Ο Αγαμέμνων και ο Αχιλλεύς – Γιώργος Δαμ. Βουλγαράκης
Ο Αγαμέμνων και ο Αχιλλεύς
Γιώργου Δαμ. Βουλγαράκη
Η μόνη παραχώρηση που επέτρεπε ο Αχιλλέας Κοντολέων στον εαυτό του, τους συγγενείς και τους φίλους του σε σχέση με το όνομά του, ήταν η χρήση του απλού και καθημερινού ονόματος Αχιλλέας και όχι του βαπτιστικού του «Αχιλλεύς». Κάποιος φίλος έκανε το λάθος και τον απεκάλεσε κάποια στιγμή χαϊδευτικά «Λάκη». Έκτοτε δεν αντάλλαξαν ούτε καλημέρα. Βέβαια δεν ήταν δική του αυτή η πρωτιά. Ο πατέρας του Αγαμέμνων Κοντολέων, πολλά χρόνια πριν, είχε κάνει το ίδιο με φίλο του, ο οποίος τον απεκάλεσε «Μέμο», χαϊδευτικό του Αγαμέμνονα, που αρκετοί χρησιμοποιούσαν στην πόλη. Για την μητέρα του Ιοκάστη δεν αναφέρθηκε τέτοιο περιστατικό, χωρίς να αποκλείεται. Ο Αχιλλέας ήταν από παιδί έξυπνος, μελετηρός, σταθερός στις απόψεις του, πρόθυμος να βοηθήσει φίλους και εχθρούς, εργατικός και προσηνής. Είχε μία ιδιόρρυθμη αίσθηση του αστείου που άρεσε στις παρέες, γι' αυτό ήταν περιζήτητος. Όμως, μπροστά σε αυτά τα προτερήματα, έμπαινε μία παράμετρος που διέλυε τα πάντα: το αρχαίο όνομα δεν το πειράζεις. Το δικό του ιδιαίτερα, γιατί ακολουθούσαν συνέπειες, των άλλων προκαλούσε θεωρητικές συζητήσεις. Αυτή η μανία δυσκόλεψε τη ζωή του και όχι μόνον. Πολλοί άνθρωποι πέρασαν δύσκολες στιγμές επειδή βρέθηκαν στον δρόμο του. Δεν πήγε άλλη φορά στον κουρέα του (έπεισε και φίλους να μην πάνε) γιατί τόλμησε από τη χαρά του για ένα επιτυχημένο κούρεμα να του πει «Αχιλλάκο, έγινες κούκλος». Ο κουρέας νόμισε ότι ο Αχιλλέας παρεξηγήθηκε γιατί αυτή η έκφραση «Αχιλλάκο» απευθύνεται σε μικρά παιδιά και ο Αχιλλέας ήταν ήδη δεκατεσσάρων ετών. Δεν μπόρεσε να καταλάβει στην εξήγηση που του έδωσαν φίλοι του Αχιλλέα. Ή το άλλο, κάθε 15 Μαΐου, ημέρα εορτής του Αγίου Αχιλλείου, ο Αχιλλέας δεν πήγαινε σχολείο, ούτε έβγαινε από το σπίτι, αλλά όταν μεγάλωσε, πριν παντρευτεί, δεν πήγαινε ούτε στην εργασία του. Παραδέχθηκε, πάντως, σε δικό του άνθρωπο, ότι ποτέ δεν συγχώρεσε στον εαυτό του την απρέπεια ότι κάποτε, 15 Μαΐου, ξέχασε την εορτή και όταν συνάντησε στον δρόμο τον ιερέα της ενορίας του, ο οποίος του ευχήθηκε χρόνια πολλά, του απάντησε με σκληρότητα: «Έχω την τιμή να λέγομαι Αχιλλεύς, είμαι απόγονος του αρχαίου και γεννήθηκα στην ίδια περιοχή με αυτόν, δεν με λένε Αχίλλειο, δεν σας επιτρέπω να τα συγχέετε». Στη