Φύλακας – Άγγελος – Αθηνά Μαλαπάνη
ΨΥΧΙΚΕΣ ΑΥΤΟΧΕΙΡΙΕΣ
ΣΥΛΛΟΓΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΩΝ
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: ΑΘΗΝΑ ΜΑΛΑΠΑΝΗ
Φύλακας - Άγγελος
Η εκδρομή στο ορεινό χωριό κατέληξε σε αποτυχία λόγω της ξαφνικής νεροποντής. Για άλλους θα ήταν αποτυχία, αλλά για άλλους μία συναρπαστική περιπέτεια και εμπειρία ή έστω μια ευκαιρία για την απόπειρά της· κατά συνέπεια, θα επρόκειτο για μία εμπειρία που θα θυμούνταν εφ’ όρου ζωής. Ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του, ο κάθε άνθρωπος θα απέδιδε έναν διαφορετικό χαρακτηρισμό. Όπως πάντα άλλωστε, σε αυτήν τη ζωή, ο καθένας μας βλέπει τα πράγματα από τη δική του οπτική γωνία και με τις δικές του προσλαμβάνουσες τα αντιλαμβάνεται, τα κρίνει, τα αξιολογεί, τα υιοθετεί ή τα απορρίπτει. Εν πάση περιπτώσει, αυτά συμβαίνουν, ειδικά το καλοκαίρι και ειδικά σε τέτοιους τόπους. Τί να κάνουμε; Απλώς τα αντιμετωπίζουμε.
Έτσι κι εκείνη. Μπήκε στο πρώτο καταφύγιο πού βρέθηκε μπροστά της, μία εκκλησία. Στην αρχή, ένιωσε μόνο ανακούφιση, καθώς δεν θα βρεχόταν άλλο. Μετά, η ανακούφιση μετατράπηκε σε ένα ισχυρό συναίσθημα ασφάλειας. Δεν ήταν θρησκόληπτη, αλλά η πίστη τής έδινε πάντοτε ασφάλεια και προστασία. Ή καλύτερα, αυτοπροστασία απέναντι στη μηδενική και μηδενιστική αμφισβήτηση κάποιων άδειων εγκεφάλων και ψυχών. Επειδή η ίδια ήταν πάντοτε σκεπτόμενο άτομο και αμφισβητούσε γόνιμα ό,τι έβλεπε ή άκουγε, δεν λειτουργούσε ποτέ με παρωπίδες και ήταν πάντοτε ανοιχτή σε ό,τι καινούργιο και διαφορετικό (άσχετα αν το αποδεχόταν ή όχι). Το ίδιο ήταν και η θρησκεία γι’ αυτήν. Ένα σύνολο ιδεών που το αποδεχόταν ή το απέρριπτε κριτικά και το αξιολογούσε επιστρατεύοντας τη λογική, αλλά και το συναίσθημα.
Παρατήρησε τον χώρο γύρω της. Ήταν μία αρκετά μεγάλη εκκλησία παρόλο που βρισκόταν σε ένα απομονωμένο χωριό του νησιού της θερινής της ανάπαυλας με λίγους και ως επί το πλείστον, ηλικιωμένους κατοίκους. Είχε πολλές, αλλά ξεφτισμένες αγιογραφίες στους τοίχους. Τα χαρακτηριστικά των προσώπων ξεχώριζαν μόλις και μετά βίας. Το ίδιο και με τις εικόνες. Λίγες και παμπάλαιες. Το ξύλο κάπως φθαρμένο, τα χρώματα ξεθωριασμένα. Μία μόνο μεγάλη εικόνα υπήρχε δίπλα σε ένα μικρό μανουάλι με λιωμένα κεριά, ξεχασμένα για καιρό, που τα υπολείμματα τους άφηναν ένα παχύρρευστο στρώμα, δύσκολο να αφαιρεθεί πια. Όπως οι αναμνήσεις μας, εάν δεν σβήσουν έγκαιρα από το μυαλό και την καρδιά, σχηματίζουν μία κρούστα που μας βαραίνει και την κουβαλάμε. Και σταδιακά μαθαίνουμε να την κουβαλάμε και να μας ευχαριστεί κιόλας ή τουλάχιστον, να το συνηθίζουμε...
Η εκκλησία πρέπει να ήταν αφιερωμένη στη Γέννηση της Θεοτόκου, όπως κατάλαβε από μία σχετική εικόνα εκεί δίπλα, κι αυτή παλιά και χωρίς λαμπερά χρώματα. Μόνο κάποιες αχνές φιγούρες της μπορούσε να τις ξεχωρίσει ένα έμπειρο στην τέχνη μάτι και να τις κατανοήσει ένας άνθρωπος που έχει μία κάποια γνώση από βυζαντινή ιστορία και τέχνη και φυσικά, κάποια λεπτά συναισθήματα.
