Η κόρη του Θόα – Βάλια Καραμάνου

Βάλια Καραμάνου

Κεφάλαιο 1ο 

Η Κατερίνα γεννήθηκε σ’ ένα μικρό νησί των νότιων Κυκλάδων, την Θασιά, ανάμεσα στην Ίο και στη Φολέγανδρο και πολύ κοντά στη Σίκινο. Το σπίτι που μεγάλωσε ήταν ένα μικρό καλύβι έξω από τη Χώρα στον δρόμο προς την Απολλωνία, που σταδιακά με τα χρό-νια ο Στάθης και η Άννα, οι γονείς της, κατάφεραν να μεταμορφώσουν σε ένα ευπρεπές σπι-τάκι. Στην ουσία επρόκειτο για τρία δωμάτια, αρκετά όμως για να χωρέσουν την ίδια, τους γονείς της και τον Τάκη, τον κατά δύο χρόνια μεγαλύτερο αδερφό της. Το μεγαλύτερο προ-νόμιο αυτού του σπιτιού αναμφίβολα ήταν η θέση του: χτισμένο κυριολεκτικά στο χείλος του γκρεμού διέθετε πανοραμική θέα προς το Αιγαίο. Ειδικά την ώρα του ηλιοβασιλέματος, το θέαμα ήταν συγκλονιστικό, καθώς χρωματίζονταν πορφυρά τα νερά της θάλασσας και ανά-μεσά τους διακρίνονταν τα φώτα που σιγά σιγά άναβαν στα αντικρινά νησιά. Άλλωστε από εκείνο το σημείο μπορούσε κανείς να θαυμάσει σχεδόν ολόκληρη τη χώρα του νησιού τους σκαρφαλωμένη στο βράχο από τη δεξιά πλευρά, ενώ από την αριστερή ξεκινούσε ο δρόμος που κατέληγε στον αρχαίο ναό του Θόα στην Απολλωνία .

Ο Θόας υπήρξε –σύμφωνα με τον μύθο- μια πανάρχαια θαλασσινή θεότητα, απόγονος του Θεού Διονύσου, προερχόμενος από τη Μ. Ασία. Κατέληξε όμως συχνά να ταυτίζεται με το θεό του Φωτός, τον Απόλλωνα, ίσως σε μια προσπάθεια συγκάλυψης της αμφιλεγόμενης δαιμονικής του οντότητας από τους ντόπιους. Πάντως, η Απολλωνία παρέμενε αναντίρρη-τα το πιο άγριο και όμορφο σημείο του νησιού: ο αρχαίος ναός χτισμένος στο νοτιοδυτικό άκρο του νησιού φάνταζε σαν να αιωρείται πάνω στον απόκρημνο βράχο, περιτριγυρισμένος από μικρά ξωκλήσια, που έχτιζαν οι χριστιανοί στα μετέπειτα χρόνια για να ξορκίσουν τους αρχαίους δαίμονες.

Ο Στάθης ήταν ψαράς και τα καλοκαίρια χρησιμοποιούσε συχνά τη βάρκα του, τη «Γορ-γόνα», για να μεταφέρει τουρίστες στις δυσπρόσιτες παραλίες του νησιού. Φτωχός, καταγό-μενος από φτωχή οικογένεια, με ένα ψηλό όμως και ρωμαλέο ανάστημα και περήφανη α-πόκοσμη ματιά. Γι αυτό ακριβώς τον αγάπησε αμέσως όταν τον πρωτοείδε η Άννα, μικρή κοπελίτσα τότε δεκαέξι χρόνων και εκείνος είκοσι και συνέχισε να τον αγαπά για πολλά χρό-

νια αργότερα, όσο θυμόταν τον εαυτό της. Ποτέ όμως δεν ένιωσε ότι εκείνος έγινε δικός της, ακόμα και μετά από κάμποσα χρόνια γάμου και την απόκτηση δύο παιδιών. Ένας απροσδιό-ριστος φόβος την στοίχειωνε, πως μια μέρα θα χανόταν αυτός ο όμορφος ηλιοκαμένος από τον αιγαιοπελαγίτικο ήλιο άντρας. Όχι πως η Άννα δεν ήταν επιθυμητή γυναίκα, αλλά παρέ-μενε μια γλυκιά, ήσυχη παρουσία δίπλα του, πιο γήινη, πιο υποταγμένη στην αντρική ισχύ.