μικρή κοινωνία που ζούσε πέρασε δύσκολες στιγμές σχετικώς με το όνομα. Μόνο η στρατιωτική του θητεία ήταν ουδέτερη ως προς το θέμα αυτό, γιατί βρέθηκε έφεδρος αξιωματικός σε στρατιωτικό νοσοκομείο και εκεί δεν υπάρχουν χωρατά. Ίσως επειδή δεν χρησιμοποιούνται ονόματα, αφού ήταν πάντοτε ο κύριος δόκιμος, ο κύριος ανθυπολοχαγός ή ο γιατρός και τίποτε άλλο. Το μεγάλο πρόβλημα ήλθε μετά την απόλυσή του. Οι γονείς πίεζαν να αποκατασταθεί με έναν καλό γάμο. Ένας τέτοιος επιστήμων, ωραίος άνδρας και σε ηλικία παντρειάς δεν είναι παίξε γέλασε. Στο θέμα αυτό, ας πούμε το ερωτικό, δεν είχε και ένδοξο παρελθόν ο Αχιλλέας. Για την ίδια αιτία. Τον αγαπούσε η Λίτσα, στο φροντιστήριο αγγλικών και του το έδειχνε. Αυτός άκουγε το όνομα και ανατρίχιαζε. Λίτσα. Άκου Λίτσα. Το ίδιο συνέβη και με την Τούλα Αρβανίτη, την ωραιότερη στο πρώτο τμήμα της τρίτης τάξης του Β΄ Λυκείου της πόλης. Πολλοί έλεγαν ότι είναι η πιο ωραία όχι μόνο στο Β΄ αλλά και στο Α΄ Λύκειο. Ήταν και η πρώτη μαθήτρια στην τάξη της, απουσιολόγος βεβαίως. Του έστελνε σημειώματα. Του έκλεινε το μάτι. Κάποτε τον άγγιξε δήθεν τυχαίως. Αλλά προς θεού: Τούλα; Πείραζε μία Αντιγόνη, μία Ιφιγένεια έστω; Στο πανεπιστήμιο κατάλαβε ότι ήταν ερωτική η ταραχή που του προκαλούσε η ψηλή συμφοιτήτρια στο διπλανό έδρανο. Ακουμπούσε τυχαία το πόδι της στο δικό του και αυτός δεν το τραβούσε όπως απαιτούν οι καλοί τρόποι. Ίσως και να πίεζε λίγο στην κόντρα. Η νεαρά πήρε θάρρος, του ζήτησε μία βοήθεια στο εργαστήριο χημείας και δεν έδειξε ντροπή στην παρατήρηση του υφηγητή «μόνη σας δεσποινίς Αγγέλου, μην ενοχλείτε, ο κ. Κοντολέων έχει άλλο θέμα». Δεσποινίς Αγγέλου. Ωραίο επώνυμο. Για το όνομα ούτε σκέφθηκε. Η ερωτική ταραχή είχε προτεραιότητα σε σκέψη και συναισθήματα. Το πίστευε. Την τελευταία εβδομάδα πριν την εξεταστική περίοδο του πρώτου έτους, όπως το είχαν κανονίσει ύστερα από επιδέξιο χειρισμό της Αγγέλου, έπιναν καφέ στο ζαχαροπλαστείο κάτω από το εργένικο σπίτι της, με υποβόσκουσα την ελπίδα για έναν δεύτερο καφέ ή ποτό στο σπίτι της πλέον. Λίγο πριν γίνει αυτή η ενδιαφέρουσα πρόταση (δεν ήταν βέβαιο ότι θα την έκανε αυτός), εισήλθε στο ζαχαροπλαστείο μία παρέα πέντε νεαρών κοριτσιών, περίπου ίδιας ηλικίας με την Αγγέλου και αυτόν. Μόλις την είδαν, οι τρεις από αυτές την χαιρέτησαν διαδοχικά. Δηλαδή την είδε πρώτα η μία, της φώναξε «γεια