Μη με πετάς καλύτερα δώσε με – Νικολέττα Βέλλη
Μη με πετάς καλύτερα δώσε με
Νικολέττα Βέλλη
1ο Κεφάλαιο
ΠΡΙΝ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Παραμονές Χριστουγέννων. Οι ετοιμασίες για την υποδοχή της αγαπημένης γιορτής είναι στα φόρτε τους. Ψώνια, στολισμοί, δώρα, οι κουζίνες γιορτάζουν ψήνοντας μελομακάρονα, δίπλες και κουραμπιέδες. Χριστουγεννιάτικα δέντρα πηγαινοέρχονται στους δρόμους φορτωμένα είτε σε κάποια πλάτη, είτε σε κάποια αμάξια, σε μηχανές, όπως μπορεί ο καθένας. Τα παιδιά αγοράζουν τα καινούρια τους τρίγωνα ελπίζοντας ότι φέτος οι άνθρωποι θα είναι πιο γενναιόδωροι ακούγοντας τα κάλαντα. Οι εκκλησίες προετοιμάζονται εδώ και σαράντα μέρες με όμορφες ακολουθίες και ύμνους να υποδεχθούν τη γέννηση του Θεανθρώπου. Η ελπίδα γεννιέται. Ο ουρανός χαμογελάει. Οι καρδιές χτυπάνε χαρμόσυνα σαν μικρές καμπανούλες. Έτσι και οι καρδούλες στο σπίτι της οικογένειας Δουκάκη χτυπούν με το ρυθμό των Χριστουγέννων.
— Παναγιώτη έφερες το δέντρο;
— Ναι αγάπη μου. Το έχω βάλει στο σαλόνι. Πάω να βγάλω από τη σοφίτα τα
στολίδια.
— Αγόρασα και κάποια φετινά. Νομίζω πως αγόρασε και η Αγάπη κάποια.
— Ωραία, τέλεια. Πήγαινε στο σαλόνι κι έρχομαι.
Ένα πανέμορφο έλατο στέκεται στην άκρη του σαλονιού φυτεμένο μέσα σε μία πελώρια γλάστρα.
Αχ έλατο, αχ έλατο, μ' αρέσεις πως μ' αρέσεις!
Τι ωραία την Πρωτοχρονιά
μας φέρνεις δώρα στα κλαδιά
αχ έλατο, αχ έλατο, μ' αρέσεις πως μ' αρέσεις!
Αχ έλατο, αχ έλατο, τι δίδαγμα η στολή σου!
Ελπίδα εμπνέει σταθερή
και θάρρος πάντα στη ζωή
αχ έλατο, αχ έλατο, μ' αρέσεις πως μ' αρέσεις!
Αχ έλατο, αχ έλατο, τα πράσινά σου φύλλα!
Τα βγάζεις με καλοκαιριά
και τα φορείς με το χιονιά.
Αχ έλατο, αχ έλατο, τα πράσινά σου φύλλα!
Η Μαρία υποδέχτηκε το αγαπημένο της έλατο με το ανάλογο χριστουγεννιάτικο τραγούδι. Πήγε στο cd κι έβαλε να παίζουν χριστουγεννιάτικα τραγούδια αρχίζοντας από την Άγια Νύχτα. Κλειδιά ακούστηκαν στην πόρτα και η Αγάπη, η κόρη της Μαρίας και του Παναγιώτη εμφανίστηκε κρατώντας σακούλες από εμπορικά μαγαζιά. Μία από αυτές ήταν με χριστουγεννιάτικα στολίδια. Αγγελάκια, αστεράκια, φεγγαράκια, καμπανούλες, φιόγκοι, καραβάκια. Λευκά, κόκκινα και χρυσά. Φέτος συμβαίνει και το εξής σπάνιο και όμορφο στην Ελλάδα. Λευκές νιφάδες χιονιού πέφτουν εδώ και μέρες στην Αθήνα συμπληρώνοντας το γιορτινό τοπίο λες και είναι χολιγουντιανό σκηνικό.
— Καλησπέρα κορίτσι μου.
— Καλησπέρα μανούλα μου. Καλά Χριστούγεννα. Δέκα μέρες έμειναν. Τρέχουν τα σάλια μου όταν σκέφτομαι την τηγανιά μετά την εκκλησία.
— Τέτοιες σκέψεις δεν βοηθάνε στη νηστεία. Αν σκέφτεσαι το φαγητό από
τώρα δεν σε βλέπω να αντέχεις μέχρι τέλος.
— Κάνεις λάθος και το ξέρεις. Πεινάω σαν λύκος αυτή τη στιγμή. Τί άλλο
θέλεις να σκεφτώ;
— Έχω φτιάξει αρακά λεμονάτο όπως σου αρέσει.
— Τρέχω στην κουζίνα. Ο μπαμπάς;
— Στη σοφίτα. Κατεβάζει τα στολίδια.
— Ανυπομονώ να δω τα αγγελάκια μου. Μου λείψανε.
— Τι σου λείψανε; Τον Ιούλιο τα ξεστόλισες. Δεν τα άφηνες μέχρι και τα φετινά Χριστούγεννα; Να, δες πως πέρασε ο καιρός.
- Μη με κοροϊδεύεις. Ξέρεις πόσο αγαπάω τα αγγελάκια μου.
Κούτες ακούστηκαν να πέφτουν από τις σκάλες. Κολοτούμπες έκαναν κι
Έτρεχαν.
— Παναγιώτη τι συμβαίνει;
— Βιάζονται να κατέβουν οι ανυπόμονες. Σε αυτό το σπίτι η υπομονή είναι άγνωστη λέξη.
Γέλια ακούστηκαν από τις δύο αγαπημένες γυναίκες του Παναγιώτη. Η ζωή του όλη ήταν αυτές οι γυναίκες. Αλλά επειδή είχε μεγάλη καρδιά και απόθεμα καλοσύνης αυτή η καρδιά, χωρούσε και άλλη μία γυναίκα. Την πεθερά του τη Σοφία. Η Σοφία που σοφία δεν είχε. Έτσι έλεγε η ίδια για τον εαυτό της. Ήταν πολύ σκληρή με τον εαυτό της και δεν το έκρυβε στιγμή. Δε δικαιολογούσε και δε συγχωρούσε κάποιες λάθος επιλογές και αποφάσεις που είχε πάρει για τη ζωή της. Δεν τα έβαζε με κανέναν άλλον παρά μόνο με την ίδια.
