Κλεμμένος Κόσμος – Ευαγγελία Γιάννου

Ευαγγελία Γιάννου

Κλεμμένος Κόσμος (Απόσπασμα από το κεφάλαιο 5) Η Ευγενία στάθηκε μπροστά στην πόρτα με κάποιο φόβο, αλλά δε δίστασε να πατήσει το κουδούνι. Ήταν ελάχιστες οι φορές που διάβηκε το κατώφλι του μεγαλόπρεπου σπιτιού. Της άνοιξε η Δωροθέα. Γνωριζόντουσαν. Παρ’ ότι η γυναίκα δεν ήταν από τα μέρη τους, τη συμπαθούσε πολύ και κάθε φορά που τη συναντούσε στο χωριό στεκόταν για να της πει δυο κουβέντες. Άλλωστε, πριν από πολλά χρόνια τής είχε εμπιστευτεί τη φροντίδα της Θάλειας, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. «Καλησπέρα, Δωροθέα. Είναι ο κύριος Ανδρέας εδώ;» Αυτήν παραμέρισε από την είσοδο για να την αφήσει να περάσει στο άνετο χωλ. «Γεια σου, Ευγενία. Όχι, απουσιάζει». Δεν της ξέφυγε το ανεπαίσθητο βλεφάρισμα στα μάτια της γυναίκας, ούτε το σφίξιμο των χειλιών της. «Θα αργήσει να επιστρέψει;» «Για την ακρίβεια, δε θα επιστρέψει καθόλου. Έχει φύγει για ταξίδι από μέρες και δεν ξέρω το ακριβές διάστημα της απουσίας του». Τα μάτια της γυναίκας βούρκωσαν. «Σας παίρνει καθόλου τηλέφωνο;» Η Δωροθέα αισθάνθηκε άσχημα. «Συνήθως δεν το κάνει. Συμβαίνει κάτι στο οποίο μπορώ να βοηθήσω εγώ;» Την κοίταξε μ’ ελπίδα, αλλά μόνο για μια στιγμή. Μετά κούνησε το κεφάλι απογοητευμένη. «Δυστυχώς όχι. Μόνο ο κύριος Ανδρέας θα μπορούσε, αν ήθελε κι αν ήταν εδώ φυσικά». «Δεν είναι κάτι που μπορεί να πάρει μερικές μέρες παράταση; Αν πρόκειται για ζήτημα οικονομικής φύσης, λόγω των επικείμενων εξόδων για τον γάμο, θα μπορούσα εγώ να βοηθήσω. Έχω χρήματα στη διάθεσή μου κι ο κύριος Ανδρέας θα θυμώσει αν μάθει πως ήρθες κι εγώ σε άφησα να φύγεις με άδεια χέρια». Η Ευγενία κούνησε πάλι το κεφάλι απογοητευμένη. «Δεν είναι τα χρήματα το ζήτημα. Δε θα ενοχλούσα ποτέ για κάτι τόσο ευτελές». «Ναι, είμαι σίγουρη. Μήπως πρόκειται για τη Θάλεια; Χειροτέρεψε;» Η Ευγενία αναστέναξε. «Ναι, για τη Θάλεια πρόκειται. Όμως, σε παρακαλώ, μη με ρωτήσεις περισσότερα». «Δε θα το κάνω και δεν είχα πρόθεση να σε φέρω σε δύσκολη θέση. Συγνώμη. Αλλά ενδιαφέρομαι γι’ αυτήν και την αγαπώ». «Το ξέρω. Αν τηλεφωνήσει ο κύριος Ανδρέας, πες του πως ήρθα κι ότι έχω άμεση ανάγκη από τη βοήθειά του. Σε παρακαλώ».