σου Κατίνα, καιρό έχω να σε δε». Κάτι άλλαξε στον αέρα. Κιτρίνισε ο Αχιλλέας. Ακολούθησε η δεύτερη «εδώ είσαι Κατινάκι, χρόνια και ζαμάνια έχουμε να σε δούμε» και μετά η τρίτη με υπονοούμενα, λέγοντας «Κατινάκι, καλή επιλογή» ενώ ταυτοχρόνως της έκλεινε το μάτι ενώνοντας τα τρία δάκτυλα του δεξιού της χεριού (αντίχειρα, δείκτη και μεσαίο), όπως κάνουμε όταν θέλουμε να πούμε ότι κάτι είναι ωραίο. Ο Αχιλλέας έμεινε εμβρόντητος. Κατίνα; Κατινάκι; Βρήκε μία ανόητη αιτιολογία και έγινε καπνός. Τα επόμενα έτη έκαναν εργαστήρια μαζί με φυσικούς και χημικούς και δεν συνέπεσαν στα πολλά τμήματα που δημιουργήθηκαν, ύστερα άρχισαν τα μαθήματα σε νοσοκομεία και η ιστορία έληξε οριστικώς. Τώρα πλέον δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια. Είναι σε ηλικία γάμου. Ως γιατρός δικαιούται μία μεγάλη προίκα. Αυτό είναι νόμος, είναι πολύ μπροστά οι γιατροί από δικηγόρους και μηχανικούς. Πρέπει η νύφη να είναι και λίγο όμορφη, έστω να βλέπεται. Αν έχει και πτυχίο τόσο το καλύτερο. Έτσι σκέπτονται όλοι. Όμως ο πατήρ Αγαμέμνων και η μητέρα Ιοκάστη, μεγάλοι πλέον και ανυπόμονοι, θέλουν ένα εγγονάκι και ψάχνουν για ένα καλό κορίτσι, αφού ο γιος είναι πνιγμένος στα χειρουργεία. Ας έχει η νύφη λίγη προίκα και συνηθισμένη κοψιά, να έχει τουλάχιστον ένα αξιοπρεπές όνομα. Γνώριζαν το πρόβλημα που είχε ο γιος, του το έδωσαν κληρονομικά. Τελικά βρέθηκε η Ιόλη Δεναξά, κόρη του δικαστικού επιμελητή Φρίξου Δεναξά, προικισμένη με τριώροφη οικία και δύο χιλιάδες στρέμματα χωράφια. Δεν ήταν πολλά, αλλά τα περισσότερα ήταν ποτιστικά και αυτό απάλυνε το πρόβλημα. Η νύφη ήταν νηπιαγωγός με ιδιόκτητο νηπιαγωγείο, ευχάριστος χαρακτήρας, με πολλές φιλίες στην πόλη, με πολιτιστικές δραστηριότητες, διότι έπαιζε και τσέλο και πολλά ενδιαφέροντα σε διάφορους τομείς. Ήταν και όμορφη. Την είχαν στην πόλη σε μεγάλη εκτίμηση και ουδείς μπορούσε να της βρει ψεγάδι. Όλα ήταν σε καλή μεριά. Ο γάμος δεν άργησε να γίνει. Ο έγγαμος βίος δεν είχε προβλήματα, νέοι, ωραίοι και κοινωνικά υψηλά ιστάμενοι γνωρίστηκαν, αποδέχθηκαν ο ένας τον άλλον και έγιναν ζευγάρι υποδειγματικό. Πολλές ώρες στο νοσοκομείο ο Αχιλλέας το πρωί και στο ιατρείο το απόγευμα ως πανεπιστημιακός γιατρός, στο νηπιαγωγείο η Ιόλη το πρωί, τα απογεύματα στα ωδεία και το βράδυ σε συναυλίες μόνη και μετά μόνοι τους ή παρέα με φίλους, πότε εδώ και