Είχε ένα διαμέρισμα δύο τετράγωνα πιο κάτω από τα παιδιά της. Παρόλα τα χρόνια της, χαιρόταν την ανεξαρτησία της και ευτυχώς η καλή της υγεία τη βοηθούσε να είναι αυτοσυντήρητη. Βέβαια οι ανταλλαγές επισκέψεων ήταν συχνές και καθημερινές.
— Η γιαγιά πότε θα έρθει για να στολίσουμε το δέντρο;
— Θα πάω να την πάρω σε λίγο. Σου άρεσε ο αρακάς;
— Γιατί είχες αμφιβολίες;
— Πάντα έχω. Είμαι ανασφαλής όσον αφορά το μαγείρεμα και πάντα θέλω να μου λένε πόσο ωραία μαγείρεψα.
— Μανούλα μου πόσο ωραία μαγείρεψες! Είπε η Αγάπη σηκώνοντας τα χέρια για μια μεγάλη αγκαλιά.
Οι αγκαλιές σε αυτό το σπίτι είναι πια θεσμός. Η καθημερινότητά τους περιέχει τουλάχιστον 15 αγκαλιές τη μέρα.
— Ελάτε κορίτσια. Αρχίζουμε το στόλισμα.
— Πάω να φέρω τη γιαγιά σου.
Η Μαρία έφυγε να φέρει τη μητέρα της και η Αγάπη μπήκε στο σαλόνι
προσφέροντας μια αγκαλιά στον πατέρα της.
— Τί κάνει το κοριτσάκι μου; Πώς πήγε η δουλειά; Έφαγες; Είσαι κουρασμένη ομορφιά μου;
— Θα με αφήσεις να απαντήσω σε όλες αυτές τις ερωτήσεις ή έχεις κι άλλες πολλές ακόμη; Μια χαρά είμαι, ξεκούραστη, στη δουλειά ήταν μια όμορφη μέρα και έφαγα τον υπέροχο αρακά της μαμάς. Ικανοποιημένος;
— Απόλυτα.
— Εσένα πως ήταν η μέρα σου;
— Δόξα τω Θεό. Ήσυχη και δημιουργική.
— Το δημιουργική μπορώ να το καταλάβω αλλά ήσυχη μέρα σε σχολείο με μαθητές, τι να σου πω; Περίεργο ακούγεται.
— Αν εννοείς το θόρυβο και τη φασαρία των παιδιών, αυτά πια είναι απλά εύηχα τιτιβίσματα στ’ αυτιά μου. Δεν ξέρω αν μπορώ πια να ζήσω χωρίς αυτά.
— Είναι ήσυχα παιδιά γενικά ή υπάρχουν κι εκείνα που προκαλούν φασαρίες;
— Όλα καλά είναι. Κάποια παιδιά αγωνίζονται, κάποια όχι. Όλα έχουν τα
χαρίσματα τους. Έχω έναν μαθητή, το γέλιο που έχει δεν λέγεται. Δεν είναι ποτέ διαβασμένος και κάθε φορά κάνει σαν να είναι η πρώτη φορά. «Αχ κύριε, σήμερα ήρθα απροετοίμαστος, μου έτυχε κάτι σοβαρό οικογενειακό που δεν πρόλαβα να διαβάσω. Χίλια συγνώμη.» Άλλη μέρα, «Κύριε, είχαμε διακοπή ρεύματος και δεν έβλεπα να διαβάσω» ή «είχα πυρετό», «είχα πονόκοιλο» «η μαμά μου χάθηκε στη λαϊκή και την έψαχνα.»
— Αυτό ήταν το καλύτερο. Φαντάσου πόσα ψέματα λέει στους γονείς του, στους φίλους του και γενικά στο περιβάλλον του.
Η πόρτα άνοιξε και η Σοφία μπήκε μέσα φέρνοντας μελομακάρονα φρεσκοψημένα, φρεσκομελομένα με μπόλικο καρύδι. Δεν έχασαν χρόνο. Τα εύγεστα παραδοσιακά γλυκά εξαφανίστηκαν. Η χαρά της εύγεστης απόλαυσης απεικονιζόταν στα πρόσωπα όλων.
— Πεθερούλα μου νωρίς δεν τα έφτιαξες τα μελομακάρονα; Μέχρι τα Χριστούγεννα δε θα υπάρχουν.
— Για δοκιμή τα έφτιαξα. Θα κάνω ξανά για τα Χριστούγεννα. Επίσης, θα φτιάξω κουραμπιέδες και δίπλες.
Της Αγάπης τα μάτια βούρκωσαν από συγκίνηση.
— Αχ γιαγιά μου, τι θα κάναμε χωρίς εσένα! Τι όμορφα που φτιάχνεις τόσα πράγματα για τα Χριστούγεννα. Πόσο με συγκινούν οι ετοιμασίες των γλυκών. Θα με αφήσεις να σε βοηθήσω;
— Φυσικά αγάπη μου, αρκεί φέτος να το θυμηθείς.
Η Αγάπη κατέβασε τα μάτια προς τα κάτω νιώθοντας ντροπή για την περσινή της παράλειψη να ξεχάσει το ραντεβού της με τη γιαγιά της για να φτιάξουν μαζί τα χριστουγεννιάτικα γλυκά.
Η Σοφία μισογέλασε προσπαθώντας να κρατήσει τη σοβαρότητα της.
— Ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω πώς το ξέχασα. Το ότι είχα απορροφηθεί στη βιβλιοθήκη τόσο πολύ δεν μου το δικαιολογώ. Πώς έχασα τέτοια εμπειρία και πώς σου το έκανα αυτό. Να με περιμένεις και εγώ να το ξεχάσω.
— Σου το δικαιολογώ εγώ κορίτσι μου. Και αυτό έχει σημασία. Έχασες την
εμπειρία των χριστουγεννιάτικων γλυκών αλλά χάρισες χαρά σε ένα φοιτητή βοηθώντας τον με την πτυχιακή του, ή νομίζεις ότι δεν το έμαθα;
— Αχ γιαγιά μου. Είσαι η καλύτερη γιαγιά του κόσμου όλου, είπε η Αγάπη,
ανοίγοντας αυτά τα χέρια που είχαν πάντα έτοιμη μια αγκαλιά για όλους.
— Αν είναι να το ξεχάσεις για τον ίδιο λόγο ή για κάποιον παρόμοιο, χαλάλι σου, είπε η Σοφία προσφέροντας της μια τρυφερή αγκαλιά.