Η Αλεξάνδρα όμως, μπορούσε να το κάνει, καθόσον τύγχανε να είναι φιλόλογος με μεταπτυχιακές σπουδές στη βυζαντινή αρχαιολογία. Μάλιστα, είχε ασχοληθεί και με την αγιογραφία από την παιδική της ηλικία, τότε που τα παιδιά είναι ξέγνοιαστα και μπορούν να επιλέγουν και να αναπτύσσουν τα χόμπι τους, τις λεγόμενες εξωσχολικές δραστηριότητές τους, ανεπηρέαστα από τη χρησιμοθηρική αντιμετώπιση και κριτική θεώρηση της γνώσης και των ευρύτερων επιλογών τους. Η αγιογραφία πάντοτε την συνάρπαζε, καθώς αποτελούσε ένα εξαιρετικό μέσο έκφρασης των προσωπικών της συναισθημάτων, αλλά και των ενδόμυχων φόβων, φοβιών και ανασφαλειών της. Όσο περίεργο κι αν φαίνεται.
Στην πραγματικότητα, δεν είναι καθόλου περίεργο. Ο άνθρωπος φοβάται το θείο. Νιώθει δέος γι’ αυτό που αποκαλείται θεός, είτε επρόκειτο για Χριστό, Αλλάχ ή Βούδα, γιατί αντιλαμβάνεται ότι επρόκειτο για μία δύναμη ανώτερή του, παντοδύναμη και απρόσιτη, απροσπέλαστη στην περιορισμένη νοημοσύνη του. Κι όμως, το μυαλό του ανθρώπου δεν είναι καθόλου περιορισμένο. Αυτό η Αλεξάνδρα πάντα το πίστευε. Το μυαλό ήταν πάντοτε ο καλύτερος της σύμμαχος. Όλα τα επεξεργαζόταν,
κάθε απόφαση την σκεφτόταν δύο και τρεις φορές προτού την εφαρμόσει. Κάθε τι που γινόταν πράξη στη ζωή της σήμαινε ότι είχε περάσει από τα σαράντα -και βάλε- κύματα της διεξοδικής επεξεργασίας της και αμφισβήτησής της. Έτσι και με την αγιογραφία. Ζωγράφιζε τις μορφές με την αγωνία, την αμφιβολία, τον πόνο, τον σκεπτικισμό ή τη χαρά και την ανακούφιση, τη συμπόνοια και τη φιλευσπλαχνία, συναισθήματα που και η ίδια έτρεφε για τον εαυτό της ή για άλλους ανθρώπους.
Έτσι, βρίσκοντας καταφύγιο σε μια εκκλησία, ένιωσε ότι βρέθηκε σε έναν οικείο για εκείνη χώρο, με αποτέλεσμα να ενσωματωθεί αμέσως. Οι άγιες μορφές της ήταν γνώριμες κι ας ήταν ξεθωριασμένες και τα υπολείμματά τους -απομεινάρια – αποδείξεις μιας αλλοτινής εποχής- φαίνονταν μετά βίας υπό το φως των καντηλιών που μόλις είχε ανάψει με έναν αναπτήρα που είχε μαζί της. Κάπνιζε περιστασιακά. Ήταν ένα αγχολυτικό για εκείνη. Κι ένα μυστικό. Ήξερε κατά βάθος ήταν κατά κάποιον τρόπο μια διχασμένη προσωπικότητα, καθόσον ήταν πολύ αυστηρή με τον εαυτό της και ο αυτοέλεγχος και η αυτοπειθαρχία αποτελούσαν βασικά χαρακτηριστικά της, αλλά
κατά βάθος έκρυβε έναν επαναστάτη. Και μάλιστα, ενίοτε και χωρίς αιτία. Ή έστω, χωρίς μια λογική αιτία.