πότε εκεί. Φυσικά μαζί σε ταξίδια ανά τον κόσμο για ιατρικά συνέδρια, το καλοκαίρι στο εξοχικό κοντά στη θάλασσα και το χειμώνα στο εξοχικό του βουνού, από δύο αυτοκίνητα, μικρά και μεγάλα, ο καθένας και όλα πήγαιναν άριστα. Ειδικότερα ο Αχιλλέας άλλαξε εντελώς, πάνε οι παλιές νευρώσεις, οι συνήθεις και τα σουσούμια. Αργούσε όμως το παιδί. Οι ίδιοι δεν το είχαν αποφασίσει ακόμη, αλλά ο παππούς Αγαμέμνων όλο και το γυρόφερνε το θέμα. «Μεγάλωσα, να ακούσω το όνομά μου και ας πεθάνω. Τι κάθεστε». Η γιαγιά Ιοκάστη έβαζε πρώτα τον παππού: «Και γω μαζί του, κάντε έναν Αγαμέμνονα, θυσιάζω την Ιοκάστη για τον άνδρα μου». Η πίεση ενοχλούσε το ζευγάρι, αλλά σιγά-σιγά έγινε συνήθεια, άρχισαν να τους πειράζουν για το θέμα αυτό φίλοι και γνωστοί, μάλιστα άρχισε το ίδιο τροπάριο και η οικογένεια της νύφης, ο Φρίξος και η Ευαγγελία Δεναξά. Είχαν εγγόνια από τα άλλα δύο τους παιδιά αυτοί, αλλά τους άρεσε το πείραγμα αυτού του είδους. Και δεν τους πείραζε που μόνο μία εγγόνα είχε το όνομα της Ευαγγελίας. Ο Αγαμέμνων Κοντολέων, όμως, δεν είχε άλλα παιδιά. Ένα και μοναδικό είχε, τον Αχιλλέα. Τι θα γινόταν πια, πολύ αργούσε ο εγγονός. Πολύ αργούσε ο Αγαμέμνων Κοντολέων του Αχιλλέως, έπρεπε να συνεχίσει η ιστορία αφού και αυτός ήταν Αγαμέμνων Κοντολέων του Αχιλλέως. Κάποια κοντινή στιγμή θα πεθάνει, αλλά το Αγαμέμνων Κοντολέων του Αχιλλέως θα συνεχίσει να υπάρχει στην ιστορία. Λίγο είναι; Όσο για την Ιοκάστη, δεν πειράζει, αφού και η ίδια προτάσσει το Αγαμέμνων. Εξ άλλου, αγόρι θα είναι. Δεν υπάρχει άλλη περίπτωση. Τελικά το ζευγάρι απεφάσισε να κάνει παιδί. Το ήθελαν πλέον, ανεξάρτητα από τις πιέσεις και τα πειράγματα γονιών και φίλων. Όταν η Ιόλη παρουσίασε καθυστέρηση του έμμηνου κύκλου, αναγούλες, ιδρώτες και εμέτους και κατάλαβαν ότι πρόκειται περί εγκυμοσύνης, η κραυγή του Αγαμέμνονα Κοντολέων, την ώρα που του μετέφεραν το νέο, ακούστηκε σίγουρα δέκα τετράγωνα γύρω από το σπίτι. Απόρησαν που βρήκε τέτοια δύναμη. Η Ιοκάστη Κοντολέων χαμογέλασε αυτάρεσκα και πήρε την βεντάλια της να κάνει αέρα. Ο Αγαμέμνων Κοντολέων το ξεκαθάρισε: «Είναι αγόρι, πότε θα κάνετε διαπίστωση φύλου; Να πάτε αύριο». Γυρνώντας στη γυναίκα του προσέθεσε: «Ιοκάστη, δεν με πειράζει να πεθάνω τώρα που θ' ακούσω το όνομά μου». Το ζευγάρι δεν ήθελε να γνωρίζει το φύλο του παιδιού. Ήθελαν την αγωνία της ώρας του τοκετού. Δεν