— Θα στολίσουμε καμιά φορά; φώναξαν ο Παναγιώτης και η Μαρία.
Μια ποικιλία από χριστουγεννιάτικα στολίδια απλώθηκαν σαν χρυσαφοκκόκινη θάλασσα Η Αγάπη με τα πυρόξανθα μακριά μαλλιά της και το λυγερό κορμί της φάνταζε σαν κόρη μιας θαλασσοχώρας ονειρικής κάποιου παραμυθιού. Μες στο σαλόνι η παρουσία της ακτινοβολούσε διαχέοντας πυρόξανθες αποχρώσεις σαν τα χρώματα του ήλιου όταν δύει.
Για τους δικούς της όμως ήταν η ανατολή, ο ήλιος τους, η ελπίδα και το μέσον που τους έστειλε ο Θεός για τη σωτηρία τους. Δεν είχαν άλλα παιδιά. Ήταν η μονάκριβη τους κόρη. Ανήμερα τα Χριστούγεννα θα κλείσει τα τριάντα της χρόνια. Ψυχολόγος με μεγάλη έφεση στον εθελοντισμό. Πάντα είχε μια ευαισθησία απέναντι στους πιο αδύναμους και στις ευπαθείς ομάδες. Δεν ήταν λίγες οι φορές που μάλωνε στο σχολείο υπερασπίζοντας παιδιά που έπεφταν θύματα εκβιασμών και κοροϊδιών. Δεν μάσαγε από τέτοια. Τους έδινε και καταλάβαιναν. Οι καθηγητές της τη θαύμαζαν. Είχε κότσια. Όχι σαν εκείνους. Στην τρίτη γυμνασίου συνετέλεσε στην έκδοση της μηνιαίας σχολικής εφημερίδας «Ο Μαθητής». Ήταν υπεύθυνη γα όλα τα θέματα και είχε αναλάβει ως αρθρογράφος στη στήλη της ηθικής και ήθους, όπως την είχε ονομάσει. Αναφερόταν κυρίως σε θέματα συμπεριφοράς, αξιών, αρχών, ηθικής και ήθους όπως ακριβώς το έλεγε και ο τίτλος. Δεν είχε να ζηλέψει κάτι από ένα δημοσιογράφο. Έπαιρνε συνεντεύξεις από καθηγητές, συγγραφείς, ιερείς, ψυχολόγους, καλλιτέχνες. Τα παιδιά την εμπιστεύονταν τόσο πολύ που πάντα μοιράζονταν μαζί της κάποιο πρόβλημα τους, τις ανησυχίες τους, τη συμβουλεύονταν και έτρεφαν μεγάλο σεβασμό στο πρόσωπο της. Μεγάλωνε η ίδια σε ένα περιβάλλον όπου η αγάπη που της προσφερόταν γινόταν γέφυρα που διανύοντας την, έφτανε στις καρδιές των συμμαθητών της. Οι γονείς της εκπαιδευτικοί. Ο πατέρας της δάσκαλος και η μητέρα της Θεολόγος. Οι γονείς της γνωρίζονταν από φοιτητές. Είναι συνομήλικοι και έχουν γεννηθεί την ίδια μέρα, ίδια χρονολογία αλλά διαφορετική ώρα. Ο πατέρας της γεννήθηκε το πρωί και η μητέρα της το βράδυ. Το αγοράκι στην Αθήνα και το κοριτσάκι επίσης στην Αθήνα. Αν συναντήθηκαν τότε δεν το γνωρίζουν. Είναι όμως πολύ πιθανό να αντάλλαξαν όρκους αγάπης από την πρώτη στιγμή της γέννησής τους. Διότι εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν και πολλά μαιευτήρια, είχαν την τύχη να γεννηθούν στο ίδιο. Δύο ψυχούλες είδαν το φως της ζωής και οι σπίθες ενός νέου έρωτα προετοιμάζονταν να γίνουν φωτιά ενός μεγάλου έρωτα. Είναι σίγουροι και οι δύο ότι φεύγοντας από το μαιευτήριο έδωσαν όρκο αγάπης, πίστης, αφοσίωσης, και ραντεβού σε δεκαοκτώ χρόνια. Το αγοράκι το βάφτισαν Παναγιώτη και το κοριτσάκι Μαρία. Γεννήθηκαν 15 Αυγούστου. Κάποιοι λένε ότι κάτι τέτοια γεγονότα είναι απλές συμπτώσεις. Άλλοι λένε πως τίποτα δεν είναι τυχαίο. Πέρασαν λοιπόν δέκα οκτώ χρόνια και τα δύο βρέφη έγιναν νέοι και αριστούχοι μαθητές. Πέρασαν στο πανεπιστήμιο σε διαφορετικές σχολές. Γνωρίστηκαν σε ένα φοιτητικό στέκι. Κοιτάχτηκαν και αυτό ήταν. Το βλέμμα τους ένας ασταμάτητος και ορμητικός χείμαρρος συναισθημάτων. Ο κυρίαρχος και εξουσιαστής των αισθήσεων χτύπησε με τα βέλη του και βρήκε πρόσφορο έδαφος. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν πιστεύουν στον κεραυνοβόλο έρωτα. Οι γονείς της Αγάπης δεν ανήκουν σ’ αυτούς. Δεν μπορεί να εννοηθεί γι’ αυτούς άλλο είδος έρωτα. Δύο άνθρωποι δεν μπορούν να είναι μαζί αν δεν ερωτευθούν από την πρώτη ματιά. «Αν για το κάψιμο κι ενός ακόμα αχυρώνα είναι απαραίτητο τουλάχιστον ένα σπίρτο, για την πυρκαγιά μιας ή και δυο καρδιών φτάνει και μια μόνη ματιά», όπως λέει ο Βίκτωρ Ουγκώ.
Ο Παναγιώτης άρχισε να γράφει ποιήματα. Η Μαρία έγινε η μούσα του, η έμπνευσή του, η πηγή του που έτρεχε συνέχεια για εκείνον γάργαρο δροσερό και αστείρευτο καθαρό νερό. Ζούσαν πάνω στα άσπρα σαν χιονισμένα σύννεφα. Η ζωή τους ευωδίαζε όλες τις ευωδίες της γης και του ουρανού. Ευχαριστούσαν και δοξολογούσαν κάθε μέρα τον καλό Θεό που τους γνώρισε και τους έκανε τόσο πλούσιους. Ένιωθαν οι πιο πλούσιοι άνθρωποι του κόσμου και ας μην είχαν χρήματα ούτε για ένα εισιτήριο λεωφορείου. Έτρωγαν αχόρταγα τον έρωτά τους. Μπορούσαν να περπατούν ώρες και να μην κουράζονται ποτέ.
