Ασπρο-μαύρο, ζεστό-κρύο – Γιώργος Δαμ. Βουλγαράκης

Γιώργος Δαμ. Βουλγαράκης

Άσπρο-μαύρο, ζεστό-κρύο

Αδημοσίευτο αφήγημα του ποιητή Γιώργου Δαμ. Βουλγαράκη

Ο Νίκος Παλαιοκωστάκης δεν ήταν ιδιαίτερα γνωστό μέλος στη μικρή κοινωνία που ζούσε. Τον γνώριζαν μικροί και μεγάλοι στη γειτονιά του, οι καταστηματάρχες κοντά στο δικό του κατάστημα και λίγοι πελάτες, αυτοί που γνώριζαν πού πήγαιναν για ψώνια, γιατί οι περισσότεροι έμπαιναν στο κατάστημα τυχαίως. Οι συμμαθητές του, σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, δεν είχαν σπουδαίο λόγο να τον θυμούνται («πέρασε και δεν ακούμπησε», είχε πει κάποιος). Οι άμεσα συγγενείς ήταν λίγοι και μακρινοί, γιατί η οικογένειά του είχε ιστορικό μοναχικών παιδιών, ενώ οι συγγενείς από την πλευρά της γυναίκας του έμεναν πολύ μακριά. Από τη ζωή δεν είχε παράπονο. Κουτσά-στραβά τα έφερνε βόλτα, έσπασε την οικογενειακή παράδοση και απέκτησε δύο παιδιά, ένα κορίτσι κι ένα αγόρι και γενικά, χωρίς να έχει απαιτήσεις και στόχους υψηλούς, πορεύονταν. Η ζωή επιφυλάσσει, πάντοτε, πολλές εκπλήξεις σε κάθε έναν που τη γεύεται. Άλλοτε καλές και άλλοτε επώδυνες. Κατά κανόνα υπάρχει εναλλαγή και αυτό σίγουρα συντελεί στην άγρια ομορφιά αυτής της περιπέτειας. Χρόνια απασχόλησε την ανθρωπότητα το θέμα της καθημερινής δοκιμασίας του ανθρώπου. Οι αρχαίοι Έλληνες ποιητές υποστήριζαν ότι τα βάσανα του ανθρώπου μπορεί να ακολουθούν το ένα μετά το άλλο, αλλά είναι σαν να βρίσκεσαι στη μία πλευρά ενός λόφου, μόλις φτάσεις στην κορυφή αρχίζει πορεία προς τα κάτω με ευχάριστα γεγονότα και ύστερα πάλι από την αρχή, με πρώτα, τυχαίως, ή τα βάσανα ή τα ευχάριστα γεγονότα. Είναι απολύτως ξακριβωμένο ότι οι αρχαίοι Έλληνες ποιητές δεν γνώριζαν τον Νίκο Παλαιοκωστάκη, όπως, φυσικά και αυτός δεν τους γνώριζε. Διότι στη ζωή του όλα έγιναν ακριβώς το αντίθετο από αυτό που αυτοί υποστήριζαν. Ήταν παιχνίδι των αιώνων για να διαψευστούν οι ποιητές, ήταν παιχνίδι της τύχης για να δείξει τη δύναμή της, ήταν το κακό το ριζικό του Παλαιοκωστάκη, τι ήταν; Η Ιστορία δεν έχει απαντήσει ακόμη. Ο ίδιος δεν καταλάβαινε και πολλά πράγματα, δέχονταν τα πάντα με καρτερικότητα, ανήμπορος να παρέμβει στην ιστορική ροή της ζωής του, και χωρίς παράπονο. Αφού έτσι τα θέλει η τύχη… Σε τι διέφερε από όλους τους άλλους; Σε τι απέτυχε η σκέψη των αρχαίων ποιητών ως προς αυτόν; Είναι απλό. Δεν του τύχαιναν δυσάρεστα πράγματα και μετά ευχάριστα, ούτε, έστω, λίγα έτσι και λίγα αλλιώς. Όχι. Κάθε δυσάρεστο συνέπιπτε απολύτως με κάτι ευχάριστο και το αντίθετο. Στον ίδιο χρόνο είχε και άσπρο και μαύρο, και ζεστό και κρύο. Ποτέ το ένα χωρίς το άλλο. Αυτό συνέβαινε και όταν ο ίδιος δεν μπορούσε, λόγω