-- 1 of 4 --

«Θα το κάνω». Η Δωροθέα χαμήλωσε το κεφάλι και είδε τα γυμνά πόδια της Ευγενίας με τις μαλακές βρεγμένες παντόφλες. «Θέλεις να περάσεις μέσα να σου φτιάξω έναν καφέ και να συνέλθεις λίγο; Δείχνεις πολύ ταραγμένη». «Είμαι ταραγμένη. Και απελπισμένη. Όμως πρέπει να φύγω. Ο Στέλιος περιμένει έξω. Σε παρακαλώ, μη λησμονήσεις αυτά που σου είπα». Άνοιξε την πόρτα και η Δωροθέα την κοίταξε να φεύγει βιαστικά. «Θα είμαι πάντα εδώ. Ό,τι κι αν χρειαστείς, μη διστάσεις να έρθεις». Αυτήν κούνησε το χέρι και μπήκε στο ταξί. Ξεκίνησαν μέσα στη βροχή και η γυναίκα έμεινε στο κατώφλι μέχρι που χάθηκαν από τα μάτια της. Μετά έκλεισε την πόρτα κι ανέβηκε αργά τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στον δεύτερο όροφο. Δεν της άρεσε να λέει ψέματα, όμως μερικές φορές δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Άλλωστε, δεν ήταν κι ολότελα ψέμα αυτό που είπε στην Ευγενία. Ο Ανδρέας ήταν εδώ, αλλά μόνο σωματικά. Στην ουσία έλειπε μακριά, μέρες τώρα. Ήταν κλειδωμένος στο δωμάτιό του και δεν υπήρχε περίπτωση να βγει από κει χωρίς να τη θέλησή του. Κοίταξε τον ανέγγιχτο δίσκο που άφηνε τρεις φορές τη μέρα έξω από την πόρτα του και συνοφρυώθηκε. Πήρε βαθιά ανάσα, χτύπησε μαλακά κι αφουγκράστηκε. Τίποτε... Προσπάθησε με περισσότερη δύναμη και διάρκεια. Μάταια... Σήκωσε τον δίσκο και κατέβηκε στην κουζίνα. Πέταξε το φαγητό, έπλυνε το σερβίτσιο και μετά έριξε δυο κούτσουρα στο μικρό τζάκι που έκαιγε στο μικρό δωμάτιο της τραπεζαρίας δίπλα. Το σπίτι είχε κεντρική θέρμανση, όμως εκείνης της άρεσε πάντα να βλέπει τις φλόγες. Υπήρχε κάτι το παρήγορο και συντροφικό στη λάμψη που ξεχυνόταν από μέσα τους. Και μόνο η εικόνα της φωτιάς, την έκανε να ζεσταίνεται περισσότερο κι απ’ όταν ανέβαζε τον θερμοστάτη στο είκοσι πέντε. Πήρε το πλεχτό της στα πόδια, αλλά δεν το ξεκίνησε. Έμεινε ν’ ακούει τη βροχή και τη σιωπή που επικρατούσε στον πάνω όροφο. Ούτε καν ένα αδιόρατο τρίξιμο, ένα ανεπαίσθητο βήμα, μια βαριά ανάσα. Ο Ανδρέας ήταν εκεί, αλλά έλειπε. Όπως έκανε πάντα, δυο-τρεις φορές μέσα στον χρόνο. Καμιά φορά και περισσότερες. Αυτή το διαισθανόταν. Έβλεπε το δέρμα του να τεντώνεται περισσότερο στο πρόσωπό του από την εσωτερική ένταση που έβραζε μέσα του, τα μάτια του να καίνε σαν παγωμένες μπλε φλόγες, τα δάχτυλά του -μακριά κι αεικίνητα- να στριφογυρίζουν νευρικά θέλοντας ν’ αρπάξουν τον κόσμο σαν να ήταν καμωμένος από χαρτί και να τον κομματιάσουν με την ίδια ευκολία. Συνήθως ήταν λιγομίλητος, αλλά εκείνες τις στιγμές, πριν κλειστεί στην προσωπική φυλακή του, δεν μπορούσες να του πάρεις ούτε μια λέξη από το ίσιο - σαν γραμμή- και σφιχτοκλεισμένο στόμα του. Αν προσπαθούσες να το κάνεις, στεκόταν μπροστά σου και σε κοίταζε με τόσο τρομαχτικό ύφος, σαν ν’ αναρωτιόταν ποιος θα ήταν ο καλύτερος και γρηγορότερος τρόπος για να σ’ εξαφανίσει από το δρόμο του. Να σε φυσήξει σαν σκόνη; Να σε κλωτσήσει σαν ενοχλητικό χαλίκι; Να σε συντρίψει σαν ξερό φύλλο ή μήπως να σε σκοτώσει πατώντας ανελέητα με το πόδι του πάνω στο πεισματάρικο κεφάλι σου, που δεν εννοούσε να καταλάβει πως έπρεπε να τον αφήσεις μόνο. Στον πόνο του. Στη δυστυχία του. Στους εφιάλτες του. Στην αρρώστια του. Άφησε το πλεχτό της στο πλάι κι έτριψε κουρασμένα τα μάτια της.