Η βροχή δυνάμωνε και άρχισε να νιώθει μια ελαφρά ανασφάλεια όταν είδε το σπινθηροβόλο φως ενός κεραυνού. Το κινητό της άλλοτε έπιανε αμυδρό σήμα κι άλλοτε όχι. Τί ήθελε να έρθει εκδρομή εδώ; Σε αυτό το βουνό, σε αυτό το χωριό, σε αυτό το μέρος; Εδώ είχε έρθει με εκείνον πριν χαθεί από η ζωή της, πριν βιώσει το πένθος. Είχε έρθει στη ζωή της ξαφνικά και είχε φύγει ακόμη πιο ξαφνικά. Σε μια ομαδική ξενάγηση στην Εθνική Πινακοθήκη τον είχε συναντήσει. Η οξυδέρκειά του και η αγάπη του για την τέχνη την είχε γοητεύσει. Όμως, δεν ήξερε πόσο βαθιά προβληματικός ήταν στην ουσία αυτός ο άνθρωπος. Ναρκισσισμός και επιδειξιομανία τον διακατείχαν, με αποτέλεσμα να αμαυρώνουν τη μαγική εικόνα που θα μπορούσε να εμπνεύσει στους άλλους χάρη στην πνευματώδη προσωπικότητά του.
Όμως, η Αλεξάνδρα είχε μείνει προσκολλημένη ακριβώς σε αυτήν την πνευματικότητα και συνέχιζε να τον σκέφτεται. Στην πραγματικότητα, ήταν σα να εξακολουθούσε να είναι μαζί του ακόμα μέσα από ένα πρίσμα πνευματικής, ανολοκλήρωτης και ανεκπλήρωτης ερωτικής σχέσης. Καθαρά πλατωνικό σχήμα, υπερβολικά ρομαντικό, θα σκεφτόταν ενδεχομένως κάποιος ψυχρά ορθολογιστής.
Όμως, την Αλεξάνδρα δεν την ενδιέφεραν πλέον τα σχόλια και οι απόψεις των άλλων (όπως παλαιότερα). Ήθελε να είναι ελεύθερη να σκέφτεται, να αισθάνεται και να πράττει ό,τι επιθυμεί και όπως το θεωρεί η ίδια ορθό. Παρέμενε πεισματικά ανένδοτη σε αυτήν την πεποίθησή της, απόρροια της ωριμότητάς της μέσα από τα διαβάσματά της, την επαφή της με την τέχνη, τις προσωπικές της μελέτες και αναζητήσεις. Και όλη αυτή η καλλιέργεια της ποιότητάς της οφειλόταν και στην ψυχοθεραπεία, μια διαδικασία που είχε αναζητήσει και εμπιστευτεί με τη θέλησή της, χωρίς την επιβολή από κανέναν.
Σκεπτόμενη όλα αυτά, εκείνον, το πόσο την επηρέασε και την άλλαξε η σχέση τους, τη σκληρότητα που την ώθησε να αναπτύξει, την τεράστια μεταβολή του χαρακτήρα της και κατά συνέπεια, του επαγγελματικού της προφίλ, των επιθυμιών της, των οικογενειακών της σχέσεων, ένιωσε να κουράζεται. Η ψυχική και πνευματική κούραση μεταφέρεται και στο σώμα κι έτσι, ένιωσε -αναπόφευκτα- τα βλέφαρά της να βαραίνουν. Ήταν από τη σωματική ή την ψυχική κόπωση άραγε; Η νύστα και η ταλαιπωρία την έκαναν να νυστάζει και να θολώνουν όλα γύρω της ή τα δάκρυα που πλημμύριζαν τα μάτια της, καθώς οι αναμνήσεις από την τελευταία εκδρομή τους σε αυτό το μέρος την πλημμύριζαν;
Πού βρέθηκαν τόσες μνήμες σκέψεων και συναισθημάτων; Πόσο περίπλοκα τελικά λειτουργεί αυτός ο μηχανισμός της μνήμης; Πόσο περίπλοκος είναι ο ανθρώπινος εγκέφαλος; Πόσο βαθιά θαμμένα μπορούν κάποια πράγματα να μένουν κρυμμένα μέσα μας και να βγαίνουν απροειδοποίητα στην επιφάνεια την πιο ακατάλληλη -ή μήπως κατάλληλη;- στιγμή; Και πόσο σημαντική είναι τελικά αυτή η στιγμή μέσα στην αιωνιότητα του σύμπαντος; Σίγουρα, πολύ σημαντική για τον καθένα μας ξεχωριστά.