Μαρία τώρα που σε γνώρισα
Μακριά σου δε φεύγω
Περιπλανώμενος θα ζω
Γύρω από σένα , να σωθώ
Με έμαθες να κοιτώ τον ουρανό
Την πλάση του Κυρίου
Από τα ομορφότερα δημιουργήματά Του
Εσύ, γέννημα ενός μυστηρίου
Όλες τις εποχές, άνοιξη ευωδιάζεις
Εσύ μόνο τη νέα μέρα ξέρεις να χαράζεις
Το βλέμμα σου μέσα μου βαθαίνεις
Πόσο μάτια μου τη χαρά ανασταίνεις!
Κάποιοι στίχοι του Παναγιώτη προς την Μαρία.
Καρπός του έρωτά τους η μονάκριβη τους Αγάπη. Ήρθε στη ζωή τους δίνοντας ακόμη περισσότερο φως, ενέργεια, ζωντάνια και αγάπη στη σχέση τους. Παντού πήγαιναν και οι τρεις μαζί. Δεν την άφηναν ποτέ. Η Αγάπη ένα πολύ όμορφο συμπαθητικό και αρκετά έξυπνο κοριτσάκι πάντα με άποψη, αγαπητή, συγκέντρωνε παντού τα βλέμματα και τα χαμόγελα. Κοινωνική καθώς ήταν, το σπίτι τους ήταν πάντα γεμάτο. Τα πάρτι των γενεθλίων της έμεναν αξέχαστα. Είχε πάντα κοντά της φίλες και φίλους και έτσι δεν ένιωσε ποτέ την ανάγκη για ένα αδελφάκι. Η καλύτερη της φίλη ήταν η Ζωή. Ακόμη συνεχίζει να είναι. Είναι μαζί από το νήπιο. Σπούδασαν και οι δύο ψυχολογία. Έκαναν την πρακτική τους στο ίδιο νοσοκομείο. Μετά η κάθε μία άνοιξε το γραφείο της. Μαζί παρακολουθούν σεμινάρια, ομιλίες, συμμετέχουν και σε μία βιωματική ομάδα. Πέρα όμως από τη δουλειά τους προσφέρουν στον εαυτό τους και την ψυχαγωγία που έχουν ανάγκη. Κινηματογράφος, θέατρο, εκθέσεις βιβλίων αλλά και ουζάκι ή τσιπουράκι όταν το τραβάει η ψυχή τους και αντέχει το στομάχι τους. Ταξιδάκια στη φύση. Η Ζωή φτιάχνει πίνακες από φύλλα δέντρων. Είναι υπέροχοι. Η Αγάπη μαζεύει χόρτα. Τρέλα με τα χόρτα και τις χορτόπιτες. Φτιάχνει τις πιο ωραίες χορτόπιτες.
— Ποιανού η σειρά είναι να βάλει την κορυφή φέτος; ρωτάει ο Παναγιώτης.
— Της γιαγιάς.
— Σιγά μη φτάνω τώρα εγώ στην κορυφή, βάλτε την εσείς για εμένα.
— Όχι γιαγιά, εσύ πρέπει να τη βάλεις. Απαιτείται.
— Ναι, καλά σου λέει η Αγάπη, εσύ πρέπει να τη βάλεις. Μπορείς. Έλα, προσπάθησε, την παρότρυναν η Μαρία και ο Παναγιώτης.
— Οπ ! να το και το αστέρι.
— Χειροκροτήματα από όλη την οικογένεια. Καλά Χριστούγεννα! Είπαν ομόφωνα όλοι. Το cd έπαιζε το μικρό τυμπανιστή. Κεράστηκαν από ένα ποτήρι μαυροδάφνη. Η οικογένεια Δουκάκη ήταν έτοιμη να υποδεχτεί τη Δεσποτική γιορτή.
Υπάρχει και ο θείος Δημήτρης που συνήθως λείπει από τέτοιες εκδηλώσεις. Είναι πολυάσχολος και πιο ψυχρός. Η καρδιά του μένει κάπως αμέτοχη από το πνεύμα των ημερών. Στο γιορτινό τραπέζι όμως είναι πάντα εκεί χαρούμενος και ευδιάθετος.
— Α! δεν σας είπα ποιον συνάντησα σήμερα. Ανοίξτε καλά τα αυτιά σας, τον θείο Δημήτρη.
— Που συναντηθήκατε; ρώτησε η Σοφία.
— Δεν ήταν μόνος.
— Με ποια ήταν; Μάνα και κόρη, ρώτησαν με μια φωνή.
— Και γιατί να ήταν με γυναίκα; Τι σας κάνει να το πιστεύετε αυτό;
— To ύφος σου βέβαια, το φωνάζει. Έλα λέγε και γρήγορα, είπε η Μαρία.
— Τι θα μου δώσεις;
— Μμμ..κάτσε να σκεφτώ. Τίποτα.
— Τέλος πάντων θα υποκύψω. Η γυναικεία μου αξιοπρέπεια είναι υπεράνω αυτή τη στιγμή.
— Από πότε το κουτσομπολιό απόκτησε αξιοπρέπεια; ρώτησε ο Παναγιώτης
— Μη λες τέτοια. Άστη να μας πει.
— Ειρήνη το όνομα της, καμιά δεκαετία μικρότερη του, νηπιαγωγός, τρία χρόνια χωρισμένη χωρίς παιδιά. Καταγωγή Αίγιο, κοκκινομάλλα, αδύνατη, μετρίου ύψους, συμπαθητική. Μία χαριτωμένη κυρία που δεν έχει καμία σχέση με την πρώην θεία μου και νύφη σας. Είχε παρκάρει πιο κάτω από το γραφείο μου και καθώς πήγαινα προς το αμάξι τον είδα. Καταλαβαίνετε την έκπληξη και τη χαρά που νιώσαμε και οι δύο. Μου σύστησε τη συνοδό του και με προσκάλεσε για καφέ. Φυσικά από γυναικεία και συγγενική κυρίως αξιοπρέπεια τους ακολούθησα και όχι από περιέργεια και κουτσομπολίστικη διάθεση καλέ μου πατέρα.