-- 2 of 4 --

Μισούσε το νεκρό καταθλιπτικό σπίτι. Απεχθανόταν τη σιωπή. Φοβόταν τις σκιές που σερνόταν ανενόχλητες στα κλειδωμένα δωμάτια. Αλλά φυσικά δεν υπήρχε περίπτωση ν’ αφήσει κανέναν να το καταλάβει αυτό. Και περισσότερο τον Ανδρέα. Τον φοβόταν, τον έτρεμε, τον λυπόταν, τον συμπονούσε. Μα πιο πολύ απ’ όλα τον αγαπούσε… Από την πρώτη στιγμή που τον έβαλε στα χέρια της η μάνα του κι εκείνη κοίταξε σαν υπνωτισμένη τα μαβιά ματάκια. «Είναι και δικός του τώρα, Δωροθέα» της είχε πει. «Είναι τόσο δικός σου, όσο και δικός μου. Να τον προσέχεις, να τον φροντίζεις και να τον νοιάζεσαι. Μα πιο πολύ να τον αγαπάς. Ό,τι κι αν γίνει, ό,τι κι αν κάνει. Να μην τον κρίνεις, να μην αποστρέψεις το βλέμμα σου από πάνω του. Είναι και δικό σου παιδί. Είσαι μάνα πια, όσο είμαι κι εγώ». Και το έκανε. Όχι γιατί της το ζήτησε η κυρά της, αλλά γιατί έτσι αισθανόταν. Το κράτησε στον κόρφο της κι αυτό σούφρωσε τα χείλη του ψάχνοντας για γάλα, που αυτή δεν είχε, αλλά θα μπορούσε να κάνει τα πάντα για να του το προσφέρει -ήδη ένιωθε τα στήθη της να πρήζονται από ευχαρίστηση και προσμονή- και ήξερε πως ήταν το παιδί της. Το μονάκριβο, το μοναδικό παιδί που θα κρατούσε και θα μεγάλωνε ποτέ της. Κι αυτός ήταν ένα γιος αντάξιος των δυο μανάδων του. Γλυκός, ήρεμος, καλοσυνάτος και γελαστός, σαν φρεσκοφυτεμένο βλαστάρι ελιάς. Θα ρίζωνε και θα μεγάλωνε όπως και το ευλογημένο δέντρο, θα έκανε γερό κορμό, μακριά ευλύγιστα κλαδιά γεμάτα πυκνό φύλλωμα, πλούσιους καρπούς. Ήταν γερή και δυνατή γενιά κι αυτό φαινόταν σε κάθε σημάδι πάνω του. Όταν έγινε δώδεκα κι ο πατέρας του αποφάσισε να τον στείλει στο εξωτερικό για να συνεχίσει το σχολείο -¨Μακριά από την επαρχία και τις εμμονές της, μακριά από τον στενόμυαλο και γεμάτο δυστυχία τόπο¨ διατεινόταν στους άλλους, αλλά η αλήθεια ήταν πως απλώς ήθελε να τον στείλει μακριά του- η Δωροθέα το πήρε κατάκαρδα. Έκλαιγε για μέρες. Για βδομάδες. Μέχρι που ο κύριός της την απείλησε πως θα τη διώξει αν δεν σταματούσε τη γκρίνια και τη μουρμούρα. Έτσι σώπασε. Έκλαιγε