Αγριες Ανεμώνες – Ευαγγελία Γιάννου

Ευαγγελία Γιάννου

Άγριες Ανεμώνες – Ευαγγελία Γιάννου Κεφ. 7 Η μέρα που η Αμέλια Μελικού αποφάσισε να πεθάνει ήταν μια Δευτέρα. Πάντα πίστευε ότι αυτή την απόφαση θα την έπαιρνε ένα Σαββατόβραδο, από αυτά τα μοναχικά που, καθισμένη στο παράθυρο της κουζίνας της, έβλεπε τα ζευγαράκια να περνούν αγκαλιασμένα και να κατευθύνονται σ’ ένα από τα πολλά κλαμπ της πόλης που διασκέδαζαν όλοι οι νέοι, πλην αυτής, οι οποίοι είχαν την ευτυχία να διαθέτουν ταίρι ή τουλάχιστον την ανάλογη παρέα ώστε να έχουν άλλοθι στη διεκδίκησή τους, στη θνητή χαρά του ζευγαρώματος. Ή έστω ένα Κυριακάτικο βροχερό και θλιβερό βράδυ, που νιώθεις ότι η ζωή έχει σταματήσει σε κάποιο χαλασμένο κόκκινο φανάρι, που δεν λέει με τίποτε να αλλάξει το χρώμα του. Τουλάχιστον η μέρα ήταν βροχερή. Βροχερή και κρύα από το πρωί. Και τώρα, το σκοτεινό αυτό απόγευμα, που γύριζε φορτωμένη με σακούλες από το μπακάλικο και κοντοστάθηκε κουρασμένη στο πλατύσκαλο του σπιτιού της, πήρε την απόφαση να πεθάνει. Αλήθεια, τι είχε να περιμένει από τη ζωή της, αν δηλαδή μπορούσε να ονομαστεί ζωή αυτή η κόλαση;