Κι ένιωθε ευτυχισμένη ακριβώς γι αυτό: που έστεκε δίπλα του, κάτω από την προστατευτική σκιά του άντρα της.

Ώσπου ένα βράδυ- έντεκα χρόνια μετά το γάμο τους- Ο Στάθης ξανοίχτηκε με την μικρή βάρκα του στο πέλαγος και δεν τον ξαναείδε κανείς έκτοτε. Βγήκαν και οι υπόλοιποι ψαρά-δες με τις βάρκες τους και τα κλεφτοφάναρα για να τον αναζητήσουν όλη νύχτα, σχεδόν ως το ξημέρωμα. Η Κατερίνα –οχτώ χρόνων τότε και ο αδερφός της δέκα- περίμεναν με τις ώ-

ρες σιωπηλά στην προκυμαία δίπλα στην Άννα, που έσφιγγε νευρικά τα χέρια τους και με το βλέμμα της διέσχιζε επίμονα το πέλαγος αντίκρυ.

Τελικά, η «Γοργόνα» βρέθηκε, αλλά ο Στάθης παρέμεινε άφαντος. «Πιθανός πνιγμός του αγνοούμενου» αποφάνθηκε η αρχή του τόπου, ενώ δεν έλειπαν και οι δεισιδαίμονες, που α-πέδιδαν την εξαφάνισή του σε μυστηριώδεις δυνάμεις.

Έκτοτε, η Κατερίνα και ο Τάκης μεγάλωσαν κάτω από την προστασία της μητέρας τους, που πεισματικά αγωνιζόταν προκειμένου να επιβιώσουν όλοι αξιοπρεπώς. Μάλιστα, αν και νέα ακόμα γυναίκα και παθητική έως τότε από τη φύση της, αναγκάστηκε ν’ αναλάβει την βάρκα για να ψαρεύει ή να κάνει δρομολόγια το καλοκαίρι για τους παραθεριστές.

Την οικογενειακή αυτή «επιχείρηση» κληρονόμησε κατόπιν ο Τάκης, όταν έφτασε τα δε-καοχτώ. Από κοντά βοηθούσε και η αδερφή του. Ειδικά στα δρομολόγια των τουριστών δια-σκέδαζε αφάνταστα: τρελοπαρέες, ερωτευμένα ζευγαράκια, που περνούσαν τις μέρες τους ως το νύχτωμα στην Αμμούδα, στις Τροκάδες, στο Βαθύ και σε άλλες άγριες ακτές του νη-σιού με κρυστάλλινα νερά.

Όταν όμως τελείωσε το σχολείο, άρχισε να βαριέται τη ζωή των συνομηλίκων της και η «επέλαση» των τουριστών ή των «βαρβάρων», όπως τους αποκαλούσε, την ενοχλούσε πια. Αποτραβιόταν λοιπόν κατά τη διάρκεια της μέρας στο σπίτι τους, όπου βοηθούσε τη μητέρα της στις δουλειές και στην περιποίηση της αυλής και κατά το σούρουπο τραβούσε για την Απολλωνία. Η δικαιολογία της ήταν πάντα να σκουπίσει το κοτέτσι και να ταΐσει τις κότες που είχαν στο δρόμο λίγα μέτρα πιο πάνω, μια δουλειά που παραδόξως δεν έκανε ποτέ το πρωί . Στην πραγματικότητα, ήθελε να απολαύσει το σούρουπο μόνη της στα βράχια, μυρί-ζοντας το θυμάρι που ξεφύτρωνε παντού και τη θαλασσινή αύρα που αναδύονταν από το βά-ραθρο κάτω από τα πόδια της. Ακόμα και ο χειμωνιάτικος τσουχτερός άνεμος δεν την πτο-ούσε, αντίθετα την έκανε να νιώθει ζωντανή.