μόνο από μέσα της και τα βράδια άφηνε τα δάκρυα, που μαζευόταν και πίεζαν την καρδιά της, να τρέξουν και να μουσκέψουν το προσκέφαλο. Αλλά ήταν καλύτερα έτσι. Τώρα ζούσε μόνο για να τον δει να επιστρέφει. Αλλά τα χρόνια περνούσαν κι αυτός δεν ερχόταν ούτε για τα καλοκαίρια. Κι αυτή συνήθισε. Να ζει χωρίς αυτόν και να τον περιμένει να γυρίσει. Κι όταν γύρισε, δεν υπήρχε πιο ευχαριστημένο πλάσμα στον κόσμο από κείνη. Εκτός ίσως από τον ίδιο τον Αντρέα. Έφυγε από κοντά της, ένα ψηλό, λεπτό, ευγενικό κι ανήσυχο αγόρι και γύρισε ένας μεγαλόπρεπος, περήφανος, ατίθασος, γεμάτος ενέργεια, δύναμη κι ομορφιά άντρας. Τον καμάρωνε και ταυτόχρονα καμάρωνε και τη γυναίκα που έφερε μαζί του, καθώς καταλάβαινε πώς σ’ εκείνη οφειλόταν η ευτυχία που ξεχυνόταν από μέσα του, καθώς και η λαχτάρα του να κατακτήσει τον κόσμο ολόκληρο. Σ’ εκείνη και στην επιστροφή στις ρίζες του, που δεν πρόλαβε να γνωρίσει, καθώς και στο μέρος που ανήκε. Ναι, δεν ήταν πάντα έτσι. Ουσιαστικά, ο άντρας που τώρα βρισκόταν μπροστά της, δεν είχε καμιά σχέση μ’ αυτόν που εκείνη μεγάλωσε και καμάρωνε με περισσή υπερηφάνεια. Σαν να τον έκλεψαν ένα βράδυ και στη θέση του ν’ άφησαν έναν ίσκιο, γεμάτο δυστυχία, πόνο και θάνατο. Αναστέναξε προσπαθώντας ν’ αλαφρώσει το βάρος που της κάθισε στο στήθος και σηκώθηκε όρθια για να του ετοιμάσει ένα τσάι. Ανέβηκε πάλι τα σκαλιά και στάθηκε έξω από το δωμάτιό του.

-- 3 of 4 --

Δεν ακουγόταν τίποτε. Ούτε μια ελαφριά ανάσα. Ούτε ένας τριγμός. Μόνο η βροχή που χτυπούσε ακούραστα τα κεραμίδια στη στέγη. Χτύπησε την πόρτα διακριτικά. «Ανδρέα, σου έφτιαξα ένα ζεστό τσάι. Θα σε κάνει να αισθανθείς καλύτερα. Μη μου απαντήσεις. Θα το αφήσω έξω από την πόρτα. Εγώ φεύγω. Αύριο θα είναι όλα καλύτερα. Να είσαι σίγουρος (θα φροντίσω εγώ γι’ αυτό. Όπως κάνω πάντα)». Κατέβηκε αργά τα σκαλιά και πήγε πάλι στην κουζίνα. Όμως δεν ήταν μόνη της. Οι νεκροί, όσο παλιοί ή ξεχασμένοι κι αν ήταν, ερχόταν πάντα να της κάνουν παρέα. Μερικές φορές πήγαινε και η ίδια να τους συναντήσει.

-- 4 of 4 --