-- 1 of 4 --

Μικρή της άρεσε πότε-πότε να βλέπει ταινίες τρόμου. Την ενθουσίαζε αυτή η αίσθηση του φόβου που της μετέφεραν, ενώ αυτή καθότανε στη σχετική ασφάλεια του μικρού καθιστικού της. Μια τέτοια ταινία ήταν, αν θυμότανε καλά δηλαδή, κάποια της σειράς ¨οι πύλες της κολάσεως¨ ή κάπως έτσι. Στο τέλος οι ήρωες, μετά από ένα τεράστιο πανηγύρι θανάτου με αμέτρητους φόνους από υπερφυσικές δυνάμεις κι άλλες τόσες σκηνές φρίκης και υπερφυσικής βίας, κατέληγαν να περάσουν μέσα από την πύλη και να βρεθούν στην κόλαση. Θυμόταν ακόμη το σκηνικό. Ένας ατέλειωτος ουδέτερος ίσιος δρόμος, ίδιος δεξιά κι αριστερά, που στην ουσία δεν οδηγούσε πουθενά, παρά μόνο στο σημείο από το οποίο ξεκίνησες, που ήταν κι εκείνο πουθενά. Μια αιώνια ομοιομορφία. Είχε κλείσει τρομαγμένη την τηλεόραση με τη σκέψη ότι, αν όντως υπήρχε μία μορφή κόλασης για δική της τιμωρία σίγουρα θα ήταν αυτή. Το αιώνιο πουθενά, χωρίς τίποτε να το σπάει.. Έτσι ένιωθε κι αυτή τη στιγμή. Πως ήρθε η κόλαση κι έκανε κατάληψη στην ζωή της. Έτσι, τι χειρότερο θα μπορούσε να πάθει από αυτό που ήδη ζούσε; Το πολύ- πολύ, αν πέθαινε, να έπαιρνε μια γεύση από το ίδιο μενού. Άνοιξε τα χέρια της κι άφησε τις σακούλες να σκάσουν στο υγρό πεζοδρόμιο κι ενώ, ένιωσε περισσότερο παρά άκουσε, σακούλες να σκίζονται και βάζα με μουστάρδα να θρυμματίζονται, έκατσε στο μουσκεμένο, βρώμικο σκαλί και κάλυψε με τα χέρια το πρόσωπό της. Αλήθεια τι είχε πια να περιμένει; Στην καλύτερη περίπτωση τον θάνατο. Οπότε, γιατί να μην πάει η ίδια να τον συναντήσει; Η νύχτα έπεφτε γρήγορα αλλά απαλά τριγύρω της, αυτό το βροχερό Δευτεριάτικο βράδυ. Δάκρυα και βροχή κυλούσαν στα μάγουλά της. Ένας βαθύς αναστεναγμός έκανε το στήθος της να πονέσει, ενώ ένα παράπονο βγήκε με βίαιο ψιθυρισμό από το στόμα της. «Θεέ μου, κουράστηκα... Πόσο κουράστηκα». Έμεινε για αρκετή ώρα έτσι, με το μυαλό της άδειο από κάθε σκέψη. Μόνο ένα πένθιμο συναίσθημα γύριζε επίμονα στην ατμόσφαιρα. Δεν συνειδητοποίησε πόση ώρα καθόταν σ’ αυτήν την στάση κι έκλαιγε, όταν μία ανάσα καυτή και υγρή ταυτόχρονα, της χάιδεψε το μάγουλο. Ξαφνιασμένη σήκωσε τα μάτια της και βρέθηκε να κοιτάει από απόσταση τριών εκατοστών περίπου, τη μουσούδα ενός σκύλου. Πετάχτηκε τρομαγμένη, με την καρδιά της να έχει μετακομίσει στο στομάχι και σκαρφάλωσε πάνω στον πέτρινο περίβολο του σπιτιού της. Ο σκύλος στην αρχή έδειξε να έχει τρομάξει κι αυτός. Απομακρύνθηκε μερικά βήματα, κατόπιν όμως, συγκρίνοντας τις τρομάρες και βρίσκοντας ότι η δική της ήταν μεγαλύτερη από τη δική του, πλησίασε και πάλι, σκαλίζοντας αυτή τη φορά τις πεσμένες κι ανοιγμένες σακούλες. Έχωσε μέσα την μουσούδα του κι η Μέλια είδε να εξαφανίζονται σε χρόνο ρεκόρ τα βραστά λουκανικάκια Φραγκφούρτης, οι φέτες από σαλάμι, καθώς και η γραβιέρα. Η μουστάρδα δεν έδειξε να του άρεσε. Έβαλε δοκιμαστικά την γλώσσα του και, μόλις η καυτή γεύση έφτασε στα κέντρα του εγκεφάλου του, έβγαλε ένα πονεμένο γρύλισμα και την κοίταξε θυμωμένος. Σήκωσε απολογητικά τους ώμους της. «Τι να γίνει μεγάλε, εμένα έτσι μου αρέσει, καυτερή. Βλέπεις ήρθες αυτόκλητος, την άλλη φορά που θα σε προσκαλέσω για γεύμα, θα φροντίσω να σ’ ευχαριστήσω περισσότερο». Ο σκύλος δεν έδειξε να κατάλαβε. Αντί να πάρει δρόμο σκέφτηκε να πάρει έναν υπνάκο καλύτερα. Η αλήθεια είναι ότι μετά το γεύμα, ο ίδιος ο οργανισμός ζητά λίγη ξεκούραση. Έτσι, ήρθε ακριβώς κάτω από τον περίβολο, τεντώθηκε και μετά άρχιζε να λαχανιάζει μακαρίως. Η Μέλια, καθισμένη στον στενό φράχτη της εισόδου, αισθανόταν ήδη τα πόδια της να μουδιάζουν. Ήταν ζήτημα το πολύ πέντε λεπτών μέχρι να πέσει σαν σάπια ντομάτα πάνω στον ωραίο κοιμώμενο σκύλο.