— Ναι είμαι σίγουρος. Δεν έχω καμία αμφιβολία, είπε ο Παναγιώτης λίγο πειραχτικά.
— Και; μάνα και κόρη πάλι με μια φωνή.
— Τι και; αυτά.
— Παιδάκι μου τι κατάλαβες είναι κάτι σοβαρό;
— Σοφία μου έναν καφέ ήπιαμε, συζητήσαμε για τα επαγγελματικά μας κυρίως. Ο θείος ετοιμάζεται να ανοίξει κι άλλο μαγαζί.
— Να τα κι άλλα μαντάτα.
— Εσένα δεν σου είπε τίποτα γι’ αυτό; ρώτησε η Μαρία τη μητέρα της.
— Όχι. Χθες πέρασε από το σπίτι. Δεν μου είπε τίποτα. Αυτό το παιδί από μικρό είχε μια μυστικοπάθεια. Μοιάζει στον πατέρα του, είπε η Σοφία σκοτεινιάζοντας το βλέμμα της.
Το όνομα του παππού δεν το ανέφεραν ποτέ. Κόκκινο πανί. Δεν το απαγορεύει αλλά δε θέλουν να της προκαλούν πόνο. Δεν είναι μόνο το κενό της ψυχής που της δημιούργησε ο άντρας της, είναι και ο πόνος που της προκάλεσε η δυσωδία των πράξεων του. Πράξεις με συνέπειες που ακόμα ταράζουν στην ανάμνησή τους. Και τα δύο παιδιά η Μαρία και ο Δημήτρης δεν είναι αμέτοχα σε αυτόν τον πόνο. Η Μαρία το πάλεψε και το παλεύει ακόμη, χρησιμοποιώντας και θεραπευτικά μέσα όπως συνεδρίες σε ψυχολόγο αλλά κυρίως ενισχύοντας την πίστη της ώστε ο Τριαδικός Θεός που είναι ο θεραπευτής των ψυχικών πληγών να επουλώσει τα τραύματα μέσα από τη συγχωρητικότητα. Μέσω της αυτογνωσίας να υπερβεί η ψυχή τις καταστάσεις που προκάλεσαν τα τραύματα. Βέβαια η παρουσία και η αγάπη του Παναγιώτη έπαιξαν σημαντικό ρόλο. Η αγάπη αναπληρώνει και αποκαθιστά.
Ο Δημήτρης το αντιμετώπισε με πιο ορθολογιστικό τρόπο. Κλειστός στον εαυτό του, πιο εσωστρεφής με μια άρνηση να αποδεχτεί την πραγματικότητα. Μια δικαιολογία ότι δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Έριχνε την ευθύνη στους παππούδες του ότι βιάστηκαν να παντρέψουν δύο νέα παιδιά. Λόγω των νεανικών τους χρόνων έγιναν λάθη. Μόνο που αυτά τα λάθη των άλλων τα πλήρωσε κι εκείνος αλλά αυτό δεν θέλει να το παραδεχθεί. Ανεπαρκής στις σχέσεις του με τους άλλους, απόμακρος, έχοντας αδυναμία στις σχέσεις συντροφικότητας και επιλογής συντρόφου, αδυναμία στο να εκφράσει συναισθήματα αγάπης και τρυφερότητας. Παντρεύτηκε μία γυναίκα επειδή έμεινε έγκυος. Έκανε μαζί της δύο παιδιά. Κανένα σημείο αναφοράς μεταξύ τους. Ο Δημήτρης ασχολήθηκε με το εμπόριο χαλυβουργικών προϊόντων και εργαλείων. Η γυναίκα του κάποιο πρωί πήρε τα παιδιά της και τον εγκατέλειψε. Τίποτα δεν άλλαξε γα τον Δημήτρη. Έτσι τουλάχιστον έδειχνε. Η καθημερινότητα του ήταν η ίδια. Δουλειά και πάλι δουλειά. Φρόντιζε ώστε η μητέρα των παιδιών του και τα ίδια του τα παιδιά να μη τους λείπουν τίποτα δίνοντας τους και παραπάνω από ότι έπρεπε. Είναι η εξιλέωση που νιώθουν οι άνθρωποι με ανεπαρκή συναισθηματική στήριξη και κάλυψη ως προς τους άλλους. Παρέχοντας ύλη εξαγοράζουν ασυνείδητα αυτή την έλλειψή τους. Τα παιδιά του απαιτητικά και αχόρταγα. Ποτέ δεν ήταν ικανοποιημένα. Και πώς να είναι άλλωστε; Περιμένουν από τα υλικά αγαθά να βιώσουν την παρουσία των γονιών. Η μητέρα τους, μονίμως σε μία προσπάθεια να πάρουν από τον πατέρα τους όσα περισσότερα μπορούν, από το φόβο μη βρεθεί κάποια καπάτσα και του τα φάει όλα στερώντας τα παιδιά της από την περιουσία του πατέρα τους. Ένας μόνιμος φόβος μη τυχόν και φτιάξει τη ζωή του με κάποια άλλη γυναίκα. Πιο ήσυχη θα ήταν αν δεν τον είχε εγκαταλείψει. Φεύγοντας δημιούργησε στον εαυτό της ένα μόνιμο άγχος μνησικακίας το οποίο δυστυχώς δηλητηρίαζε τις ψυχές των παιδιών της. Η αλήθεια είναι ότι άλλα περίμενε και άλλα έγιναν. Έφυγε περιμένοντας να την κυνηγήσει και να τη γυρίσει πίσω. Κάτι που δεν έγινε ποτέ. Μάλλον ο Δημήτρης βολεύτηκε με αυτή την εγκατάλειψη. Αν δεν είχε τύχει η εγκυμοσύνη της δε θα την παντρευόταν. Μπορεί ακόμη να μην είχε παντρευτεί. Απέναντι στα παιδιά του ήταν τυπικός προσπαθώντας να τους εμπνεύσει επαγγελματικές ανησυχίες. Για το επάγγελμα που ο ίδιος έκανε φυσικά. Σύμφωνα με το Δημήτρη τα δύο του αγόρια θα έπρεπε να ασχοληθούν με την επιχείρηση του πατέρα τους. Οι σπουδές τους θα έπρεπε να προσανατολίζονται γύρω από αυτό τον κλάδο. Και εκεί επάνω δίνονται οι μεγάλες μάχες. Ο