Μετάβαση στο περιεχόμενο
Νίκος Καζαντζάκης

Νίκος Καζαντζάκης

👁 18.6k προβολές

Βιογραφικό

O Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957) είναι ένας μεγάλος ποιητής και πεζογράφος με παγκόσμια αναγνώριση. Είναι o μοναδικός Eλληνας συγγραφέας που μεταφράστηκε σε πάνω από σαράντα ξένες γλώσσες και που έκαμε γνωστή την Ελλάδα σε όλο τον κόσμο.

O Ν.Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 18 Φεβρουαρίου του 1883. Τα πρώτα μαθήματα τα διδάχτηκε στην πατρίδα του και στη Νάξο· Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, μετεκπαιδεύτηκε στο Παρίσι κι έγινε Υφηγητής της Νομικής Σχολής. Στα πέντε χρόνια που ταξίδεψε σ’ όλη την Ευρώπη έμαθε στην εντέλεια εφτά ξένες γλώσσες, εκτός από τα Λατινικά και τ’ Αρχαια Ελληνικά, που είχε μάθει σε βάθος στα χρόνια που φοίτησε στο Γυμνάσιο καί Πανεπιστήμιο. Αργότερα ταξίδεψε στην Παλαιστίνη, την Αίγυπτο, την Κίνα, την Ιαπωνία· έμεινε δυο χρόνια στη Ρωσία και περίπου τρεις μήνες στο Αγιον Ορος. Στα 1919 διορίστηκε Γενικός Διευθυντής στο Υπουργείο Οικονομικών από τον Βενιζέλο και τότε οργάνωσε μιαν αποστολή στον Καύκασο και Νότια Ρωσία, για τη μεταφορά 150.000 Ελλήνων στη Μακεδονία και Θράκη. Κατά τη Γερμανο-ιταλική κατοχή έζησε σε απομόνωση στην Αίγινα, με μεγάλη στέρηση. Για ένα μικρό διάστημα, στα 1945, υπήρξε Υπουργός Πολιτισμού στην Κυβέρνηση Σοφούλη. Στα 1947 διορίστηκε Διευθυντής των μεταφράσεων κλασικών, στην Ουνέσκο. στο Παρίσι, ως εκπρόσωπος της Ελλάδας. Υστερα όμως από ένα χρόνο αποσύρθηκε μόνος του και εγκαταστάθηκε στην αρχαία ελληνική πόλη της Νότιας Γαλλίας Αntibes (Αντίπαλη) της Γαλλικής Ριβιέρας, για ν’ αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη λογοτεχνία. Παντρεύτηκε δυο φορές, πρώτα με τη Γαλάτεια Αλεξίου (Καζαντζάκη) κι υστέρα με την Ελένη Σαμίου. Με καμιά από τις δυό δεν απόχτησε παιδιά.

Το πρώτο του βιβλίο, «Οφις και κρίνο», βγήκε το 1906, μα ο Καζαντζάκης το απόσυρε αργότερα. Το 1910 έγραψε το μυθόδραμα «Ο Πρωτομάστορας». Τώρα αρχίζει μια καινούρια περίοδος στη ζωή του, τα ταξίδια και οι διαμονές του έξω από την Ελλάδα. Στα 1907 φεύγει για τη Ρώμη, έπειτα πάει στο Παρίσι, όπου μένει τρία χρόνια και μελετά τη φιλοσοφία του Μπέρξον. Σύγχρονα ανακαλύπτει και μελετά τις θεωρίες του Νίτσε, του οποίου αργότερα θα μεταφράσει τα κύρια έργα: «Ετσι μίλησε ο Ζαρατούστρας» και «Η γέννηση της Τραγωδίας». Συνεπαρμένος από τη φιλοσοφία του δασκάλου του Μπέρξον για «τη ζωτική ορμή», όπως την αναπτύσσει στο κύριο φιλοσοφικό του έργο, «Δημιουργική εξέλιξη», γράφει ο Καζαντζάκης μια μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο «Δελτίον του Εκπαιδευτικού Ομίλου», στα 1913, οπου αναλύει τη φιλοσοφία του Μπέρξον, που τόσο τον επηρέασε σε όλη του τη ζωή. Ο φιλόσοφος Νίτσε, με τη θεωρία του υπερανθρώπου, επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τον Καζαντζάκη και τον έκαμε να μην πιστεύει σε καμιά μεταφυσική ελπίδα.