-- 2 of 4 --

Είχε φοβία με τα σκυλιά. Από τότε που θυμότανε τον εαυτό της. Έτσι απλά. Χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένος λόγος. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά. Η γειτονιά της ήταν απόμερη. Δεν φαινότανε να περνάει κανείς για βοήθεια. Κι αν έκρινε από τον καιρό και την ώρα, ούτε επρόκειτο να περάσει κανείς, τώρα κοντά τουλάχιστον. Έτσι έπρεπε να κάνει κάτι μόνη της. Δάκρυα της έτσουξαν πάλι τα μάτια. Γιατί όλες οι ατυχίες να χτυπάνε πάντα αυτή; Έβγαλε το δεξί της παπούτσι και το πέταξε όσο το δυνατό πιο κοντά στον σκύλο, χωρίς να τον χτυπήσει, έχοντας ως στόχο να τον τρομάξει, να φύγει μακριά, ώστε να προλάβει να χωθεί στο σπίτι της. Είχε βγάλει μάλιστα τα κλειδιά της από την τσέπη και τα κρατούσε σε θέση ετοιμότητας. Αυτό που κατάφερε ήταν να εισπράξει ένα ενοχλημένο γαύγισμα κι ένα αγριοκοίταγμα. Έπρεπε να βάλει μπροστά τα μεγάλα μέσα. Τέρμα τα φιλοζωικά της αισθήματα. Στηρίχτηκε όσο καλύτερα μπορούσε, έβγαλε και το άλλο παπούτσι και, σημαδεύοντας με προσοχή, πέτυχε τον σκύλο λίγο πάνω από την ουρά. Αυτός πετάχτηκε αμέσως όρθιος και με αγριεμένα γαυγίσματα άρχισε να επιτίθεται στα ακάλυπτα πόδια της. Τον κοίταξε ξαφνιασμένη. Δεν το περίμενε. Αυτός στην αρχή έδειχνε ένα μίζερο σκυλάκι του δρόμου. Και τώρα μεταμορφώθηκε σε κέρβερο. «Ουστ από δω, ουστ, είναι δικό μου το σπίτι, δίνε του είπα». Η φωνή της έβγαινε αδύναμη και χωρίς πειθώ. Περισσότερο παρακαλούσε. Για δες, σκέφτηκε, αρκούσε ένας μικρός φόβος από μέρους μου και μερικά λουκάνικα και μόλις γέμισε την κοιλιά του ο κύριος από δω, θεώρησε την παρουσία του στο χώρο κεκτημένο δικαίωμα, μετά από πολύχρονους αγώνες. Και τώρα τι κάνουμε, έξυπνη; Ο σκύλος συνέχισε να γαβγίζει. Είχε αρπάξει μάλιστα την κάλτσα της και την τραβούσε με πραγματική μανία. Χαλάρωσε το πόδι της και του την παραχώρησε πρόθυμα. Τον παρατήρησε που τραβήχτηκε λίγο και μετά άρχισε να την τραβά και να την σκίζει μ’ αληθινό ενθουσιασμό. Μάλλον θα προτιμούσε να είχε και το πόδι μέσα, αλλά προς το παρόν βολευόταν με ό,τι υπήρχε. «Εύχομαι να πάθεις ασφυξία και χολέρα κόπανε. Έχω μύκητες κι άπλυτα πόδια», φώναξε, χωρίς όμως ωστόσο να ελπίζει και πολλά. Και καλά έκανε. Ο σκύλος στρογγυλοκάθισε και πάλι μπροστά της και ξεκίνησε το ροχαλητό με αργούς, πλην σταθερούς ρυθμούς. Αν ήθελε να γλιτώσει από τον σαλαμοφάγο, καλτσοφάγο κι ανθρωποφάγο σκύλο, έπρεπε να δράσει άμεσα. Σηκώθηκε προσεκτικά και στήριξε τα γόνατά της στο πάχους δέκα εκατοστών πέτρινο φράχτη. Κατόπιν σύρθηκε και σιγά σιγά, κατάφερε να φτάσει μέχρι τον τοίχο του σπιτιού. Μόλις το κατόρθωσε γύρισε κι ακούμπησε την πλάτη της, προσπαθώντας να αναλάβει δυνάμεις για τη μεγάλη έξοδο. Όλο αυτό το διάστημα ο σκύλος το μόνο που έκανε ήταν να την τιμήσει μ’ ένα περιφρονητικό βλέμμα. Το προτιμούσε όμως από να την υποπτευθεί και να την παρακολουθεί. Τώρα είχε απ’ αυτόν απόσταση ασφαλείας, γύρω στα τρία μέτρα. Διάστημα όχι μεγάλο αλλά αρκετό, αν το εκμεταλλευόταν με σύνεση. Τράβηξε και πάλι προσεκτικά τα κλειδιά της, διάλεξε αυτό της εξώπορτας κι αφού έκανε μερικές δοκιμαστικές ασκήσεις στα πόδια της για να κυκλοφορήσει το αίμα, πήδηξε και μ’ έναν γρήγορο σάλτο βρέθηκε στην πόρτα. Προσπάθησε να βάλει το κλειδί στην κλειδαριά, αλλά αυτό είχε αντίθετη γνώμη. Στο μεταξύ ο σκύλος άνοιξε τα μάτια του και αργά, αλλά βέβαιος για την νίκη του, άρχισε να την πλησιάζει. Ήδη είχε γυμνώσει τα δόντια του και γρύλιζε απειλητικά. Γύρισε μπροστά της και με περισσότερη βιάση βάλθηκε να προσπαθεί να χωρέσει το κλειδί στην κλειδαριά. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε τρία πράγματα. Πρώτον, παρόλο που πήρε την απόφαση να πεθάνει, δεν ήθελε αυτό να συμβεί εκείνη ακριβώς τη στιγμή και μάλιστα με τόσο πεζό τρόπο, δεύτερον, ότι το κλειδί με το οποίο προσπαθούσε να ανοίξει δεν ήταν της εξώπορτας αλλά της αποθήκης (έμοιαζαν σαν δύο σταγόνες νερό τα καταραμένα, μόνο το χρώμα

