμένα περιβόλια τους: όλα τα κηπευτικά πνιγμένα στα λασπόνερα είχαν χτυπηθεί ανελέητα από το χαλάζι και είχαν καταστραφεί ολοκληρωτικά.
- Καταστραφήκαμε, χαθήκαμε… έκανε ο Κοσμάς ανακατεύοντας με τις παλάμες του τα μαλλιά του δείχνοντάς της τα πλημμυρισμένα περιβόλια. Ό,τι φτιάξαμε με τόσο μεράκι και κόπο διαλύθηκε σε λίγες ώρες μόνο….
Εκείνη παρέμενε να κοιτάζει βουβή. Παρατηρούσε τις εκφράσεις του Δήμου και του Στάθη, που ήταν σκληρές, χαρακωμένες από τη νέα συμφορά.
- Βασίλη! έκανε να μιλήσει στον άντρα που πέρασε απαθής δίπλα της, αλλά εκείνος έμοιαζε να είναι αλλού με το βλέμμα γυάλινο και χαμένο.
Για εκείνον η μεγάλη συμφορά είχε ήδη συμβεί μία εβδομάδα πριν. Ούτε η Ειρήνη βρισκόταν εκεί, ούτε η Άννα. Μόνο οι άντρες επέβλεπαν τις ζημιές και η Αριάδνη σε μια άκρη τους κοιτούσε σιωπηλή. Ο Στάθης της έριξε ένα βλέμμα όλο συντριβή και τότε η Χριστίνα αποφάσισε να γυρίσει πίσω. Δεν μπορούσε να τους προσφέρει τίποτα πια.
Περνώντας όμως δίπλα από το χαμηλό σπιτάκι της οικογένειας Αγγελάκη άκουσε λυγμούς να έρχονται από την αυλή. Κάποιος έκλαιγε γοερά. Ενστικτωδώς έριξε μια ματιά προς τα κει πίσω από τα γιασεμιά και τη μουριά. Διέκρινε την Κλαίρη καθισμένη στο πέτρινο κατώφλι του σπιτιού της να κρατά τον αδερφό της αγκαλιά. Το παιδικό σώμα σπάραζε από τ’ αναφιλητά. Αμέσως η Χριστίνα παραμέρισε τη σιδερένια εξώπορτα κι έτρεξε κοντά τους. Τα υπέροχα μάτια της Κλαίρης έρρεαν ασταμάτητα, ενώ με μια μηχανική κίνηση χάιδευε το κεφάλι του αδερφού της. Όλος αυτός ο σπαραγμός δεν μπορούσε να προέρχεται μόνο από τις κατεστραμμένες σοδιές!
- Κλαίρη, τι συμβαίνει; τη ρώτησε ανήσυχη και κάθισε δίπλα της στο πεζούλι αγγίζοντας τα κυματιστά καστανά μαλλιά της.
Η κοπέλα δεν απαντούσε όμως, μόνο πλήθαιναν τα δάκρυά της που της αυλάκωναν το πρόσωπο, τον λευκό λαιμό κι έσταζαν στην αγκαλιά της πάνω στο απαρηγόρητο μικρό αγόρι. Τότε η πόρτα πίσω τους άνοιξε και στο κατώφλι πρόβαλε η Μαριάνθη με χλωμή και αγριεμένη όψη.
- Φύγε, σε παρακαλώ, της είπε για πρώτη φορά απότομα, και άσε μας στον πόνο μας!
- Μα…. Θέλω μόνο να βοηθήσω! διαμαρτυρήθηκε η Χριστίνα.
- Φύγε! ξανάπε με οργή η γυναίκα με μια πρωτόγνωρη λάμψη θυμού στο βλέμμα της.
Αυτή η άλλοτε ήσυχη υποταγμένη και μεσήλικη γυναικούλα ήταν τόσο διαφορετική εκείνο το μεσημέρι! Άγρια, τρομερή μέσα στην παγερή έκφραση του προσώπου της με βλέμμα έξαλλου αλλόφρονα!.. Η Χριστίνα την άκουγε, αλλά δεν κουνιόταν από τη θέση της δίπλα στα απελπισμένα αδέρφια. Μόνο ρωτούσε ξανά και ξανά τι είχαν πάθει. Σε μια στιγμή, ο μικρός Γιάννης σήκωσε το κατακόκκινο πρόσωπό του, την κοίταξε με απόλυτη απόγνωση και φώναξε σπαρακτικά:
- Η Άννα χάθηκε!!
- Τι; έκανε η Χριστίνα και πετάχτηκε από τη θέση της. Τι είπες;;; ξαναρώτησε έκπληκτη.
- Η Άννα χάθηκε!!! ξαναφώναξε υστερικά ο μικρός, παρά τις προσπάθειες της μητέρας του να του κλείσει το στόμα.
Στο μεταξύ, ο Κοσμάς μαζί με το Δήμο είχαν μπει στην αυλή της Μαριάνθης και βημάτιζαν προς το μέρος τους. Ο Νικήτας δεν βρισκόταν πουθενά εκεί γύρω, συνειδητοποίησε αυθόρμητα η Άννα συνδυάζοντας την απουσία του με την εξαφάνιση της νεαρής κοπέλας. Ούτε στα περιβόλια τον είχε δει νωρίτερα.
- Τι συμβαίνει; την κατακεραύνωσε με την επιβλητική φωνή του ο Κοσμάς.
- Η Άννα χάθηκε, επανέλαβε η Χριστίνα ανταποδίδοντάς του με σταθερότητα την άγρια ματιά του. Τι σκοπεύεις να κάνεις γι’ αυτό; τον ρώτησε με θάρρος.
Ο άντρας όρθωσε το ανάστημά του και της απάντησε χωρίς να κατεβάσει την τρομερή ματιά του:
- Αυτό είναι κάτι που δεν σε αφορά!