ηλικίας ας πούμε, να το καταλάβει. Αλλά συνέβαινε. Αντέχεται; Δεν μας έτυχε και δεν το γνωρίζουμε, αλλά ο Παλαιοκωστάκης το άντεχε. Κάποιες σαν αυτές ήταν οι σκέψεις του, καθώς με κρύο βλέμμα κοιτούσε το ταβάνι του νοσοκομείου, όπου βρίσκονταν εδώ και δύο ημέρες λόγω εμφράγματος και νόμιζε ότι η ζωή του περνάει σαν ασπρόμαυρη κινηματογραφική ταινία μπροστά του, έχοντας σε έγχρωμα καρέ τα δυσάρεστα και τα ευχάριστα. Η αρχή έγινε με τη γέννησή του. Δεν γνωρίζει πώς ήλθε στη ζωή, ούτε αν αυτό είναι ευχάριστο ή δυσάρεστο γεγονός, έμαθε πάντως, αργότερα, ότι ήταν ευχάριστο, εκείνη τη στιγμή τουλάχιστον, για τον πατέρα του. Όμως δεν ήταν μόνο του το γεγονός αυτό της γέννησής του. Αμέσως μετά, στον ίδιο χώρο, ακολούθησε ο θάνατος της μητέρας του. Τον γέννησε και μετά από λίγο πέθανε από επιπλοκές. Όσο να χαρεί το σπίτι για τον πρωτότοκο γιο (που θα ήταν πλέον και μοναχογιός) κήδεψε τη μάνα. Δεν έζησε φυσικά την απώλεια της μάνας ούτε καταλάβαινε ότι αυτός τότε ήρθε στη ζωή, αργότερα που έμαθε τα γεγονότα πληγώθηκε και πόνεσε για το θάνατο. Για τη γέννηση δεν το σκέφθηκε. Όταν ήταν στην τελευταία τάξη του Δημοτικού Σχολείου, ο πατέρας του, ύστερα από πίεσή του, αγόρασε ένα μικρό σκυλάκι από ένα «ξενοδοχείο» ζώων. Το διάλεξε ο μικρός Νίκος όπως το ήθελε. Ήταν μετέπειτα η καθημερινή του συντροφιά. Του μίλαγε, το άφηνε να κοιμάται κάτω από το κρεβάτι του, το εκπαίδευε για να γίνει υπάκουο και γενικά το πρόσεχε με κάθε λεπτομέρεια, όπως του είχε διδάξει αυτός που το πούλησε και ήξερε από ζώα. Μία μέρα, σχολικές διακοπές του Πάσχα, πήρε το μικρό σκυλί να πάει μια βόλτα σε χωράφια στην άκρη της πόλης, κοντά στο σπίτι του. Ο πατέρας του έλειπε μακρινό ταξίδι για εμπορικές δουλειές, ήταν μόνος και αποφάσιζε χωρίς τις πατρικές αντιρρήσεις. Πριν φτάσει στην άκρη της πόλης και καθώς το σκυλί τον ακολουθούσε από κάποια απόσταση, ενώ συνήθως πήγαινε αυτό μπροστά, ένα μικρό αυτοκίνητο πήγαινε κατ' ευθείαν πάνω σε κάποιο γατάκι που είχε παραλύσει στη μέση του οδοστρώματος. Ο μικρός Νίκος, με κίνδυνο της ζωής του, κάνοντας βουτιά, πρόλαβε να αρπάξει το γατάκι και να κυλήσει σαν μπάλα στο χαντάκι δίπλα στο δρόμο. Ένοιωσε μεγάλη χαρά αλλά ξαφνικά τρόμαξε από τη στριγκλιά των φρένων του αυτοκινήτου που έπεσε και αυτό στο χαντάκι πιο κάτω. Ατυχώς το αυτοκίνητο άφησε πάνω στο οδόστρωμα υπολείμματα του κορμιού του μικρού σκύλου του Νίκου. Έβαλε τις φωνές ο οδηγός, το ίδιο και κάποιοι περαστικοί, αλλά ο μικρός Νίκος άργησε να συνέλθει. Όταν τέλειωσε το γυμνάσιο (δεν υπήρχε τότε λύκειο) αποδέχθηκε την προτροπή του πατέρα του να ακολουθήσει πανεπιστημιακές σπουδές. Δεν ήταν κακός μαθητής, ούτε πολύ καλός. Aurea