Έτσι και τώρα για την Αλεξάνδρα. Η βροχή έπεφτε ορμητικά πια, όπως ακριβώς και τα δάκρυά της. Παράσερνε χώματα, πέτρες, ξυλαράκια, όλα τα υλικά του δάσους για να διαβρώσει το έδαφος και να το αναδιαμορφώσει όπως αυτή θέλει. Η φύση είναι άλλωστε, παντοδύναμη, μητέρα, τροφός και δάσκαλος για τον άνθρωπο και την ανθρωπότητα ανά τους αιώνες. Κι αυτή η σκληρότητά της μπορεί να οδηγήσει σε μια καλλιτεχνική δημιουργία και δημιουργικότητα. Η τέχνη εξάλλου, απαιτεί και σκληρότητα. Η Αλεξάνδρα αυτό το γνώριζε καλά και μάλιστα, από βιωματική πλευρά. Πόσες φορές δεν είχε έρθει η μορφή του αβίαστα στο μυαλό της όταν σχεδίαζε τη μορφή ενός αγγέλου ή ενός Αγίου ή ακόμη και του ίδιου του Χριστού;
Η βροχή δυνάμωνε ολοένα και περισσότερο και το ίδιο και το κλάμα της. Ήθελε τόσο πολύ να ξεσπάσει τα ανάμεικτα συναισθήματά της – πόνο, θλίψη, αγωνία για το μοναχικό μέλλον, θυμό, οργή- στη ζωγραφική της, στις άγιες μορφές της. Αλλά δεν μπορούσε τώρα… Και συνέχιζε να κλαίει σιωπηλά με τους λυγμούς να της τραντάζουν τους ώμους και μετά, όλο το λεπτό κορμί της …
Το εκτυφλωτικό φως δεν κατάλαβε από πού προερχόταν. Το είδε ξαφνικά μπροστά της. Μια απαστράπτουσα μορφή με το πρόσωπο εκείνου παρουσιάστηκε απροσδόκητα και ανεξήγητα, τυλιγμένη σε ένα υπερκόσμιο και άκτιστο φως. Ήταν σαν όραμα, ένα θέαμα που δεν μπορούσε να το πιστέψει. Προς στιγμήν νόμιζε ότι ονειρευόταν, αλλά όταν συνειδητοποίησε πως ήταν ξύπνια και πως η μορφή αυτή είχε προβληθεί εμπρός της ως δια μαγείας, άρχισε να ανησυχεί και ταυτόχρονα να απορεί. Δεν ένιωθε -παραδόξως!- φόβου ούτε τρόμο (όπως θα ήταν το ανθρώπινο και το εύλογο σε μια τέτοια περίπτωση, άλλωστε). Το μόνο που ήθελε ήταν να κοιτάζει το πρόσωπό του, που τόσο μα τόσο της είχε λείψει. Αυτή τη μελαγχολική ομορφιά και εκφραστικότητα των ματιών του, το γλυκό μειδίαμα των απαλών γραμμών από τα χείλια του, όλη η ηρεμία που απέπνεαν οι χαλαροί μύες αυτού του προσώπου, όλα αυτά την έκαναν να αισθάνεται μοναδικά και άρρητα συναισθήματα.
Ήταν κυριολεκτικά σαν υπνωτισμένη ώστε να θεωρεί πως ίσως η ελλιπής δόση των ηρεμιστικών της (πάντοτε έπαιρνε σε τακτική βάση μετά τον χωρισμό τους) να την είχε φέρει σε αυτήν την κατάσταση. Νόμιζε πως ήταν μια ψευδαίσθηση, ένα αποκύημα της φαντασίας της, αλλά ταυτόχρονα, ήταν τόσο πεπεισμένη πως ήταν μια υπερανθρώπινη πραγματικότητα, μια μοναδική εμπειρία που μόνο λίγοι μπορούσαν να βιώσουν. Κατόπιν -σκεφτόταν- θα ένιωθε υπερήφανη και πολύ τυχερή που μπόρεσε μόνο αυτή να βιώσει μια τέτοια κατάσταση.
- Με εμπιστεύεσαι; ρώτησε -με κάποια δειλία στη φωνή- η υπερκόσμια φιγούρα.
- Πάντα σε εμπιστευόμουν, ψέλλισε με μια πρωτόγνωρη όμως αυτοπεποίθηση η Αλεξάνδρα. Δεν ξέρω γιατί δεν το κατάλαβες ή δεν το δέχτηκες, συμπλήρωσε, αλλά αμέσως το μετάνιωσε μην τυχόν και τον στεναχωρήσει. Δεν άξιζε ούτε άρμοζε στεναχώρια σε μια τέτοια ομορφιά, απαράμιλλη και άφατη, ανεξήγητη και πέραν της ανθρώπινης λογικής.
- Έλα μαζί μου. Θα πάμε σε μια όμορφη πολιτεία, όπως μας αξίζει, μακριά από εδώ.