O Ν.Καζαντζάκης είναι τέκνο της εποχής του, που πάλλεται από τις συγκινήσεις των συγκαιρινών του. Είναι ζωντανός αντίλαλος όλων των σπουδαιότερων γεγονότων, όχι μόνο της Ιστορίας της Ελλάδας, αλλά και της Οικουμένης. Είναι ένας αιώνιος περιηγητής που δεν μπορει να σταματήσει σ’ ένα μέρος και ψάχνει νέες απάτητες ακτές. Ανάβει από τους ενθουσιασμούς των συνανθρώπων του, είναι ένα μεγάλο και ανικανοποίητο πνεύμα, καταδιώκεται από τη φωτιά χιλιάδων ροπών, ειλικρινής και αφοσιωμένος οπαδός του καινούριου, πού, παρά τις περιπλανήσεις του, δεν μπορεί να βρεί το αναζητούμενο ιδανικό, που κυνηγάει επί έξι δεκαετίες.

Γεννημένος στην Κρήτη, ο Καζαντζάκης ζεί από τα παιδικά του ακόμα χρόνια σε ατμόσφαιρα ηρωικών θρύλων, επαναστατικού πνεύματος και πλέριας αφοσίωσης στον αγώνα για την απελευθέρωση του γενέθλιου νησιού. Ετσι, από πολύ νωρίς, καταλαβαίνει τη μοίρα του αγωνιστή της ελευθερίας. Κάνοντας τον ισολογισμό της ζωής του, στο τελευταίο του έργο «Αναφορά στον Γκρέκο», ο Καζαντζάκης δίνει μεγάλη σημασία στους αγώνες της Κρήτης για την ατομική του διαμόρφωση και ανάπτυξη.

Τα φοιτητικά του χρόνια στην Αθήνα δεν τον ησυχάζουν ασφυκτιά μέσα του η φλογερή νεανική φαντασία. Η Ελλάδα είναι πολύ μικρή για τα νεανικά του όνειρα. Γι’ αυτό, παίρνοντας με άριστα το πτυχίο του της Νομικής, σηκώνει τα φουσκωμένα πανιά του σκάφους του που τον φέρνουν στη Γαλλία, όπου νομίζει ότι θα βρεί να λύσει τα προβλήματα που τον ανησυχούν. Το Παρίσι τον γοητεύει όχι με την εξωτερική του λαμπρότητα και τη βαβυλωνιακή χλιδή του, αλλά με την πνευματικότητα του. Διαβάζει άπληστα τα νέα έργα της σύγχρονης λογοτεχνίας, που προκαλούν συγκλονιστικές εντυπώσεις στο νεανικό του νου. Ακούει τίς εξαίσιες μελωδίες, της μουσικής του 19ου αιώνα, γνωρίζει τ’αριστουργήματα της τέχνης. Ακούει τα μαθήματα φιλοσοφίας του Μπέρξον μελετάει βαθιά τα έργα του Νίτσε και συνεπαρμένος από τη φιλοσοφία του ξεχνάει τίς κακουχίες και την πείνα της ξενιτιάς. Καρπός αυτής της ροπής είναι η διδακτορική του διατριβή με θέμα: «Ο Νίτσε και η φιλοσοφία του δικαίου». Η ιδέα για τον υπεράνθρωπο, για την αυτοθυσία, θα τον συγκινεί για πολλά χρόνια.