ένας γιος είναι ρομαντικός και θέλει να ασχοληθεί με το καλλιτεχνικό επάγγελμα του σεναριογράφου- συγγραφέα και ο άλλος θέλει να γίνει μαθηματικός. Η μητέρα τους έχει την ίδια άποψη με τον πατέρα τους για τους προσωπικούς της λόγους φυσικά. Τα παιδιά ήδη σπουδάζουν αυτό που επιθυμούν αλλά με καθημερινή γκρίνια και απαίτηση του πατέρα τους να δουλεύουν στην επιχείρηση για να μάθουν τη δουλειά, απειλώντας τα ότι αν δεν πηγαίνουν στην εταιρία θα παγώσουν οι οικονομικές παροχές. Με το ζόρι λοιπόν ασχολούνται με τα χαλυβουργικά προϊόντα λόγω οικονομικής ανάγκης. Δεν τα πάνε καθόλου άσχημα. Είναι δύο πανέξυπνα αγόρια με έφεση στο εμπόριο όπως ο πατέρας τους αλλά προτιμούν να αντιδρούν και να έχουν άρνηση απέναντι του, από το να του κάνουν το χατίρι. Σαν το σκύλο με τη γάτα. Κόντρα στην κόντρα. Νιώθουν θύματα εκμετάλλευσης από τον πατέρα τους παρόλο που η αμοιβή τους είναι αρκετά ικανοποιητική.. Πολλές φορές στα μεγάλα ζόρια επισκέπτονται την Αγάπη προσπαθώντας να εκτονωθούν και να βρουν το δίκιο τους κατηγορώντας τον πατέρα τους. Και πάντα η ίδια ιστορία, η Αγάπη να προσπαθεί με ευγενικό τρόπο αγνοώντας τον απρεπή τρόπο ομιλίας που έχουν, να τους εξηγήσει τα θετικά στοιχεία που υπάρχουν στη διαπροσωπική τους σχέση με τον πατέρα τους, δικαιολογώντας το θείο της αλλά παίρνοντας σε κάποια σημεία και το μέρος των αγοριών για να τους ηρεμήσει, δείχνοντάς τους την κατανόησή της για το πρόβλημα τους. Πάντα η συνάντηση κλείνει με ένα κέρασμα στην ίδια πάντα πιτσαρία στο επόμενο τετράγωνο του γραφείου της. Πάντα θα την ευχαριστήσουν εκδηλώνοντας προθυμία να τη συνοδεύσουν κάποια στιγμή σε κάποια νυχτερινή έξοδο της οποίας η ώρα δεν έχει έρθει ακόμη.
— Δε θα στολίσουμε και το υπόλοιπο σπίτι; ρώτησε ο Παναγιώτης, προσπαθώντας να αποσπάσει τη Σοφία από τις άσχημες αναμνήσεις.
— Φυσικά, απάντησε η Αγάπη. Θα τα αλλάξουμε όλα. Θα βάλουμε τα
χριστουγεννιάτικα. Θα βάλουμε τα κηροπήγια, τα στολίδια μας, και πάω να στολίσω ευθύς αμέσως τα αγγελάκια μου στο δωμάτιο μου.
— Αυτό είναι το κορίτσι των Χριστουγέννων. Λάμπει τέτοιες μέρες, είπε η Σοφία.
— Τέτοιες μέρες ήρθε στο σπίτι μας και μας έφερε το φως του αστεριού.
Από τη φάτνη στον ουρανό και από τον ουρανό στο σπίτι μας. Θυμάστε;
Είχαν πέσει και οι τρεις σε βαθιές σκέψεις με την ίδια ανησυχία και προβληματισμό αλλά και με την ελπίδα ότι όλα θα είναι πάντα καλά.
Κούνησαν καταφατικά το κεφάλι με ένα χαμόγελο χαράς αλλά και λύπης συγχρόνως.
— Λοιπόν πάμε να τελειώσουμε γιατί θα μας πάρει η νύχτα, είπε ο Παναγιώτης.
— Παιδάκι μου δεν με πας εμένα σπίτι; το δέντρο το στολίσαμε. Τα άλλα τα κάνετε και μόνοι σας.
— Αν είναι μαμά να σε πάω σπίτι και να σκέφτεσαι το Δημήτρη και τον
μπαμπά και να στενοχωριέσαι, δε σε πάω πουθενά. Να μείνεις εδώ να
κοιμηθείς.
— Όταν σε πιάνει αυτή η υπερπροστασία, αρρωσταίνω. Είμαι μια χαρά.
Εξάλλου θέλω κι εγώ να στολίσω το σπίτι μου. Έχω κι εγώ δουλειές.
— Ωραία. Θα σε πάω αλλά μου υπόσχεσαι…
— Μη συνεχίσεις. Θα μαλώσουμε. Ό,τι θέλω θα κάνω. Αν θέλω να σκέφτομαι τα μαύρα και άσχημα χρόνια της ζωής μου θα το κάνω. Δεν μπορείς να μου το απαγορεύσεις.
— Είσαι σκληρή.
— Ποτέ δεν είπα το αντίθετο.
— Πάμε να φύγουμε, μην πούμε κι άλλα. Δεν είναι δύσκολο να χάσουμε τον έλεγχο.
Η Μαρία γύρισε στενοχωρημένη και δεν κατάφερε να κρατήσει τους λυγμούς της. Ο Παναγιώτης την πήρε στην αγκαλιά του όπως έκανε κάθε φορά χαϊδεύοντας τα μαλλιά της και παρηγορώντας την.
— Ηρέμησε κορίτσι μου έτσι είναι η Σοφία. Όταν σκεφθεί το παρελθόν είναι
δύσκολο να μην επηρεαστεί. Η ψυχή της είναι γεμάτη τραύματα.
— Όταν βλέπω αυτό το σκληρό της βλέμμα, παγώνω ολόκληρη. Όπως τότε. Αφού κι εκείνη πονάει γιατί μου το κάνει αυτό;
- Δεν πονάει όσο εσύ. Έχει τύψεις και ενοχές αλλά τον πόνο σου δεν τον γνωρίζει. Η ευαισθησία της έχει μείνει ξεχασμένη στο χρόνο. Είναι από καλή πάστα αλλά δυστυχώς σκλήρυνε η καρδιά. Μόνο ένα θαύμα θα την άλλαζε. Θα την έκανε όπως πολύ παλιά. Ούτε εμείς δεν την έχουμε γνωρίσει έτσι. Τόσο πίσω στο χρόνο. Καημένη Σοφία.