ήθελαν να βλέπουν τις γιαγιές να ετοιμάζουν γαλάζια ή ροζ παιδικά ρούχα και βοηθήματα. Πώς μπορούσαν, όμως, να κάνουν καλά τον παππού Αγαμέμνονα; «Τώρα θα πάτε για εξετάσεις», φώναζε. Τα πρωινά πήγαινε επί ώρες στο νοσοκομείο να πιέσει τον Αχιλλέα, το απόγευμα για τον ίδιο σκοπό λαγοκοιμόταν στην αίθουσα αναμονής του ιατρείου, τις Κυριακές τους ξύπναγε πριν την ώρα τους και όλες τις μέρες έστελνε την Ιοκάστη στο νηπιαγωγείο, δήθεν να βοηθάει την Ιόλη και να μην σκύβει επειδή είναι έγκυος και μάλιστα με μία κοιλιά λίγο πιο μεγάλη από τις ανάλογες στον ίδιο μήνα κύησης. Φυσικά, στην πραγματικότητα πήγαινε με εντολή να λέει σε τακτά διαστήματα στην Ιόλη, ότι είναι πρακτικά ωφέλιμο να γνωρίζουν όλοι το φύλο του παιδιού, για τα δώρα του τοκετού ειδικά τα χειροποίητα που θέλουν χρόνο να γίνουν. Το φύλο ενδιέφερε τους παππούδες. Αν είχε κάνει το ζευγάρι άλλες εξετάσεις ούτε που ρώτησαν Όταν το ζευγάρι επισκέφθηκε τον γυναικολόγο της Ιόλης, φίλο και συμφοιτητή του Αχιλλέα, για εξετάσεις, υπήρχε ήδη κύηση δέκα εβδομάδων. Γνώριζαν ότι είναι νωρίς για να μάθουν το φύλο του παιδιού. Η εξέταση με υπερηχογράφημα επέφερε, όμως, έναν μικρό πανικό. Υπήρχε κύηση διδύμων. Το ζευγάρι μετά τον πανικό κατελήφθη από αμηχανία, μετά του άρεσε. Ο γυναικολόγος τούς ρώτησε αν υπήρχε τέτοιο περιστατικό στην οικογένεια. Το αγνοούσαν, αλλά απεφάσισαν να μην ρωτήσουν, θα έβαζαν νέες πιέσεις στη ζωή τους, θα το άφηναν γι' αργότερα. Με τρόπο και χειρουργικούς χειρισμούς, ο Αχιλλέας έμαθε, από την μητέρα της Ιόλης, ότι υπήρχαν δίδυμα παλιά στην οικογένεια του πατέρα της. Στις δεκαέξι εβδομάδες κύησης πήγαν για υπερηχογράφημα. Ήταν η ώρα της μεγάλης λύτρωσης, έτσι θα ήταν αν έδειχνε ότι υπάρχει τουλάχιστον ένα αγόρι. Το αποτέλεσμα φάνηκε πιο λυτρωτικό: τα δίδυμα ήταν ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Πώς να ξέρουν, όμως, ότι δεν ήταν λύτρωση; Η Ιόλη πρότεινε να δοθούν ονόματα και από τις δύο οικογένειες. Ένα του Αγαμέμνονα Κοντολέων, για το αγόρι και ένα της Ευαγγελίας Δεναξά, για το κορίτσι. «Δίκαια πράγματα», είπε. Ο Αχιλλέας, ύστερα από χρόνια ξύπνησε στον ίδιο εφιάλτη: Ευαγγελία, Βαγγελιώ, Εύη, Λίτσα, Ευαγγελίτσα; Ποτέ. Διαφώνησαν. Με πείσμα στάθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλον και ανυποχώρητοι. «Ή αυτό ή χωρίζουμε». «Αν γίνει αυτό χωρίζουμε». Πού να διασταυρωθούν