Επειτα από την επιστροφή του στην Ελλάδα γύρω στα 1910, ξεκινάει για «προσκύνημα» στους «Ιερούς» τόπους της πατρίδας του. Την περιηγείται και χαίρεται την έξοχη φύση της, τους ανθρώπους, που την εξευγενίζουν με τη δουλειά τους. Οι θύμησες αυτών των ημερών, συναγμένες σε πολλά σημειωματάρια, θα μπούνε στα θεμέλια των μελλοντικών του έργων. Οι περιπλανήσεις αυτές, τον φιλιώνουν για πολύ καιρό με τον ποιητή Αγγελο Σικελιανό, που ασκεί ιδιαίτερη επίδραση επάνω του. Αυτό το ταξίδι θα το κάνει για άλλη μια φορά, αργότερα, με τον Πανάιτ Ιστράτι, ζώντας άλλη μια φορά τις θύμησες της τρισχιλιόχρονης ιστορίας της πατρίδας του.

Ο 1oς Παγκόσμιος πόλεμος, που κατάστρεψε τα πάντα, σημάδεψε το τέλος μιας εποχής. Αυτός ο πόλεμος στρέφει και το βλέμμα του Καζαντζάκη σε άλλη κατεύθυνση. Καταλαβαίνει πως ακόμα και οι καλύτερες ιδέες δεν είναι αρκετές για ν’ αλλάξουν τον κόσμο.

θ’ αναζητήσει την επιβεβαίωση των στοχασμών του σε πολλές χώρες, διδασκαλίες και βιβλία. Στα 1917 βρίσκεται στην Ελβετία. Υστερα, μετά μια σύντομη επιστροφή στην Ελλάδα (1919-1921) φεύγει πάλι σε διάφορα ταξίδια. Στα 1921 -1924, στην Αυστρία, Γερμανία, και Ιταλία. Το 1925 πήγε στη Ρωσία, το 1926 στην Ισπανία και το 1927 πάλι στη Ρωσία, προσκαλεσμένος για τα δεκάχρονα της Οκτωβριανής επανάστασης. Στη συνέχεια επισκέπτεται την Απω Ανατολή (Κίνα, Ιαπωνία, Μαντζουρία, Κεντρική Ασία και Θιβέτ), την Παλαιστίνη, το Ορος Σινά και την Αίγυπτο. Αυτά τα ταξίδια τα κόβουν διαμονές στην Αγγλία, τη Γαλλία και την Ελλάδα, μακριά από την πολύβοη ζωή της Αθήνας, στην Αίγινα, που στάθηκε για το συγγραφέα σαν ένα ερημητήριο, οπου έγραψε τα περισσότερα έργα του. Στα 1946 φεύγει από την Ελλάδα για να εγκατασταθεί στη Γαλλία. Επιλέγει την Αντίπολη, αρχαία ελληνική αποικία κοντά στην Κυανή Ακτή της Νότιας Γαλλίας, σαν μόνιμη διαμονή του. Εκεί εξακολουθεί να γράφει και να δημοσιεύει, παλεύοντας με την αρρώστια, που έμελλε να νικήσει τίς δυνάμεις και τη θαυμάσια θέλησή του, επιστρέφοντας από ένα τελευταίο ταξίδι που έκαμε στην Κίνα, ύστερα από επίσημη πρόσκληση της Κινέζικης Κυβέρνησης.

Ο Νίκος Καζαντζάκης ήτανε ο μεγάλος ταξιδευτής. Είκοσι, περίπου, χρόνια ταξίδευε στην Ευρώπη, την Ασία, την Αφρική. Καημός και μεράκι να γνωρίσει όλον τον κόσμο από κοντά, να νιώσει τη μεγαλοσύνη του και μέσα στην πολλαπλότητα του την ενότητα. Το θέαμα του κόσμου τον μάγευε. Γι’ αυτό δίκαια μπορούμε να πούμε, πως όλη του η ζωή και όλη του η ιστορία είναι ένα ταξίδι, μια πολύμορφη περιπέτεια, ανάμεσα στα βιβλία, ανάμεσα στις ίδέες, ανάμεσα στους τόπους και τους ανθρώπους.