Η Αλεξάνδρα βγήκε στη βροχή και περπάτησε με δυσκολία. Τα πόδια της βρέχονταν και πληγώνονταν από τα μικρά και μεγάλα ξερόκλαδα και τις πετρούλες που η βροχή τίναζε στις πατούσες και τις γάμπες της. Η υγρασία την περόνιαζε, τρύπαγε κάθε κύτταρο του κορμιού της. Το νερό της βροχής είχε κάνει τα ρούχα της να κολλούν επάνω της. Το κορμί της διαγραφόταν, πότε αδυνάτισε τόσο πολύ;
Ένα φως φάνηκε στον ορίζοντα. Ήξερε ότι βρισκόταν αρκετά μακριά από το σημείο όπου περπατούσε, αλλά ήταν αποφασισμένη να φτάσει έως εκεί, γιατί αυτό το φως όχι μόνο ήταν υπερκόσμιο, αλλά συνοδευόταν και από έναν εξίσου υπερκόσμιο και άφατο ήχο. Έναν ήχο γλυκύτατο, απερίγραπτο, σχεδόν ακατάληπτο. Η ομορφιά του δεν μπορούσε να αποδοθεί με λόγια, η γλώσσα φαινόταν τόσο φτωχή και φτωχική μπροστά σε αυτήν την αρχέγονη ωραιότητά του. Άξιζε λοιπόν, κάθε κόπο και ρίσκο για να τον φτάσει…
***
Ο Άγγελος Αναστασίου άφησε την εφημερίδα του στο τραπέζι, δίπλα στο φλιτζάνι με το αρωματικό του τσάι. Η γεύση καραμέλα – βανίλια ήταν και η δική της αγαπημένη και από όταν την αποχωρίστηκε αποφάσισε να κρατήσει μόνο τη γεύση των φιλιών της και το άρωμα της ανάσας της. Εξάλλου, τα ζεστά ροφήματα ήταν απαραίτητα σε έναν τραγουδιστή της λυρικής σκηνής και ο καφές απαγορευόταν λόγω του ότι όφειλε να
διατηρεί την ψυχική του ισορροπία για να μπορεί να ψυχογραφεί τους ήρωές του και να εισέρχεται στη δική τους ιδιοσυγκρασία, να γίνεται ευκολότερα ένας άλλος.
Όμως, αυτή η είδηση που μόλις διάβασε, αυτή η φωτογραφία που μόλις είχε δει ήταν αρκετές για να τον κλονίσουν, όπως κανένας καφές όποιας ποικιλίας και όσο δυνατός κι αν ήταν δεν θα μπορούσε ποτέ να κάνει. Παράτησε το φύλλο και βγήκε στο μπαλκόνι του διαμερίσματός του -ένα νεοκλασικό του κέντρου της Αθήνας, οικογενειακή κληρονομιά- για να εισπνεύσει λίγο αέρα. Χρειαζόταν περισσότερο οξυγόνο. Η μορφή αυτή είχε καρφωθεί στο μυαλό του. Δεν μπορούσε να το διανοηθεί. Και πώς θα ανασυγκροτούσε τώρα τις δυνάμεις του -ψυχικές, σωματικές και πνευματικές- για να ανταπεξέλθει στα απαιτητικά επαγγελματικά του, στον καινούργιο του ρόλο στην όπερα που θα ανέβαινε σε λίγες ημέρες, στις εξαντλητικές πρόβες, στις δημόσιες σχέσεις του για την προβολή της παράστασης κτλ. κτλ. … ένας κατάλογος καθηκόντων, μακρύ σα περγαμηνή της ελληνιστικής εποχής, τον περίμενε. Και όλα πια, πιο ανούσια από ποτέ…
Η Αλεξάνδρα Σωτηροπούλου, η τριαντάχρονη αγιογράφος, βρέθηκε νεκρή σε μια σπηλιά στο δάσος του χωριού Καράνου των Χανίων Κρήτης κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Η αστυνομία εξετάζει εξονυχιστικά την περιοχή για να εντοπίσει τα αίτια. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν μια εγκληματική πράξη. Αυτά γράφονταν στο φύλλο της εφημερίδας εκείνο το πρωινό.
Και το πιο περίεργο … Η φωτογραφία του πτώματος έδειχνε μια κοπέλα ήρεμη και σχεδόν χαμογελαστή. Σα να κοιμόταν και να έβλεπε ένα όμορφο όνειρο. Ένα όνειρο με τον αγαπημένο της, τον φύλακα άγγελό της, να την οδηγεί στον δικό τους παράδεισο…