— Δεν μπορώ να τη συμπονώ πάντα όσο εσύ. Παρόλες τις προσπάθειες μου, τον αγώνα μου, τη μετάνοια μου, τα αστείρευτα δάκρυα μου είναι φορές σαν και αυτή εδώ που νιώθω όπως τότε. Σαν μόλις να έγινε το κακό. Αυτή τη στιγμή νιώθω πως δεν τη συγχωρώ. Πώς γίνεται αυτό; Ούτε την αγαπώ. Μόνο τη φοβάμαι. Τίποτα άλλο. Μόνο φόβο. Θέλω να φύγω μακριά. Να βγω από το
σώμα μου. Να απελευθερωθώ. Νιώθω ότι ο πόνος μου δεν πάει άλλο. Μου
σκίζει όλο μου το σώμα. Βάζει μαχαίρια μες στην καρδιά μου. Είμαι
εγκαταλελειμμένη και μόνη. Είναι διαστροφή αυτό που έχω κάνει. Δεν το
αντέχω.
— Φυσικά και το αντέχεις. Ήσουν νέα, είχες άγνοια και μια μητέρα που δεν σου άφηνε επιλογές. Ούτε να σκεφτείς δεν προλάβαινες, αγάπη μου, όλα αυτά πέρασαν, έχεις εμένα, την Αγάπη, την αγάπη μας. Πρέπει να μιλάς γι’ αυτόν τον πόνο και στους ειδικούς. Τον π. Σπυρίδων και τον ψυχολόγο σου. Μην το αφήνεις. Ενεργοποιούνται ψυχικές εκρήξεις όταν λαμβάνεις κάποιο ερέθισμα. Πρέπει να μάθεις τι είναι αυτό που σου ενεργοποιεί τον πόνο. Ποιοι άνθρωποι, ποιες κουβέντες, ποιες κινήσεις. Η αναβίωση αυτού του γεγονότος πρέπει να φτάσει σε ένα σημείο ώστε το μόνο που θα νιώθεις θα είναι λύτρωση. Έτσι θα βοηθήσεις και άλλους ανθρώπους. Είσαι σημαντική στη ζωή μας αλλά και σε άλλες ζωές. Η εμπειρία σου πρέπει να σώσει ψυχές. Μην εγκαταλείπεις. Υπάρχει θεραπεία.
— Σ’ ευχαριστώ. Με γαλήνεψες.
— Η ζωή δεν είναι εύκολη για κανέναν. Μετά τον πόνο έρχεται η λύτρωση.
Η θεραπεία, η γνώση, η προσευχή. «Κάνε τον πόνο προσευχή» δεν λέει ένα τραγούδι;
— Είμαι τυχερή που σε έχω.
— Βλέπεις, σε προστάτεψε ο Θεός, δε σε άφησε μόνη με τη Σοφία. Σε λυπήθηκε και έφερε και μένα στη ζωή σου.
Γέλασαν και οι δύο με δάκρυα. Γέλιο με δάκρυα. Γέλιο αγάπης και τρυφερότητας. Ποιές είναι αυτές οι πληγές που δεν επουλώνει η αγάπη; Λένε ότι ο χρόνος είναι ο καλύτερος γιατρός. Ο χρόνος είναι υπεύθυνος για τη λήθη. Σε κάνει και ξεχνάς. Λησμονείς το παρελθόν. Μπαλώνει τα τραύματα και τις πληγές. Όμως από κάτω υπάρχει φλεγμονή και δουλεύει. Αν ο γιατρός δε δώσει τη σωστή θεραπεία ο πόνος δεν περνάει. Ο Ιπποκράτης ως βασική αρχή της ιατρικής αναφέρει το «Ωφελέειν ή μη Βλάπτειν». Όταν ο γιατρός προκαλεί όφελος παρά βλάβη τότε ο ασθενής θεραπεύεται. Ο χρόνος δεν είναι θεραπευτής, όμως η αγάπη ως μέσον θεραπευτικό μπορεί να αποδειχθεί ως το καλύτερο φάρμακο. Η ανυπόκριτη καθαρή αγνή αγάπη. Χωρίς δοσοληψίες. Σε αγαπώ αλλά δώσε μου κάτι και μένα. Έτσι κι αλλιώς η αγάπη από μόνη της είναι δώρο. «Ω αγάπη, που πάντα είσαι παραπάνω από ολόθερμη και δεν καταπέφτεις ποτέ σε χλιαρότητα! Περίφλεξε με» λέει ο Άγιος Πορφύριο.
— Σκούπισε τα μάτια σου. Έρχεται η Αγάπη.
— Τι κάνετε εδώ; Ακόμη έτσι κάθεστε; Η γιαγιά που είναι;
— Έφυγε. Είχε δουλειές να κάνει.
— Κατάλαβα. Αναστατώθηκε που ο θείος δεν της τα λέει όλα. Τι να πω; Σχέσεις γονέων-παιδιών. Αν δεν υπήρχαν αυτές οι σχέσεις εμείς οι ψυχολόγοι θα ήμασταν περιττοί. Τα πάντα από εκεί καθορίζονται.
— Παίζει ρόλο ο χαρακτήρας και η προσωπική βούληση του καθενός. Ο Θεός, μας έδωσε τη νοημοσύνη. Μπορεί να διαμορφωνόμαστε ανάλογα με το μοντέλο που οι γονείς μας, μάς μεγάλωσαν αλλά αυτό δε σημαίνει ότι στην πορεία δεν μπορούμε να το αλλάξουμε, είπε ο Παναγιώτης.
— Αφού πρώτα, πρέπει να τα υποψιαστούμε όλα αυτά. Ότι δεν είμαστε τίποτα άλλο από μια επανάληψη του γονεϊκού μοντέλου. Και αφού τα υποψιαστούμε να μπούμε στη διαδικασία να αναρωτηθούμε ποιοι πραγματικά είμαστε και από εκεί να ξεκινήσει η ψυχοθεραπεία. Αν η γιαγιά είχε κάνει ψυχοθεραπεία πώς να ήταν άραγε;
— Σίγουρα καλύτερα, είπε ο Παναγιώτης.
— Ούτε σε πνευματικό δεν πάει, να μιλήσει μήπως και μπορέσει να αναπαυτεί η ψυχή της. Κρατάει πολλά μέσα της. Και μόνο που ο πνευματικός ανήκει στο αντρικό φύλο φτάνει να τον απορρίψει, είπε η Μαρία προσθέτοντας από μέσα της ο Θεός να τη φυλάει κι εκείνη και μας.