Ο Καζαντζάκης αγαπά με πάθος την ελευθερία, γιατί πιστεύει ότι ο άνθρωπος δεν ζεί χωρίς ελευθερία και ελευθερία δεν υπάρχει, αν δεν στηρίζεται στη δικαιοσύνη. Ακόμα, πολλοί είπαν τον Καζαντζάκη άθεο. Τούτο είναι άδικο. Κανένας συγγραφέας στον κόσμο ως τώρα δεν αναφέρει στα έργα του το θεό περισσότερo από τον Καζαντζάκη. Ακόμα και στα εκατοντάδες γράμματα του προς τους φίλους του πάντα τελείωνε με τη φράση: «Ο θεός μαζί σου».

Ο Νίκος Καζαντζάκης είναι από τα μεγάλα πνεύματα της νεώτερης Ελλάδας, ένα κεφάλαιο της σύγχρονης ελληνικής δόξας και αληθινός Πατριάρχης της ελληνικής λογοτεχνίας. Ηταν – μαζί με τον Παλαμά – ένας μεγάλος δουλευτής. Μας άφησε δώδεκα τραγωδίες, έξι ταξιδιωτικά βιβλία, εφτά μυθιστορήματα, το μεγαλύτερο ελληνικό επικό ποίημα, την «Οδύσσεια», μεταφράσεις του Ομήρου, του Δάντη, του Γκαίτε, του Σαίξπηρ, του Νίτσε, και αναρίθμητα άρθρα και μελέτες σε περιοδικά και εφημερίδες.

Εφερε στον κόσμο ένα μήνυμα: «κόσμος χωρίς ΘΕΟ δε θεμελιώνεται, μα και κόσμος χωρίς δικαιοσύνη δεν κυβερνιέται». Σ’ όλο του το έργο μια κραυγή διαλάλησε: “την ανάγκη για ελευθερία στον αγώνα μας να βρούμε νόημα στη ζωή”. Είδε, όπως ήταν φυσικό τις υπερβολές της θρησκευτικότητας στο όνομα του Χριστού και με θεϊκό πάθος προσπάθησε να κρατήσει τη ζωή ανθρώπινη.

Το πρόβλημα του θανάτου το αντιμετώπισε “χωρίς φόβο και χωρίς ελπίδα”.
«Ξέρω καλά πως ο θάνατος δεν νικιέται, μα η αξία του ανθρώπου δεν είναι η Νίκη, παρά ο αγώνας για τη Νίκη. Καί ξέρω ακόμα ετούτο το δυσκολότερο: δεν είναι ούτε ο αγώνας για τη Νίκη – η αξία του ανθρώπου είναι μια μονάχα, ετούτη: να ζεί και να πεθαίνει παλικαρίσια και να μην καταδέχεται αμοιβή. Κι ακόμα ετούτο, το τρίτο, ακόμα πιο δύσκολο: η βεβαιότητα πώς δεν υπάρχει αμοιβή, να μη σου κόβει τα ήπατα, παρά να σε γεμίζει χαρά, υπερηφάνεια και αντρεία ».
Γι’ αυτό και πάνω, στον τάφο του στο κάστρο του Ηρακλείου διαβάζαμε τον πιο απλό επιτάφιο, που τον έγραψε o ίδιος: «Δεν ελπίζω τίποτα. Δεν φοβούμαι τίποτα. Είμαι λεύτερος».
Πέθανε στο Φράϊμπουρ της Γερμανίας το 1957. Μεταφέρθηκε όμως, η σωρός του και θάφτηκε στο κάστρο της γενέτειρας του κατά την επιθυμία του.

Εργογραφία

Κείμενα