madiocritas, τον φώναζε ο καθηγητής των λατινικών που αγαπούσε τον Οράτιο και κυρίως τις Ωδές του. Χρυσή μετριότητα δηλαδή. Έκανε τα φροντιστήριά του, διάβαζε όσο μπορούσε, αποφάσισε να δώσει εισαγωγικές εξετάσεις. Ο πατέρας του ήταν σίγουρος ότι θα πήγαινε καλά. Για να του δώσει θάρρος του έλεγε: «Μην έχεις άγχος, θα περάσεις και αν δεν περάσεις το μαγαζί σε περιμένει, δεν χάνεις τίποτε. Για τις σπουδές σου έχω χρήματα πάντως». Οι καθηγητές του δεν του έλεγαν τίποτε γιατί δεν πίστευαν ότι θα τα καταφέρει. Ένας-δυο συμμαθητές του γέλασαν με την απόφασή του. Σκέφθηκε να σπουδάσει οικονομικά, να επεκτείνει την επιχείρηση του πατέρα. Στις εξετάσεις δεν πήγε καλά, ούτε άσκημα. Είναι αυτό που λένε: «μπορεί και να περάσει». Τελικώς πέρασε στην Ανωτάτη Εμπορική Σχολή, στην Αθήνα. Το έμαθε το πρωί μιας Τετάρτης που οι εφημερίδες δημοσίευαν τα ονόματα με τα αποτελέσματα και είχαν, ανά γυμνάσιο της πόλης, τα ονόματα των μαθητών που πέρασαν στα πανεπιστήμια. Πήρε την εφημερίδα. Ήταν βέβαιο: «Νικόλαος Παλαιοκωστάκης του Ευαγγέλου, Ανωτάτη Εμπορική Σχολή Αθηνών». Και ήταν στους μαθητές από το Δεύτερο Γυμνάσιο. Αυτός ήταν, δεν υπήρχε άλλος. Έβαλε την εφημερίδα στη μασχάλη και έτρεξε στο μαγαζί του πατέρα του να του πει τα ευχάριστα. Ήταν κλειστό. Τέτοια ώρα; Πώς ήταν δυνατόν; Από το διπλανό μαγαζί τού είπαν να πάει στο νοσοκομείο, εκεί μετέφεραν τον πατέρα του με ένα ασθενοφόρο. Πήγε αλλά δεν πρόλαβε ούτε να τον αποχαιρετήσει. Πέθανε κατά τη διάρκεια της μεταφοράς λόγω εμφράγματος. Πάει ο πατέρας, πάει και το πανεπιστήμιο. Λίγο πριν τα τριάντα του χρόνια, μαγαζάτορας πια, πήγε ένα διήμερο εκδρομή, με τον Εμπορικό Σύλλογο της πόλης, σε ένα μοναστήρι στην Εύβοια. Είχε το όνομα ενός άγιου που ούτε τον ήξερε. Εκεί ήταν και κάποιοι εκδρομείς, μέλη ενός πολιτιστικού συλλόγου από την Καλαμάτα. Μέσα σε αυτούς ήταν και η Δέσποινα Καναροπούλου, μια εικοσιπεντάχρονη κοπέλα, νόστιμη και συμμαζωμένη. Ο πατέρας της είχε στρέμματα ελιές και αυτή ήταν η επαγγελματική του απασχόληση. Η Δέσποινα ήταν οικοκυρά, είχε τελειώσει το γυμνάσιο και την ενδιέφεραν τα πολιτιστικά θέματα. Απλό κορίτσι. Γνωρίστηκαν, μίλησαν, αντάλλαξαν τηλέφωνα, ξαναβρέθηκαν στην Αθήνα πέντε-έξι φορές και αποφάσισαν να ενώσουν την τύχη τους. Σύμφωνα με τις παραδόσεις ο γάμος γίνεται στην πόλη που μένει το κορίτσι. Αυτά δεν αλλάζουν. Πήγε στην Καλαμάτα, γνώρισε τους γονείς και μέσα σε ένα χρόνο από την πρώτη γνωριμία κανονίστηκε ο γάμος. Πήρε τον υπάλληλο του μαγαζιού για παρέα και πήγε στην Καλαμάτα δυο μέρες πριν από την Κυριακή που θα γίνονταν ο γάμος. Ήξεραν τα πεθερικά ποιος είναι και ότι δεν έχει κοντινούς συγγενείς. Όλα καλά κι