- Οι άνθρωποι δεν χάνονται έτσι, επέμεινε ακάθεκτη η ζωγράφος, πρέπει να ειδοποιήσετε την αστυνομία!
Δίπλα τους η οικογένεια Αγγελάκη κοίταζε άφωνη πότε τον ένα πότε τον άλλο. Ακόμα και η Κλαίρη, που πάντα αντιδρούσε τώρα παρέμενε αδρανής, σαν τρομαγμένη. Τι είχε συμβεί, τέλος πάντων; αναρωτιόταν συνέχεια μέσα της η Χριστίνα.
- Άκουσέ με, κοπέλα μου, της απάντησε με σταθερή φωνή πλησιάζοντάς την ο Κοσμάς, εγώ προσωπικά θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου για να βρεθεί η Άννα μας, αν έχει όντως χαθεί. Είναι και δικό μου παιδί, κατά κάποιο τρόπο. Το πώς θα το κάνω όμως εσύ δεν θα το μάθεις! Δεν σε α-φο-ρά! τόνισε μία μία τις τελευταίες συλλαβές.
- Και τώρα δίνε του, πριν να είναι αργά! της φώναξε απειλητικά τόσο κοντά στο πρόσωπό της, που η βρωμερή ανάσα του τη ζάλισε για μια στιγμή.
Η γυναίκα- πιο πολύ θυμωμένη παρά τρομαγμένη- έκανε ν’ απαντήσει αλλά ο γέρο Δήμος ανέκφραστος και σκληρός – όπως πάντα- την άρπαξε από το μπράτσο και την απομάκρυνε βίαια από την αυλή.
- Εντάξει, εντάξει, μουρμούρισε η Χριστίνα μέσα από τα δόντια της, θα φύγω! και τράβηξε απότομα το χέρι της από τη λαβή του άντρα. Αλλά δεν με πείθετε… με τίποτα! συμπλήρωσε με πείσμα.
Και καθώς απομακρυνόταν από το σπίτι, πήρε βαθιά ανάσα και φώναξε με όλη της τη δύναμη:
- Ακούς, Κοσμά; Με τίποτα!
Όλη την υπόλοιπη ημέρα βημάτιζε έξαλλη πότε μέσα στο εξοχικό, πότε τριγύρω σε κοντινή απόσταση πετώντας πέτρες προς το ρέμα και κλωτσώντας τα χώματα. Όχι, ήταν σίγουρη πως κάτι πολύ κακό συνέβαινε στην αποικία. Τόσος πόνος, τόσο κλάμα από την Κλαίρη και τον Γιάννη! Και δεν ήταν μόνο αυτό, έμοιαζαν και οι δύο με τρομαγμένα ανήμπορα ζώα! Ποιος ξέρει τι τους έκαναν εκεί πέρα… Αλλά η μεγαλύτερη έκπληξη ήταν η μεταμόρφωση της άκακης γυναικούλας της Μαριάνθης. Άκακη, αλλά υποταγμένη στον Κοσμά, άρα επικίνδυνη, σκεφτόταν η Χριστίνα και η αγωνία της ανάμεικτη με οργή δεν έλεγε να καταλαγιάσει.
Το βράδυ αποφάσισε να μιλήσει στον Διονύση χωρίς πολλές λεπτομέρειες.
Απλά επιδίωκε να αντλήσει πληροφορίες για τον Κοσμά και τους άλλους.
- Συμβαίνει κάτι, Χριστινάκι; την ρώτησε εκείνος διαισθανόμενος πως συνέβαιναν πολλά περισσότερα απ’ όσα του αποκάλυπτε η φίλη του.
- Και ναι και όχι, απάντησε διφορούμενα εκείνη. Να, χάθηκε ένα κορίτσι χτες στην καταιγίδα και ανησυχώ… δικαιολογήθηκε.
- Άκου, Χριστίνα, είπε με σταθερή φωνή ο Διονύσης, θα σου το ξαναπώ: αυτούς τους ανθρώπους στην ουσία δεν τους γνωρίζω, τους έχω συναναστραφεί ελάχιστα. Μην τους εμπιστεύεσαι, κράτα τις αποστάσεις σου. Εάν το ένστικτό σου σε προειδοποιεί για κίνδυνο όμως μην το αγνοήσεις. Πάρε ένα ταξί και φύγε από εκεί. Σε λίγο επιστρέφω και γω και μπορώ να έρθω να σε πάρω, κατέληξε ανήσυχος.
- Όχι, όχι! τον καθησύχασε η Χριστίνα, θα κάνω όπως λες. Θα κρατήσω αποστάσεις και θα κάνω τις διακοπές μου. Έχω αρχίσει και ζωγραφίζω ξανά! συμπλήρωσε δήθεν χαρωπά για να τον πείσει. Μην ανησυχείς για μένα!
Αργότερα, μόνη της στη σοφίτα αναλογιζόταν τα λόγια του Διονύση. Ναι, έπρεπε ν’ ακούσει το ένστικτό της. Κι αυτό κραύγαζε πως κάτι σκοτεινό, σχεδόν δαιμονικό κρυβόταν πίσω από την εξαφάνιση της Άννας και πως αυτό ίσως ήταν μόνο η αρχή. Δεν θα άφηνε όμως την Κλαίρη και το Γιάννη στην διάθεση του Κοσμά ως "πρόβατα έτοιμα για σφαγή". Ένιωθε πως δεν υπήρχε κανείς για να τους προστατέψει, ούτε καν η ίδια τους η μητέρα. Όχι, θα έμενε εκεί και θα έβρισκε τον τρόπο να ρίξει φως στο σκοτάδι του «Παραδείσου» και στους έκπτωτους κατοίκους του…