Λάτρευε ιδιαίτερα το καλοκαίρι, γιατί μπορούσε να αφήνεται με τις ώρες στην αγκαλιά της θάλασσας και ν’ ανακαλύπτει σπηλιές με όμορφα κοχύλια στον βοτσαλωτό βυθό της. Απέφευγε όμως να το κάνει τις ώρες που καταλαμβάνονταν από τους «βαρβάρους». Προτιμούσε να παίρνει την «Γοργόνα» πολύ πρωί και να βουτά σε άγνωστες για τους περισσότε-ρους ακτές ή να κατεβαίνει νύχτα στο λιμάνι κρυφά και να βουτά στα σκοτεινά νερά, που αντικαθρέπτιζαν τ’ αστέρια.

Την χρονιά που η Κατερίνα έκλεισε τα είκοσι, ένα ασυνήθιστο κύμα καύσωνα κατέκλυσε το νησί κατά τη διάρκεια του Αυγούστου. Το γεγονός αυτό, αν και ανυπόφορο, αποδείχτηκε ωστόσο κερδοφόρο για τους ντόπιους, καθώς πλήθος τουριστών είχε κατακλύσει το νησί κι αυτό σήμαινε κέρδος: τα ενοικιαζόμενα δωμάτια είχαν απόλυτη πληρότητα, οι ταβέρνες και τα μπαράκια βούιζαν από κόσμο και τα μικρά σοκάκια του νησιού ασφυκτιούσαν από τον συνωστισμό.

Η Κατερίνα ωστόσο ένιωθε ότι πνιγόταν από όλη αυτή την κοσμοσυρροή . Αναζητούσε ήσυχες γωνιές στο νησί, αλλά αυτό φάνταζε αδύνατο. Ενδόμυχα, ευχόταν ολόψυχα να τε-

λειώσει γρήγορα ο μήνας και να επικρατήσει η συνήθης γαλήνη του τόπου ξανά…. Αντίθε-τα, ο αδερφός της –και γενικά η νεολαία του νησιού- απολάμβανε την κοσμοπλημμύρα και ξεφάντωνε στα λιγοστά κοσμικά στέκια του νησιού ως το ξημέρωμα.

Μετά από ένα πυρακτωμένο μεσημέρι, η Κατερίνα βγήκε στο δρόμο για την Απολλωνία για να φροντίσει τα ζώα τους. Σουρούπωνε και ματωμένα σύννεφα σάρωναν τον ορίζοντα. Σημάδι ζέστης, σκέφτηκε.

-Ε! Κατερίνα! άκουσε από μακριά μια αντρική φωνή να την καλεί.

Κοντοστάθηκε.

-Γεια σου Κωνσταντή! τον χαιρέτησε σηκώνοντας το χέρι της εκείνη.

Ο μελαχρινός νέος ιδρωμένος και ηλιοκαμένος άφησε τα γίδια του στην πλαγιά να βο-σκήσουν και την πλησίασε χαμογελαστός.

- Το βράδυ θα μαζευτούμε με τα παιδιά στην πλατεία κι έπειτα θα κατεβούμε στο ‘Αλώνι’ για ποτό! Θα’ ρθεις; την ρώτησε στυλώνοντας τα κατάμαυρα μάτια του στα δικά της.

- Θα δούμε! απάντησε αμήχανα εκείνη.

- Όλο έτσι λες και ποτέ δεν έρχεσαι! της παραπονέθηκε ο Κωνσταντής και καθώς δεν περί-μενε απάντηση, συμπλήρωσε:

-Εγώ πάντως θα σε περιμένω…. υπογράμμισε τα λόγια του.

- Καλά, Κωνσταντή, αποκρίθηκε εκείνη χαμηλόφωνα και κίνησε να φύγει.

- Κατερίνα! της ξαναφώναξε απότομα και μπήκε μπροστά της φράζοντας το δρόμο της.

- Δεν είναι σωστό να γυρίζεις τα βράδια έξω μόνη σου, συμπλήρωσε σε προστατευτικό τόνο.