ευχάριστα, αρκετός κόσμος στην γάμο και στο γαμήλιο τραπέζι που ακολούθησε. Την επομένη είχαν κανονίσει να φύγουν για την πόλη που μένει ο Νίκος, στο σπίτι τους δηλαδή, και μετά να πάνε γαμήλιο ταξίδι στην Εύβοια, όπου πρωτογνωρίστηκαν. Τα πράγματα της νύφης είχαν μέρες πριν μεταφερθεί στο σπίτι του Νίκου, οπότε δεν είχαν δυσκολίες στο ταξίδι επιστροφής από την Καλαμάτα. Πράγματι Δευτέρα πρωί πήραν τη συγκοινωνία για Αθήνα και από εκεί θα κανόνιζαν την επιστροφή στο σπίτι τους. Όταν έφτασαν στην Αθήνα η Δέσποινα, όπως την καθοδήγησε η μητέρα της, πήγε να τηλεφωνήσει στο σπίτι της στην Καλαμάτα να πει ότι έφτασαν καλά στην Αθήνα, το ίδιο θα έκανε και όταν θα έφταναν στο σπίτι τους. Ο Νίκος και ο υπάλληλός του έπιναν καφέ στο μπαρ του σταθμού των υπεραστικών λεωφορείων. Επιστρέφει η Δέσποινα με δάκρυα στα μάτια, τρέμοντας από ταραχή. Ύστερα από λίγα λεπτά κατάφερε να ψελίσει ότι πέθανε η μητέρα της, έπεσε από τη σκάλα, κτύπησε στο κεφάλι και έμεινε στον τόπο. Φυσικά επέστρεψαν στην Καλαμάτα και ύστερα από δύο ημέρες έφυγε ο Νίκος και ο υπάλληλός του, γιατί δεν μπορούσε να μείνει άλλο κλειστό το μαγαζί και η Δέσποινα πήγε στο σπίτι τους μετά τα εννιάμερα. Τρία χρόνια μετά γεννήθηκε ο γιος. Ο Νίκος ήταν στο μαγαζί και περίμενε τηλεφώνημα από τον γυναικολόγο ότι πλησίαζε η ώρα του τοκετού. Πράγματι του τηλεφώνησε νωρίς το απόγευμα, ώρα που μόλις είχε τελειώσει τη μεταφορά του μεγάλου όγκου των εμπορευμάτων σε καινούργια αποθήκη, ώστε να υπάρχει ευρυχωρία στο μαγαζί. Άφησε τον υπάλληλο στη θέση του και έτρεξε στο μαιευτήριο. Όλα είχαν πάει καλά, το παιδί ήταν τρία και μισό κιλά, με όλα τα σημάδια του θεού και βεβαίως αγόρι. Η μάνα ήταν σε άριστη κατάσταση. Κανονικά πράγματα, ίσως τέλεια. Κέρασε τους πάντες, καλοπλήρωσε τον γιατρό, εξόφλησε την κλινική και έφυγε για το μαγαζί να κεράσει τους γείτονες και να πάρει τον υπάλληλο να πάνε για ένα ποτήρι κρασί. Σφύριζε μάλιστα στο δρόμο από τη χαρά του, δεν επέλεγε συχνά τι σφυρίζει αλλά πάντα του έρχονταν το «κορόϊδο Μουσολίνι». Αυτό πιθανώς σφύριζε και τώρα, ευτυχώς δεν ήταν μαζί η γυναίκα του γιατί με κάθε ευκαιρία τον πείραζε για τις πολιτιστικές του επιλογές. Στρίβοντας στη γωνία πριν από το μαγαζί βρέθηκε μπροστά σε δύο πυροσβεστικά οχήματα, ένα αυτοκίνητο της Άμεσης Δράσης της αστυνομίας και ποτάμι μαύρο νερό. Τον έπιασε ταχυπαλμία. Το μαγαζί είχε πιάσει φωτιά από το σκεύος με αέριο που είχε ανάψει ο υπάλληλος για να φτιάξει καφέ. Κάηκαν όλα, ευτυχώς τον μεγάλο όγκο των εμπορευμάτων τον είχε μεταφέρει την ίδια μέρα στις αποθήκες και σώθηκε οικονομικώς, αλλά το μαγαζί θα ήταν κλειστό για πολλές μέρες. Πάει και το κέρασμα, πάει και το κρασί, πάει