Η γυναίκα που είχε στην πλάτη της φτερά – Νικολέττα-Ανθή Βέλλη

Νικολέττα-Ανθή Βέλλη

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΤΗΣ ΦΤΕΡΑ

Στη μνήμη της αγαπημένης μου καθηγήτριας Μαίρης Τριγωνοπούλου

Μια φορά και έναν καλό καιρό υπήρξε μία γυναίκα η οποία άλλαζε τη ζωή κάθε ανθρώπου που τύχαινε να γνωρίζει. Όποιος διάβαινε από τον δρόμο της και τη συναντούσε έφευγε με ένα φωτεινό αστέρι πάνω στο κεφάλι του το οποίο τον συνόδευε σε όλη την υπόλοιπη ζωή του. Αν τύχαινε καμιά φορά και το ξεχνούσε τότε μία γλυκιά ανάμνηση επέστρεφε στο νου του και του το θύμιζε ξανά. Η γλυκιά ανάμνηση της Μαίρης. Κάθε ανάμνηση και ένα χαμόγελο, κάθε ανάμνηση μια βουτιά στο φως. Οι αναμνήσεις έκαναν το αστέρι του καθενός ακόμη πιο λαμπερό. Όποιος την έφερνε πιο πολλές φορές στο νου του είχε και το πιο φωτεινό αστέρι. Το αστέρι της Μαίρης. Κάθε συνάντηση μαζί της και ένα δώρο.

Πόσοι άνθρωποι δεν είχαν εκπλαγεί από την ερώτηση που τους έκανε: «Είσαι ευτυχισμένος;» «ξέρεις Μαίρη, δεν είμαι δυστυχισμένος» «Φτάνει αυτό;» «Όχι;»

Και τότε ξεκινούσε το ταξίδι με συνοδοιπόρο τη Μαίρη Τριγωνοπούλου, επάγγελμα, ψυχολόγος. Ήταν περισσότερο πνευματική μητέρα παρά ψυχολόγος. Κάθε συνεδρία μαζί της ήταν συνεδρία αγάπης. Η Α. κάθε φορά που τη συναντούσε σκεφτόταν ότι τίποτα δεν τελειώνει εδώ, τα πάντα συνεχίζονται και μετά. «Σε γνώρισα στη γη, όμως θα είμαστε μαζί και στην αιωνιότητα. Δεν θέλω να σε χάσω ποτέ».

Μόνο όταν αγαπάς μπορείς να σώσεις ψυχές, να τις πάρεις στα χέρια σου για να γλυκάνεις τον πόνο από τα τραύματα τους. Μόνο όταν αγαπάς τον άλλον γίνεσαι ικανός να τον βοηθήσεις. Η αγάπη είναι μια άλλη οπτική η οποία διαφέρει από την καθημερινότητα. Είναι ένα παράλληλος δρόμος πιο κοντά στον ουρανό.

Θυμάμαι την τελευταία μας συνεδρία.

« Γιατί αδυνάτισες Μαίρη για να ζηλέψω;»

«Όχι, για να χαρείς»

Σε κοίταξα σιωπηλά και ντροπιασμένη. Μετέτρεψες τη ζήλια σε χαρά μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Πάντα το ανάποδο το έφερνες στην ορθή του θέση.

Μόνο που εκείνη τη μέρα το χρώμα σου ήταν χλωμό πολύ – επειδή αδυνάτισες σκέφτηκα. Τι άλλο να σκεφτώ; Οι καλοί άνθρωποι σαν και σένα δεν παθαίνουν τίποτα. Είναι εκεί πάντα για τους άλλους. Μας αγάπησες τόσο που σε νιώσαμε σαν δεύτερη μάνα μας. Δεν είχες δικά σου παιδιά, όμως για εμάς ήσουν η πνευματική μας μητέρα. Εσύ μας μίλησες για αγάπη, την είδαμε μέσα στο βλέμμα σου, στα λόγια σου, στο ενδιαφέρον σου, στο χαμόγελό σου.

Μας έμαθες να αγαπάμε τον εαυτό μας και τον άλλον. Να συγχωρούμε για να μπορούμε να χωράμε ό ένας μέσα στην ψυχή του άλλου.

Στα σαράντα εννέα σου χρόνια έφυγες από μια ασθένεια. Ποτέ δεν πιστέψαμε ότι η Μαίρη μας θα μπορούσε να νικηθεί από μια αρρώστια. Το κοιμητήριο γέμισε από αστέρια. Το ένα φωτεινότερο από το άλλο. Ήταν εκεί για να μας θυμίσουν ότι δεν είσαι νικημένη αλλά νικήτρια. Τα αόρατα φτερά που είχες στην πλάτη σου, όσο ήσουν στη γη, άνοιξαν και φτερούγισαν διασχίζοντας τα ουράνια στρώματα.

Η γυναίκα που είχε στην πλάτη της φτερά άφησε πίσω της κληρονομιά στη γη τα φωτεινότερα αστέρια και σε όποιο φτάνει η ώρα του να σβήσει τρέχει να το πάρει αγκαλιά για να το μεταφέρει στο αληθινό θεϊκό φως που κατοικεί στον ουρανό.

Νικολέττα- Ανθή Βέλλη