- Γιατί; έκανε εκείνη ζωηρά, θα με πάρει καμιά ανεραΐδα; είπε με φωνή περιπαιχτική, ενώ η καστανή ματιά της πετούσε φλόγες.

-Μπορεί… έκανε σκεφτικά ο Κωνσταντής κι απομακρύνθηκε σιωπηλός.

Δεν έπαψε να την κοιτάζει από μακριά ώσπου να νυχτώσει. Τι πλάσμα ήταν αυτό; Και ναι, έμοιαζε τόσο με ανεραΐδα! Θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν μία από τις δαιμονικές και

γοητευτικές κόρες του αρχαίου θεού, που ίδρυσε το νησί, του Θόα. Τόσα χρόνια την γνώριζε από μικρό παιδί, πήγαιναν στο ίδιο σχολείο, ήταν φίλος με τον αδερφό της κι όμως την ένιω-θε τόσο αλλόκοτα απρόσιτη… Ένα μελαχρινό πλάσμα με μεγάλα μάτια και άσπρο δέρμα,

πλάσμα της νύχτας. Μήπως δεν ήταν; Όλο το νησί γνώριζε τις βόλτες της κάτω απ’ τ’ άστρα, όταν οι δικοί της έπεφταν για ύπνο. Κι εκείνος συχνά την ονειρευόταν να χορεύει γύρω από

την Παλιά Βρύση του χωριού μαζί με τις άλλες δαιμόνισσες. Τόσο τον είχε συνεπάρει αυτή η εικόνα, που ώρες- ώρες νόμιζε πως κάτω από το μακρύ φουστάνι της θα ξεπροβάλει κανέ-να κατσικοπόδαρο! Στη σκέψη αυτή ανατρίχιαζε, αλλά του ήταν αδύνατο να πάρει τα μάτια του από πάνω της, καθισμένος ως το νύχτωμα στους βράχους της Απολλωνίας βόσκοντας τα γίδια του. Η ψιλόλιγνη σιλουέτα της διαγράφονταν ολοκάθαρη να ρεμβάζει στο χείλος του γκρεμού κοντά στο σπίτι της το κενό και τα μάτια του πλημμύριζαν από την εικόνα της.

Πράγματι, όταν προχώρησε η νύχτα, η Κατερίνα σηκώθηκε αθόρυβα από το στρώμα της, ενώ η μάνα της και ο αδερφός της κοιμόντουσαν βαθιά. Η ζέστη ήταν αφόρητη και έξω η νύχτα γλυκιά, γεμάτη αστέρια την καλούσε μυστικά. Έβαλε γρήγορα το φόρεμά της, φόρεσε αθόρυβα τα πέδιλά της και γλίστρησε έξω σαν σκιά. Ανάσανε βαθιά, ήταν τόσο όμορφα!

Άρχισε να κατηφορίζει προς την φωτισμένη Χώρα, που σιγά σιγά καταλάγιαζε από το θό-ρυβο των παραθεριστών. Τέτοια ώρα ή πήγαιναν για ύπνο ή συνέχιζαν για ποτό στο ‘Αλώνι. Απέφυγε την πλατεία και προτίμησε πιο απόμερα σοκάκια. Άλλωστε, υπήρχε και ο μύθος για τα στοιχειωμένα σπίτια της Χώρας και πάντα τα βήματά της την έφερναν έξω από αυτά. Ε-γκαταλελειμμένα αρχοντικά με ξεχαρβαλωμένα παράθυρα στέκονταν σκοτεινά, θλιβερά α-πομεινάρια μιας άλλης ζωής… Κάθε φορά που περνούσε από εκεί, η καρδιά της χτυπούσε πιο γρήγορα και το βήμα της επιτάχυνε ακούσια.

