Ο Ξεναγός – Γιώργος Μπιλικάς
Ο Ξεναγός (Από τη συλλογή «Οι Προφήτες Με Τα Λυπημένα Μάτια») Όταν το αεροπλάνο προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο της Μαδρίτης, η μνήμη του ταξίδεψε στο παρελθόν, ανάβοντας αυτόματα το λυχνάρι της ανάκλησης των πληροφοριών που ήταν καταχωρημένες στους πάπυρους του μυαλού του με μελάνη ανεξίτηλη. Σαν αρχαιολόγος που ήταν, δεν είχε παρά να βάλει τα κομμάτια του παζλ στη σωστή τους θέση και να συμπληρώσει τον χάρτη. Ήταν αρκετά χρόνια τώρα που είχε εγκαταλείψει την Αθήνα και ζούσε μόνιμα στην Ισπανία. Εκεί, κατάφερε τελικά να πιάσει δουλειά σαν ξεναγός, και του άρεσε να δουλεύει ιδιωτικά με επιλεγμένους πελάτες. Από τη φύση της δουλειάς, ήταν αναγκασμένος να ταξιδεύει από πόλη σε πόλη,
-- 1 of 5 --
και σαν έδρα του, είχε προτιμήσει να πηγαινοέρχεται ανάμεσα σε Κόρδοβα και Σεβίλλη, δύο πόλεις της Ανδαλουσίας που πάντοτε τον γοήτευαν. *** Χτύπησε το κουδούνι της, και άκουσε τα βήματά της να πλησιάζουν. Καθώς του άνοιξε, η σκοτεινή είσοδος φωτίστηκε από τα μάτια της, που έμοιαζαν σαν λίμνη με λαδοπράσινα νερά. Τον κοίταξε με αυτά τα λαδοπράσινά της μάτια. Είχε ακούσει πολλά γι αυτόν. Είχε μάλιστα διαβάσει και αρκετά άρθρα του στο παρελθόν που είχαν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά, αλλά ήταν η πρώτη φορά που θα τον συναντούσε. «Καλησπέρα σας!». «Καλησπέρα!». «Είσαστε η κοκκινομάλλα με τα λαδοπράσινα μάτια;». «Χα! Ωραίο αυτό. Έτσι με φωνάζουν;». «Δεν γνωρίζω πώς σας φωνάζουν, αλλά εδώ με έστειλαν». «Σας …έστειλαν;». «Ναι, και για μια στιγμή μπερδεύτηκα επειδή δεν είδα κάποιο νούμερο στην είσοδο. Έρχομαι από το γραφείο των ξεναγών». «Α ναι! Είχα ζητήσει κάποιον ξεναγό σχετικά με τον Καθεδρικό Ναό του Τολέδο». «Ωραία λοιπόν. Είμαι στη διάθεσή σας». Έτσι γνωρίστηκαν πριν από λίγο καιρό και αυτή η γνωριμία εξελίχθηκε σε έναν έρωτα που ανανεωνόταν διαρκώς μέσα από μία συνεχή προσωπική ξενάγηση, πότε στη Γρανάδα, πότε στη Βαλένθια, πότε στο
-- 2 of 5 --
Τορεμολίνος, πότε στο Αλχεθίρας και πότε στην Κόρδοβα. *** Το σπίτι που έμεναν στην Κόρδοβα δεν ήταν μεγάλο, αλλά για τους δυο τους ήταν μια χαρά. Εκείνος ήταν ξαπλωμένος στο τεράστιο διπλό κρεβάτι της κρεβατοκάμαρας και συμβουλευόταν κάποιες πληροφορίες σε έναν τουριστικό χάρτη σχετικά με την Σεβίλλη και τον Γκουαδαλκιβίρ. Εκείνη, βγήκε από το μπάνιο και κούρνιασε στην αγκαλιά του. «Ο θόρυβος της σιωπής σου είναι εκκωφαντικός». «Μα δεν μίλησα αγάπη μου. Δεν είπα κάτι». «Αυτό λέω. Δεν μίλησες. Με κοίταξες όμως». «Ναι αυτό το ομολογώ. Δεν χορταίνω άλλωστε να σε κοιτάζω». «Οκ, αλλά δεν μπορείς όταν με κοιτάς να μη λες τίποτα;». «Μα δεν είπα». «Είπες. Μίλησες σιωπηλά, είπες ότι με λατρεύεις και με ξεκούφανες. Αφού σηκώθηκε όλη η Κόρδοβα στο πόδι. Γι αυτό σου είπα ότι ο θόρυβος της σιωπής σου είναι εκκωφαντικός». «Αααα… αυτό εννοείς; Ε αυτό γίνεται αυτόματα. Αφού σ’ αγαπώ τι να κάνω; Πώς θα γίνει να μην το δείχνω; Προτιμάς να μη σε κοιτάζω;». «Μα σε πειράζω καλέ μου… Όμως πες μου… Πού σκοπεύεις να με πας εσύ που κατέχεις το θέμα Ισπανία; Τι έχει σήμερα το πρόγραμμα Αγαπημένε μου Ισπανέ ιππότη;».