και ο υπάλληλος που τον απέλυσε αμέσως για όσα έπραξε και μάλιστα χωρίς αποζημίωση, λόγω υπαιτιότητας για την καταστροφή, όπως του είπε ο δικηγόρος. Μετά το αγόρι ήλθε σε δύο χρόνια και το κορίτσι, επαγγελματικά όλα πήγαιναν καλά και η οικογένεια δεν είχε ιδιαίτερα προβλήματα. Μάλιστα είχε την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει και ένα μικρό αυτοκινητάκι, ένα Φίατ πεντακοσαράκι, ώστε να πηγαίνει βόλτες ή για μπάνια στη θάλασσα. Έχοντας αυτή τη δυνατότητα, ο Νίκος είπε στη γυναίκα του ότι ήθελε να βαπτίσουν το κορίτσι σε ένα μικρό χωριό σε κάποιο κοντινό βουνό, το οποίο μπορούσαν τώρα να επισκεφθούν χωρίς να περιμένουν να οργανωθεί κάποια εκδρομή από σύλλογο, όπως γίνονταν συνήθως. Νονός θα ήταν ο υπάλληλος του μαγαζιού, τον οποίο είχε πάλι προσλάβει επειδή τον λυπήθηκε, καθώς πήγαινε κάθε μέρα στο μαγαζί κλαίγοντας. Αλλά ο νονός δεν είχε αυτοκίνητο, δεν χωρούσε στο Φίατ και έπρεπε να φύγει μία μέρα νωρίτερα με υπεραστικό λεωφορείο, να πάει σε κοντινό κεφαλοχώρι και μετά με τα πόδια στο μικρό χωριό. Έτσι και έγινε. Με βογκητά έφτασε το Φίατ στο χωριό, με βογκητά και ο υπάλληλος και με κλάματα η μικρή, η οποία τρόμαξε από τον θόρυβο του αυτοκινήτου και αργότερα με τα γένια του παπά. Δέκα άνθρωποι ήταν όλοι και όλοι στο χωριό (μαζί και δυο επτάχρονα αγόρια) και ο παπάς είχε έλθει από το πλησιέστερο κεφαλοχώρι. Άρχισε το μυστήριο, παρόντες και οι χωρικοί, εκτός από τα παιδιά, κλάμα ασταμάτητο η μικρή νέα χριστιανή και το νερό στην κολυμπήθρα ζεματιστό. Τέλειωσε κάποτε το μυστήριο, χαρούμενοι οι γονείς έδωσαν κάποιες μπομπονιέρες και πήγαν να πάρουν το αυτοκίνητο, το οποίο φυσικά δεν ήταν σε χώρο στάθμευσης, αφού δεν υπήρχε, αλλά σε ένα σημείο ελαφρώς επικλινές. Εδώ το αυτοκίνητο, εκεί το αυτοκίνητο, πουθενά το αυτοκίνητο. Κλοπή στο χωριό ήταν απίθανο να έχει γίνει. Ξεχύθηκαν όλοι να ψάχνουν το αυτοκίνητο, πρώτοι οι κάτοικοι του χωριού. Βρέθηκε τελικά κομμάτια διακόσια μέτρα κάτω από την εκκλησία, αναποδογυρισμένο. Τα δύο αγόρια του χωριού τελικώς παραδέχθηκαν ότι δεν είχαν ξαναδεί μικρό αυτοκίνητο, μπήκαν να το δουν, αυτό άρχισε να κινείται και βγήκαν τελευταία στιγμή. Φαίνεται τα αγόρια κατέβασαν το μοχλό του χειρόφρενου, που δεν γνώριζαν το σκοπό του και το αυτοκίνητο κατρακύλησε, γιατί ο Νίκος κοιτώντας με προσοχή το ερείπιο είδε ότι το χειρόφρενο ήταν κατεβασμένο. Θυμήθηκε ότι δεν είχε κλειδώσει, άρα ήταν και δικό του το φταίξιμο και το θέμα τέλειωσε εκεί. Ο Νίκος μπορεί να ήθελε να σπουδάσει οικονομικά, αλλά τελικώς δεν το έκανε. Έτσι το μαγαζί το διαχειρίζονταν αυτός, αλλά τα γραφειοκρατικά, τα λογιστικά και τις σχέσεις με εφορίες και ασφαλιστικά ταμεία τα