οι δύο αυτοί δρόμοι; Ο Αχιλλέας απεφάσισε να κάνει κτύπημα «κάτω από τη μέση». Ο αδελφός της Ευαγγελίας Δεναξά θα πτώχευε. Περίμεναν εκείνες τις μέρες να γίνει το δικαστήριο. Είπε στην πεθερά του ότι θα πληρώσει τα χρέη του αδελφού της για να μην πτωχεύσει, αρκεί να βοηθούσε να δοθεί λύση στο πρόβλημα του ονόματος. Μία Ευαγγελία από δω, κάποια εκατομμύρια από εκεί. Το σύστημα δούλεψε. Η Ευαγγελία Δεναξά είπε πειστικά ότι αυτή άκουσε το όνομά της, η καημένη η Ιοκάστη δεν έχει τέτοια ελπίδα. Έτσι ψηφίζει και Αγαμέμνων και Ιοκάστη. Ο Φρίξος Δεναξάς δεν ρωτήθηκε γιατί απουσίαζε σε επιδόσεις δικογράφων μακριά από την πόλη, αλλά η Ευαγγελία δεν ανησύχησε γιατί ήξερε ότι ο Φρίξος θα ήταν ευχαριστημένος επειδή θα έπαιρνε χρήματα από αυτά που προορίζονταν για τους δανειστές, αφού και ο ίδιος είχε δανείσει τον κουνιάδο του. Μετά από αυτά πήγαν μια Κυριακή μεσημέρι όλοι μαζί στο σπίτι του Αγαμέμνονα και της Ιοκάστης. Χαμόγελα ο Φρίξος, γλυκιά κατανόηση η Ευαγγελία, εκκεντρική εγκυμονούσα η Ιόλη και σκεπτικός ο Αχιλλέας. Έπρεπε να το πει με τρόπο, θα τους έρχονταν κόλπος. Είχαν κάπως μεγαλώσει. Το είπε κοφτά. Η αντίδραση ήταν ήπια. Κοντανασαίνοντας ο Αγαμέμνων Κοντολέων τους απεκάλυψε ότι είχε ήδη ανοίξει τραπεζικό λογαριασμό πολλών χιλιάδων δραχμών στα ονόματα «Αγαμέμνων Κοντολέων του Αχιλλέως (παππούς) και Αγαμέμνων Κοντολέων του Αχιλλέως (εγγονός)». Είχε τις επαφές του στην τράπεζα, εκεί είχε όλα του τα χρήματα, δεν θα τον έχαναν από πελάτη για μια ασυνήθιστη καταχώρηση σε βιβλιάριο. Δήλωσε επίσης ότι την επομένη θα έβαζε ένα ίδιο ποσό στα ονόματα «Ιοκάστη σύζ. Αγαμέμνονος Κοντολέων, (γιαγιά) και Ιοκάστη θυγάτηρ Αχιλλέως Κοντολέων (εγγονή)». Έγινε ο τοκετός, όλα πήγαν καλά και δέκα μήνες μετά αποφασίζουν να βαπτίσουν τα παιδιά. Ο Αγαμέμνων μεγάλος σε ηλικία και με προβλήματα υγείας κινείται με δυσχέρεια εκτός σπιτιού. Υποφέρει από άσθμα και καρδιά. Η Ιοκάστη είναι στις αρχές της αλτσχάιμερ. Η βάπτιση κανονίστηκε για τα τέλη του μηνός Μαΐου και ο Δεσπότης της πόλης, που είχε αναλάβει ένα-δυο χρόνια πριν, θέλησε να τελέσει ο ίδιος το μυστήριο, λόγω του γιατρού πρωτίστως και δευτερευόντως του Αγαμέμνονα, που ήταν τέως παράγων στην πόλη. Μεγάλη τιμή. Ο Αχιλλέας και η Ιόλη έφυγαν για ιατρικό συνέδριο στην Αμερική, θα γύριζαν 23 Μαΐου, μία εβδομάδα πιο μπροστά από τη βάπτιση. Τα