-- 3 of 4 --

τους ήταν διαφορετικό και μ’ αυτό το σκοτάδι άντε να βρεις τι χρώμα έχει ένα πράσινο φύλλο) και τρίτον και κυριότερο, είχε βγει για λίγα ψώνια στη γειτονιά και δεν είχε κλειδώσει. Έστριψε το πόμολο, άνοιξε την πόρτα και τρύπωσε μέσα την στιγμή που ένοιωθε ήδη την ανάσα του σκύλου στον αριστερό της αστράγαλο. Με αγαλλίαση του έκλεισε την πόρτα στα μούτρα κι άκουσε το απογοητευμένο ουρλιαχτό του. Σωριάστηκε στον τοίχο του χωλ και τότε όλος ο φόβος και η έντασή της άρχισαν να ανεβαίνει κατά κύματα από το στομάχι και το στήθος της και να της μουδιάζουν τα μέλη. Τράβηξε τα παγωμένα πόδια της και τα αγκάλιασε, προσπαθώντας να τα ζεστάνει. Μετά θυμήθηκε τη σόμπα στην κουζίνα και σκέφτηκε ότι, αν σηκωνότανε τώρα, ίσως να την προλάβαινε πριν σβήσει και το τελευταίο καρβουνάκι. Σηκώθηκε αργά και πήγε μέχρι την κουζίνα. Ήδη το δωμάτιο είχε αρχίσει να κρυώνει. Γονάτισε κι άνοιξε το καπάκι. Μερικά κάρβουνα έφεγγαν ακόμη. Ίσως κατάφερνε να τα γλιτώσει. Άνοιξε το ντουλάπι με τα προσανάμματα, σκάλισε τη στάχτη με την μασιά, έβαλε τα λεπτά ξυλάκια μέσα κι άρχισε να φυσάει με σταθερό ρυθμό πάνω τους. Σε λίγο μικρές φλόγες ξεπήδησαν και, αφού τις τροφοδότησε με μεγαλύτερα ξύλα, κάθισε σε μια καρέκλα, τύλιξε τα πόδια της σε μια πετσέτα άνοιξε τον φούρνο και τα έβαλε στην άκρη του, προσπαθώντας να τα ζεστάνει. Αυτές οι γνώριμες κινήσεις τη βοήθησαν να ηρεμίσει. Ύστερα όμως η μοναξιά κι η θλίψη της χτύπησαν και πάλι την πόρτα. Τοκ τοκ, εδώ είμαστε κι εμείς. Όσο και να θες να μας ξεχάσεις, δε θα τα καταφέρεις. Είμαστε κομμάτι από σένα, είμαστε εσύ... Άνοιξε την τηλεόραση, είμαστε πίσω από το κουμπί, συνέχισε το βιβλίο που διαβάζεις, είμαστε ο σελιδοδείκτης που γράφεις τις φράσεις που σου αρέσουν περισσότερο, είμαστε το εξώφυλλο όταν αρχίζεις και το οπισθόφυλλο όταν τελειώνεις. Τοκ τοκ, άνοιξέ μας. Δεν μπορείς να μας αρνηθείς, δεν μπορείς να ξεφύγεις από εμάς...¨ Άπλωσε το χέρι της κι έφτασε το μπουκάλι με το ρούμι. Έριξε λίγο στο ποτήρι και μετά άρχισε να σκέφτεται ποιος θα ήταν ο καλύτερος τρόπος για να πεθάνει...

-- 4 of 4 --