Το Πάρκο – Γιώργος Μπιλικάς
Το Πάρκο (Από τη συλλογή «Οι Προφήτες Με Τα Λυπημένα Μάτια») Ο πρίγκιπας γυρόφερνε ανήσυχος στην αυλή του παλατιού. «Έλα μέσα παιδί μου μην κρυώσεις έξω. Έβαλε ψύχρα». «Άσε με ρε μάνα και έχω τα νεύρα μου». «Ε καλά, καταλαβαίνω, αλλά μην κάνεις έτσι. Θα βρεθεί η νύφη». «Μα πότε επιτέλους; Είναι δυνατόν ολόκληρη αυτοκρατορία και να μην βρίσκεται μια νύφη της προκοπής;». «Μα κι εσύ αγόρι μου βάζεις δύσκολα τεστ και δεν μπορούν να τα περάσουν». «Μα πού την είδες ρε μάνα τη δυσκολία; Απλά πράγματα είναι. Θυμάσαι και τις τρεις περιπτώσεις;». «Όχι αγόρι μου. Έχω και μια ηλικία πια. Για πες». «Ε αυτή που ήρθε πρώτη, την έβαλα να σκουπίσει». «Αχ ναι. Και τι έγινε;».
-- 1 of 6 --
«Ε τι να γίνει ρε μάνα; Μάζεψε και άφησε όλα τα σκουπίδια μπροστά στο τζάκι». «Αχ αγόρι μου, δεν ξέρουνε οι σημερινές να σκουπίζουνε. Μόνο να βάφονται ξέρουνε. Στη δεύτερη τι τεστ έβαλες;». «Την έστειλα να περιποιηθεί τον κήπο». «Και λοιπόν; ». «Ε είδε ένα σκουληκάκι και έβαλε τις φωνές, λες και είδε κανένα δράκο». «Φοβούνται αγόρι μου οι σημερινές. Δεν είναι σαν και μας». «Έλα ρε μάνα που φοβούνται. Επίτηδες το έκανε για να τα παρατήσει και να φύγει. Ήθελε να πάει να σερφάρει στο διαδίκτυο». «Αχ αγόρι μου τι να πω; Και η τρίτη;». «Ε από την τρίτη ζήτησα να μου βρει έναν παπαγάλο που να λέει τη λέξη Rolling Stones και είναι τώρα δύο μήνες που έχει εξαφανιστεί». «Ε μα κι εσύ πια, Rolling Stones βρήκες να ζητήσεις;». «Ε τι να της βάλω ρε μάνα; Τερλέγκα;». «Κάτι εξευγενισμένο από τα δικά μας ίσως. Μάλαμα, Ιωαννίδη, Περίδη, Χαρούλη, Λουδοβίκο… Τόσα παλικάρια έχουμε στην αυτοκρατορία». «Ναι δε λέω, αλλά τη θέλω ροκού την πριγκίπισσα που θα βρω. Άμα δεν γουστάρει Neil Young, δεν κάνουμε χωριό». «Ουφ! Τι να σου πω παιδάκι μου; Εσύ ξέρεις. Και σε τι στάδιο βρίσκονται τώρα οι αναζητήσεις σου;». «Μα γι αυτό περπατάω έξω στον καθαρό αέρα μπας και σκεφτώ κάτι». «Μη μου κρυώσεις αγόρι μου».
-- 2 of 6 --
«Έλα ρε μάνα μη σου κρυώσω και μη σου κρυώσω όλη την ώρα». «Άκουσέ με λίγο σε παρακαλώ. Να πας να δεις τον μάγο που έχουμε στο παλάτι». «Λες;». «Λέω. Τι έχεις να χάσεις;». «Σωστά». Μια και δυο, ο πρίγκιπας ξεκίνησε να πάει στον μάγο και σε λίγο, χτύπαγε την πόρτα του. «Ωωωω, Υψηλότατε τα σέβη μου». «Μάγε μου θέλω τη βοήθειά σου». «Στη διάθεσή σας Υψηλότατε». «Γνωρίζεις ασφαλώς την περιπέτειά μου σχετικά με τη νύφη που ψάχνω να βρω». «Ναι Υψηλότατε το γνωρίζω. Τι μπορώ να κάνω;». «Επειδή μέχρι τώρα δεν έχω αποτέλεσμα, θέλω να μου δώσεις συμβουλές και ιδέες». «Χμμμ! Συμβουλές και ιδέες ε;». «Ναι μάγε μου». Ο μάγος έβγαλε αμέσως το μυτερό του καπέλο, στάθηκε πάνω από ένα καζάνι που έβραζε και είπε μερικές μαγικές λέξεις: «Αμπρακαντάμπρα, Ντουμ σπίρο σπέρο, μάρε νόστρουμ, πρόκολ χάρουμ, μέα κούλπα». Αμέσως, μέσα από το καπέλο του εμφανίστηκε ένα ζευγάρι γυναικεία παπούτσια. «Αυτό είναι Υψηλότατε». «Τα παπούτσια μάγε;». «Ε βέβαια. Θα πας μ’ αυτά στο πάρκο και θα περιμένεις». «Τι θα περιμένω;». «Την πριγκίπισσα που θα έρθει».