χαρτιά θα τα ετοίμαζε ο παππούς Αγαμέμνων, που τους ήξερε όλους σε Δημαρχείο και Μητρόπολη και τα τεχνικά θέματα της βάπτισης οι δύο νονές. Όμως αλλιώς τα φέρνει η ζωή. Ο Αχιλλέας και η Ιόλη γύρισαν εσπευσμένα στις 20 Μαΐου για να κηδέψουν τον Αγαμέμνονα και την Ιοκάστη. Τους τηλεγράφησαν επειγόντως να γυρίσουν για να προλάβουν τις κηδείες. Είχε ζέστη και δεν μπορούσαν να κρατήσουν τις σορούς, ενώ υπολειτουργούσαν τα ψυγεία του νεκροτομείου. Δεν κατάφεραν να επικοινωνήσουν τηλεφωνικά με Ελλάδα να μάθουν τι συνέβη, έτσι πήραν την πρώτη πτήση της Ολυμπιακής Αεροπορίας και γύρισαν σπίτι. Εκτός από τον πόνο και τη θλίψη, τους άφησαν άφωνους αυτά που έμαθαν. Ήταν Μάιος όταν πήγε ο Αγαμέμνων να εκδώσει τις άδειες για τη βάπτιση. Όταν τον ρώτησαν στη Μητρόπολη τι ονόματα θα δοθούν στα παιδιά, τους είπε με καμάρι «Αγαμέμνων και Ιοκάστη». Ο γραμματέως της Μητρόπολης του είπε ότι δεν μπορεί να δοθούν τέτοια ονόματα διότι δεν είναι χριστιανικά, δεν υπάρχουν άγιοι ή όσιοι με τέτοιο όνομα. «Εμένα και τη γυναίκα μου πώς μας βάπτισαν;» ρώτησε. «Τότε επιτρέπονταν» του είπε. «Εδώ και τρεις μήνες, τον Φεβρουάριο, απαγορεύθηκε με απόφαση της Ιεράς Συνόδου». Ζήτησε να δει τον Δεσπότη, ο οποίος θα τελούσε το μυστήριο ύστερα από επιθυμία του. Του είπε ακριβώς τα ίδια. Δεν μπορούσε να κάνει απολύτως τίποτε, πόσο μάλιστα που ο ίδιος ήταν Συνοδικός, όταν προ τριμήνου ελήφθη η απόφαση, δηλαδή μετείχε στη συνεδρίαση και ψήφισε την απόφαση της Συνόδου. Όσο του έλεγε αυτά ο Δεσπότης, ο Αγαμέμνων έχασε την επαφή με το περιβάλλον, ξέσφιξε τη γραβάτα του, πήρε μια βαθειά ανάσα και σωριάστηκε στο πάτωμα. Τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του. Κάποιος χωρίς σκέψη πολλή το είπε στην Ιοκάστη. Αυτή, σαν να συνήλθε προς στιγμήν από την αλτσχάιμερ, φώναξε με φωνή όλο πείσμα «τότε και γω μαζί του», πήγε να πέσει από το μπαλκόνι, αλλά, επειδή ίσως ξαναγύρισε η αλτσχάιμερ πήρε λάθος κατεύθυνση, έπεσε πάνω στον τοίχο και σωριάστηκε στο πάτωμα με σπασμένο αυχένα από το κτύπημα στην τραπεζαρία. Τα βαφτίσια έγιναν ύστερα από λίγο καιρό όπως τα είχε ονειρευτεί ο Αγαμέμνων Κοντολέων του Αχιλλέως, σε ένα μακρινό ορεινό χωριό, όπου ο ιερέας είχε πρόσφατα διοριστεί και δεν είχε ενημερωθεί για την απόφαση της Ιεράς Συνόδου του περασμένου Φεβρουαρίου, αφού δε βρήκε αρχείο εγγράφων από την προηγούμενο ιερέα.