Βγήκε στον κεντρικό δρόμο που ένωνε την χώρα με το λιμάνι της Εμπατής, χωρίς να την δει κανείς γνωστός. Μόνο με ένα νεαρό ζευγαράκι διασταυρώθηκε, που περπατούσε αγκα-λιασμένο. Μπροστά της η νύχτα απλώνονταν σκοτεινή, γεμάτη μυρωδιές, ενώ τα χαμηλά φώτα της Χώρας έσβηναν πίσω της, μέχρι που χάθηκαν στην πρώτη στροφή του δρόμου. Το σκοτάδι πλέον ήταν πηχτό, αλλά η Κατερίνα γνώριζε το δρόμο καλά. Ωστόσο, αυτή η από-λυτη ησυχία την έκανε να καρδιοχτυπά ….

Στην επόμενη στροφή του φιδωτού δρόμου, μεγαλόπρεπη και ολόλευκη πρόβαλε μπρο-στά της η Παλιά Βρύση του χωριού, το στέκι των Ανεραΐδων –όπως φημολογούνταν. Η Κα-τερίνα στάθηκε να πάρει μια αναπνοή στο ασβεστωμένο πεζούλι. Γύρω της ηχούσαν μόνο τα τριζόνια και πάνω της κρεμόταν ένας ουρανός φορτωμένος αστέρια. Γλυκά θροΐσματα έφτα-ναν στ’ αυτιά της από τα κλαδιά των λιγοστών κέδρων, που ορθώνονταν γύρω από τη βρύ-ση, σαν φυσικός προστατευτικός κλοιός. Το βλέμμα της ακούμπησε απέναντι στο άγονο λοφάκι με τις ξερολιθιές, που στην κορυφή του στεφανώνονταν από το φωταγωγημένο παλιό μοναστήρι. Δεν το χόρταινε!

Δεν είχε καταλάβει πόση ώρα είχε περάσει καθισμένη εκεί ,όταν ένα ξαφνικό μουγκρητό ανέμου την τύλιξε μεμιάς και την έκανε να τιναχθεί όρθια:

-Τι αέρας είναι αυτός; μονολόγησε ανήσυχη.

Σαν να ξεπηδούσε από τα σπλάχνα της ρεματιάς δίπλα της . Με ανάλαφρο βήμα αγριμιού συνέχισε βιαστικά τον δρόμο της .

Όταν έφτασε στο λιμάνι όλα ήταν πια ήρεμα. Το κύμα έσβηνε απαλά στην αμμουδιά και οι βάρκες λικνίζονταν στο ρυθμό του. Μόνο ο μακρινός απόηχος από το ‘Αλώνι’ έφτα-νε στ’ αυτιά της. Εκεί διασκέδαζαν οι τουρίστες και η νεολαία του χωριού. Και ο Κωνστα-ντής θα ήταν εκεί και θα την περίμενε απόψε, όπως κάθε βράδυ.

Χωρίς δεύτερη σκέψη, έβγαλε τα πέδιλά της στην άμμο, πέταξε το φόρεμά της σε μια άκρη και βούτηξε στα δροσερά νερά.

Όταν τελικά πήρε τον δρόμο του γυρισμού, η νύχτα είχε προχωρήσει αρκετά. Λίγο πριν φτάσει στην Παλιά Βρύση ένα μηχανάκι την πρόλαβε στο δρόμο. Σταμάτησε δίπλα της χωρίς να σβήσει τη μηχανή.

- Ανέβα πάνω να σε πάω σπίτι, ακούστηκε η φωνή του Κωνσταντή σοβαρή και προστατευτι-κή συνάμα.

Εκείνη ανέβηκε υπάκουη στη σέλα πίσω του και τύλιξε τα χέρια της γύρω από την μέση του. Ο νυχτερινός αέρας χτυπούσε τα πρόσωπά τους και ο ήχος της μηχανής αντηχούσε στο νησί μέχρι το τέρμα του δρόμου κοντά στην Απολλωνία.

«Τι πλάσμα είναι αυτό;» αναρωτιόταν μέσα του ο Κωνσταντής και η καρδιά του χορο-πηδούσε άταχτα στο άγγιγμα των χεριών της, ενώ μια βρεγμένη τούφα από τα μακριά κα-στανά μαλλιά της του χάιδεψε το πρόσωπο μυρίζοντας αλμύρα κόβοντάς του τα γόνατα.