-- 3 of 6 --
«Στο πάρκο θα έρθει;». «Ναι, αλλά πρόσεξε. Πρέπει να είναι βράδυ, κάπως αργά και να έχει και λίγη ψύχρα». «Μπα;». «Ναι! Θα καθίσεις κάπου και θα έρθει». «Και πώς θα ξέρω ότι θα είναι αυτή που ψάχνω;». «Ε μα γι αυτό σου δίνω τα παπούτσια. Αυτό το ζευγάρι θα κάνει μόνο στα δικά της πόδια». «Χμμμ! Σωστός ο μάγος. Μάνα…». «Έλα καμάρι μου». «Θα πάω μια βόλτα μέχρι το πάρκο». «Τέτοια ώρα μεσ’ τη νύχτα; Και έβαλε και ψύχρα;». «Έτσι είπε ο μάγος». «Αχ! Αυτός ο μάγος θα μου το αρρωστήσει το παιδί μου. Να ντυθείς καλά». Αμέσως ο πρίγκιπας καβάλησε το άλογό του και όταν έφτασε στο πάρκο, κάθισε σε ένα παγκάκι και περιεργάστηκε τα παπούτσια που του είχε δώσει ο μάγος. Ένας γλόμπος πιο πέρα, έριχνε λίγο φως στο χώρο. Του φάνηκαν μικρά τα παπούτσια, αλλά δεν πρόλαβε να σκεφτεί πολλά πάνω σ’ αυτό, γιατί είδε μία γυναικεία σιλουέτα να πλησιάζει. «Μπορώ να καθίσω δίπλα σας;» Τον ρώτησε. «Μα και βέβαια… παρακαλώ… καθίστε… Άλλωστε το παγκάκι δεν είναι δικό μου». «Σας ευχαριστώ». «Μα τι πάθατε;». «Ε να… καθώς περπατούσα μου έφυγε το τακούνι και τώρα έμεινα χωρίς παπούτσια». «Α μην ανησυχείτε. Έχω εγώ». «Τι έχετε εσείς;». «Παπούτσια».
-- 4 of 6 --
«Έχετε κάπου μαγαζί; Μα δεν έχετε κλείσει τέτοια ώρα;». «Μαγαζί; Τι μαγαζί; Όχι! Δηλαδή θέλω να πω… Να κοιτάξτε… ας δούμε αν αυτά σας κάνουν…». Έπιασε το πόδι της, έκλεισε την πατούσα της μέσα στη χούφτα του, της έδωσε το παπούτσι να το φορέσει και ω του θαύματος, της ήρθε κουτί. «Εσύ είσαι!!!» Αναφώνησε ο πρίγκιπας. «Ωωωω!!! Σας ευχαριστώ πάρα πολύ και σας είμαι υποχρεωμένη, αλλά τι εννοείτε εγώ είμαι; Ε εγώ είμαι ναι. Θα μπορούσα να είμαι ...άλλη; Εσείς δηλαδή δεν είστε εσείς;». «Εγώ είμαι, αλλά να… θέλω να πω… που έψαχνα… και… καταλάβατε;». «Δεν έχω ιδέα από όλα αυτά που λέτε. Τι σας οφείλω όμως;». Λέγοντας όλα αυτά, και μέσα στον ενθουσιασμό του ο πρίγκιπας, μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα την είχε μέσα στην αγκαλιά του. «Μήπως είστε πολύ επάνω μου κύριε;». «Ε; Χμμμ… ναι… δηλαδή… χμμμ… λέτε να πιάσουμε κοριούς; Να... θα πάω να κάτσω εκεί απέναντι». «Καλέ όχι. Ελάτε εδώ. Πού πάτε;». «Αστειεύομαι. Τώρα που σε βρήκα και σου κάνουν και τα παπούτσια θα φύγω;». «Θέλω να καπνίσω. Να στρίψω ένα τσιγάρο; Σας πειράζει;». «Όχι βέβαια. Τι να με πειράζει; Να… έχω και μία ταμπακέρα που στρίβει τσιγάρα». Κάθισαν αρκετή ώρα αγκαλιασμένοι εκεί στο παγκάκι και σε λίγο τη συνόδευε μέχρι το σπίτι της. Όταν
-- 5 of 6 --
έφτασαν σχετικά κοντά, την κοίταζε για λίγη ώρα καθώς εκείνη απομακρυνόταν και γύρισε και εκείνος ευχαριστημένος και ευτυχισμένος στο παλάτι πάνω στο άλογό του. Είχε βρει επιτέλους την πριγκίπισσά του. «Αγόρι μου γύρισες;». «Κοιμήσου ρε μάνα. Κοιμήσου γιατί ξέχασα να τη ρωτήσω αν γουστάρει τους Rolling Stones». Γιώργος Μπιλικάς
-- 6 of 6 --