- Θα τελειώσουμε το στόλισμα; Αρκετά βαρύναμε στα καλά καθούμενα. Εξάλλου, το μόνο που έγινε είναι ότι ο θείος έχει καινούρια φιλενάδα και εμείς κάνουμε μνημόσυνο. Είναι δυνατόν τα ευχάριστα νέα να προκαλούν θλίψη;
Το cd έπαιζε το “χιόνια στο καμπαναριό”. Τραγουδούσαν και οι τρείς μαζί χορεύοντας που και που. Η νύχτα έπεσε διώχνοντας το φως, αφήνοντας μόνο την ανάμνησή του. Στα μικρά παιδιά λένε ότι ο ήλιος πάει να κοιμηθεί. Αλλά ευτυχώς ο ήλιος ποτέ δεν κοιμάται. Μοιράζει το ίδιο φως σε όλους τους ανθρώπους σε όλη την πλάση ανά τις Ηπείρους. Ο ίδιος ήλιος ανατέλλει για πονηρούς και αγαθούς, δίκαιους και άδικους.
Σε λίγο στο σπίτι της οικογένειας Δουκάκη μετά το δείπνο θα έρθει η ησυχία, ο απολογισμός της ημέρας στις καρδιές του καθενός. Είναι κάτι που το κάνουν κάθε βράδυ. Ελέγχουν τον εαυτό τους για το πώς έπραξαν όλη την ημέρα. Κύριος σκοπός να εντοπιστούν οι αδυναμίες, τα λάθη, οι αστοχίες. Να θυμηθούν να ζητήσουν συγγνώμη σε αυτόν που έθιξαν, στενοχώρησαν που μπορεί ίσως και να πλήγωσαν. Μπορεί το συγκεκριμένο «συγγνώμη» να μην έχει εδραιωθεί τόσο καλά στην καρδιά τους αλλά γνωρίζουν την υποχρέωση τους. Μπορεί ένα παράπονο, ο εγωισμός, η φιλαυτία να λειτουργούν ανασταλτικά αλλά προσπαθούν να τα παραμερίσουν όλα αυτά λέγοντας αυτή τη θαυματουργή λέξη η οποία δρα σιγά-σιγά στην ηρεμία και ησυχία της καρδιάς. Μια ήρεμη και ήσυχη καρδιά μπορεί να είναι δημιουργική, αποδοτική, παραγωγική εποικοδομητική και γόνιμη, αντίθετα με μια καρδιά σε ταραχή η οποία μόνο σύγχυση και φασαρία μπορεί να προκαλέσει.
Στο σπίτι της Σοφίας, η ταραχή της ψυχής της και της καρδιάς της έχει εγκατασταθεί μόνιμα βρίσκοντας καταφύγιο. Ώρες μπορεί να κοιτάζει το άδειο ντουβάρι απέναντι της. Ένα επίτηδες άδειο ντουβάρι για να της θυμίζει την άδεια, κενή σκοτεινή ζωή της. Αιωρείται στο κενό με μια μοναξιά ερήμου δίχως στάλα δροσιάς. Μία μοναξιά που την έκανε κτήμα της. Της ανήκει όμως; Είναι η προσωπική της μοναξιά; Ή τη χρεώθηκε στον εαυτό της για να απαλλάξει κάποιους άλλους από την ευθύνη; Μήπως χρεώθηκε και άλλες μοναξιές; Όλων αυτών που της έκλεψαν το χαμόγελο, την αγνότητα, τα όνειρα, την πεποίθηση ότι η ζωή έχει και χαρές, τη χαρά του μεγαλώματος των παιδιών της, το να είναι μια σωστή μάνα; Ο άδειος τοίχος μια γεμάτη ζωή από λάθη. Ο γκρίζος τοίχος μια καρδιά από τσιμέντο.
«Πώς να ελευθερωθώ;» αναρωτιέται δυνατά πρώτη φορά μετά από εξήντα χρόνια σιωπής. Εξήντα χρόνια ανοχής, αντοχής, υποταγής. «Πώς να ελευθερωθώ;», αναρωτιέται ακόμη πιο δυνατά αυτή τη φορά μην αντέχοντας να κοιτάζει πια το άδειο ψυχρό ντουβάρι. Πήρε το γεμάτο δάκρυα βλέμμα της, τον κόμπο της καρδιά της, το βάρος στο στήθος της, το λυγμό που ανέβαινε από τα σωθικά της και τα έστρεψε στο ανοιχτό παράθυρο. Ταξίδεψε το βλέμμα της στις ταράτσες των σπιτιών, ανέβηκε σιγά σιγά ακόμη παραπάνω, στον ουρανό. Ένας ουρανός δίχως αστέρια. Έψαχνε με τα μάτια της να τα βρει. Να ένα εκεί, και παραδίπλα κάποιο και πίσω απ’ αυτό άλλο. Ένα ένα ξεπρόβαλαν. Τα κοιτούσε σαν τον αόμματο που ξαφνικά χωρίς να το περιμένει βρίσκει το φως του. Τα μετράει. Η Σοφία μετράει τ’ άστρα. Θα μπορούσε να ήταν ηρωίδα σε μυθιστόρημα του Λουντέμη. 108,109,110,111,112…..220. Χαμογελάει. Να υπήρχε κάποιος να απαθανατίσει αυτή τη στιγμή και να την κάνει δώρο στα παιδιά της! Αναρωτιέται αν είναι ένας ο ουρανός. «Λες να υπάρχουν και άλλοι ουρανοί από πάνω;»
Με αυτές τις σκέψεις έπεσε στο κρεβάτι της και κοιμήθηκε για πρώτη φορά μετά από εξήντα χρόνια με ανυψωμένο νου και ανυψωμένη καρδιά χωρίς να καταλαβαίνει γιατί. Μπορεί να υπάρχει ένας ουρανός για κάθε άνθρωπο. Φύτρωσε η ελπίδα στο άγονο μέχρι τώρα χώμα της ψυχής της. Αν υπάρχει ο δικός της ουρανός μπορεί να τον βρει. Κοιμήθηκε σκεπασμένη με το γαλάζιο χρώμα του ουρανού. Το γκρι χρώμα έδωσε τη θέση του στο γαλάζιο. Τα μάτια της έκλεισαν, μα τα μάτια της καρδιάς της μόλις είχαν μισανοίξει και απολάμβαναν το παρθενικό τους ταξίδι στην άγνωστη χώρα της ελπίδας.