είχε αναθέσει όλα στον λογιστή του. Δεν είχε ιδέα για όλα αυτά. Ένα πρωινό ήλθαν δύο επισκέπτες στο μαγαζί, του ζήτησαν να κλειδώσει την πόρτα, να σταθεί αυτός και ο υπάλληλος στην άκρη και να μην αγγίξουν τίποτε. Εφορία. Πάγωσε ο Νίκος αλλά μέσα του δεν ανησύχησε. Είχε έμπειρο λογιστή. Ύστερα από τρεις ώρες οι εφοριακοί έφυγαν και πήραν μαζί τους βιβλία, αποδείξεις και τιμολόγια. «Άσκημα την έχετε», του είπε ο ένας από αυτούς. Κατέρρευσε ο Νίκος. Τηλεφώνησε αμέσως στον λογιστή. «Μην ταράζεσαι», του είπε αυτός, «έχουν ανάγκη από λεφτά και ξεχύθηκαν στην αγορά». Πήγε στην Εφορία να δει τους ελεγκτές. Του είπαν να περιμένει ειδοποίησή τους. Πέρασαν τουλάχιστον τέσσερις μήνες και μία μέρα ήλθε ένας υπάλληλος της Εφορίας να του επιδώσει το φύλλο ελέγχου. Ήταν δεκαπέντε σελίδες. Είχε κάθε είδους παράβαση και συνολικό πρόστιμο ογδόντα χιλιάδες δραχμές. Καταστροφή, δεν είχε τόσα λεφτά. Αποδείχθηκε ότι ο λογιστής είχε πολλές εταιρίες και το μικρό μαγαζί του Νίκου το είχε αναθέσει στον βοηθό του, ο οποίος, φαίνεται, μάθαινε στην πλάτη του Νίκου. Στο σπίτι έπεσε σιγή θανάτου, το πρόσωπο του Νίκου ήταν κίτρινο σαν λεμόνι. «Ήλθε το τέλος μου», σκέφθηκε. Πηγαίνοντας στον καινούργιο του λογιστή να βρούνε λύση, πέρασε μπροστά από το μαγαζί του κυρ-Παναγιώτη, που πουλούσε λαχεία. Έπαιρνε ένα-δυο Εθνικά Λαχεία, τον ίδιο αριθμό, πλήρωνε ότι χρωστούσε σε κάθε νέα κλήρωση και φύλαγε τα λαχεία κάθε νέας σειράς σε ένα συρτάρι στο σπίτι. Τον είδε ο κυρ-Παναγιώτης και τον φώναξε: «Νίκο σε περιμένω, μπορεί να μην είναι ο πρώτος αριθμός αλλά τα λεφτά είναι καλά, δεν σου είπε ο υπάλληλός σου ότι σε ψάχνω;». Κάτι πετάρισε μέσα του. «Λες;» σκέφθηκε. Πράγματι ο ένας αριθμός είχε κερδίσει εκατό χιλιάδες δραχμές, είχε στοιχεία ο κυρ-Παναγιώτης. Έφυγε αστραπή για το σπίτι, πήρε τα λαχεία και γύρισε για εξακρίβωση. Ήταν σωστό, εκατό χιλιάδες δραχμές. Κάτι λίγα για τον κυρ-Παναγιώτη, το πρόστιμο της Εφορίας και τα υπόλοιπα στην Τράπεζα. Πέρασαν τα χρόνια, τα παιδιά σπούδασαν και έγιναν επιστήμονες και ο Νίκος με τη γυναίκα του ζούσαν καλά. Μία μέρα πήγε στο μαγαζί ένας γιατρός της πόλης και ζήτησε να του μιλήσει. Αγαπιόντουσαν με την καθηγήτρια κόρη του και τη ζητούσε σε γάμο. Τα βρήκαν στα οικονομικά και ο Νίκος, αφού το κουβέντιασε με τη γυναίκα του και την κόρη του, έδωσε την ευχή. Έγινε ο γάμος, καλά κυλούσαν τα πράγματα και μάλιστα απέκτησε, νωρίς σχετικά, δύο εγγόνια. Ήλθε μετά και η σειρά του αγοριού, δικηγόρος με καλό όνομα στην πόλη, πολλές τον ήθελαν, διάλεξε αυτή που ήθελε και άρχισαν οι ετοιμασίες του γάμου. Τότε ακριβώς η κόρη εμφανίζεται ράκος στο σπίτι και τους λέγει ότι δεν αντέχει άλλο τη ζωή που