-- 3 of 5 --
«Ωραία το έθεσες. Σήμερα λέω να σε πάω να δεις τη Μεσκίτα». «Μεσκίτα;». «Ναι. Η Μεσκίτα είναι ένα αριστούργημα της τέχνης. Είναι ένα περίφημο Αραβικό τζαμί, από τα πιο σπουδαία». «Την ιστορία θέλω». «Την ιστορία λοιπόν… Όταν οι Μαυριτανοί κυρίευσαν την Κόρδοβα, και την έκαναν πρωτεύουσα του Χαλιφάτου, έχτισαν ένα τζαμί που το ονόμασαν Μεσκίτα και το οποίο έχει μια ιδιαιτερότητα». «Για πες..». «Από όλες τις χώρες που είχαν κατακτήσει, έφεραν κίονες για να στηρίξουν την οροφή του τζαμιού». «Αυτή είναι η ιδιαιτερότητα;». «Ναι, γιατί όπως είναι φυσικό, οι κίονες δεν είναι ίδιοι ούτε στο σχέδιο, αλλά ούτε και στο ύψος. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει ομοιομορφία στο εσωτερικό του τζαμιού. Τα τόξα που ενώνουν τους κίονες είναι αλλού χαμηλότερα και αλλού υψηλότερα, εξ αιτίας του ύψους των κιόνων. Έτσι λοιπόν, έχουμε εδώ μια -κατά κάποιον τρόπο- επίδειξη των χωρών που είχαν κατακτήσει». «Χμμμ… Συλλέκτης ο Χαλίφης…». «Ναι!». «Πάρα πολύ ωραία... Εκεί θα με πας σήμερα μωρό μου;». «Ναι». «Και μετά;». «Μετά θα σε πάω σε ένα υπέροχο ταβερνάκι για φαγητό και σανγκρία». «Και μετά;».
-- 4 of 5 --
«Μετά θα απολαύσουμε κάπου ένα ποτό. Έχει τόσο υπέροχα μπαράκια η Κόρδοβα». «Μετά;». «Ε ρε αγάπη μου πάρε κι εσύ μια φορά μια πρωτοβουλία». «Εντάξει. Μετά θα σου πω εγώ τι θα κάνουμε». «Τι θα κάνουμε;». «Θα επιστρέψουμε στο σπίτι και εσύ σαν καλός νοικοκύρης, θα ανάψεις τα καλοριφέρ, θα ζεστάνεις το κρεβάτι και θα με περιμένεις». «Εσύ τι θα κάνεις;». «Εγώ, θα πάω να δροσίσω το κορμί μου το φιδίσιο και θα έρθω να χωθώ στην αγκαλιά σου». «Ναι μωρό μου;». «Ναι!». «Και τι θα κάνουμε;». «Θα …μου διαβάζεις!!!». Γιώργος Μπιλικάς
-- 5 of 5 --