κάνει με τον γιατρό και χωρίζει. Βρήκε σπίτι, θα πάρει τα δύο παιδιά και θα φύγει. Τους έπεσε το ταβάνι στο κεφάλι, έβλεπε η γυναίκα του ότι δεν είναι καλά τα πράγματα, αλλά μέχρι εκεί; Έγινε η ζωή όλων άνω κάτω. Η μία χωρίζει με δύο παιδιά, ο άλλος ετοιμάζεται να παντρευτεί. Ο Νίκος τα έχει χαμένα. Να βοηθήσουν την κόρη, αλλά να μην χαλάσουν και τη χαρά του γιου. Πώς να τα συνδυάσουν; Δύσκολα πράγματα, δεν είναι πια νέοι, ούτε αυτός ούτε η γυναίκα του και δεν έχουν κατάλληλη γνώση και πείρα. Θα αναλάβει ο γιος την υπόθεση της αδελφής του και από την άλλη θα ετοιμάζει το γάμο του; Ταυτόχρονα άσπρο και μαύρο, ζεστό και κρύο και για τον γιο; Δεν αρκεί που τα πλήρωσε αυτά ο πατέρας, θα πάνε στο γιο τώρα; Να πώς έπαθε το έμφραγμα και είναι τώρα στο νοσοκομείο. Θα σκεφθείτε, ίσως, πως αρκετά πέρασε ο καημένος Νικόλαος Παλαιοκωστάκης του Ευαγγέλου, ήμαρτον. Λάθος. Η ζωή δεν γνωρίζει από «ήμαρτον» και συμπόνιες, είναι σκληρή και απρόσωπη και για να διασκεδάσει η ίδια, όχι εμείς, βάζει ανάμεσα στη σκληρότητά της κι ένα κουταλάκι γλυκό. Μέχρι εκεί. Σε άλλους βάζει πολύ, αλλά είναι εξαιρέσεις. Και ο Νικόλαος Παλαιοκωστάκης δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση, φάνηκε στο ξεκίνημά του. Οι γιατροί του είχαν πει καθαρά να μένει μακριά από συγκινήσεις. Διατηρούσε το μαγαζί μόνον για να έχει κάπου να πάει, δεν ήξερε από καφενεία ή κοινωνικές εκδηλώσεις. Η γυναίκα του ήξερε, αλλά, με τη ζωή που έκαναν, την είχε σε αυτά ισοπεδώσει. Σαν τους κούκους έμεναν στο σπίτι, είχαν λίγη αναλαμπή όταν έρχονταν για επίσκεψη τα εγγόνια και μέχρι εκεί. Η κόρη είχε κάνει πάλι τη ζωή της. Ο γιος με τη γυναίκα του ήταν χαρούμενοι, αλλά με μία σκιά: δεν μπορούσε να κάνει παιδί η γυναίκα. Βέβαια η επιστήμη είχε πια προχωρήσει στο θέμα αυτό και έδιναν μάχη να το ξεπεράσουν με έναν ειδικό γιατρό στην Αθήνα. Ήταν μαράζι για το Νίκο και τη γυναίκα του και μόνιμη σκέψη. Εκείνο το πρωινό η γυναίκα του έφυγε ανήσυχη από το νοσοκομείο, επειδή ο γιατρός της είπε ότι έχουν λίγες, ελάχιστες ελπίδες για τη ζωή του Νίκου. Έκανε μερικά ψώνια και πήγε στο σπίτι σχεδόν με κλάματα στα μάτια. Μπαίνοντας μέσα χτύπησε το τηλέφωνο, ήταν ο γιος της από την Αθήνα. Της είπε το μεγάλο νέο, επιτέλους η γυναίκα του είναι έγκυος. Πέταξε από τη χαρά της. Πήρε το επανωφόρι της και έφυγε με ταξί, για να μην αργήσει, να πει τα σημαντικά νέα στον Νίκο. Όταν έφτασε στο νοσοκομείο τους βρήκε όλους αναστατωμένους. Ο γιατρός, παρά την επαγγελματική του ψυχραιμία, είχε έναν λυγμό στη φωνή του όταν της είπε ότι επήλθε το μοιραίο. Έπεσε σε μία καρέκλα με απόγνωση και έκλαψε πικρά. Σε ποιον να πει τα παράπονά της και ποιον να κατηγορήσει;