Γιατρέ Μου… – Γιώργος Μπιλικάς
Γιατρέ Μου… (Από τη συλλογή «Οι Προφήτες Με Τα Λυπημένα Μάτια»)
Πετάχτηκα από το κρεβάτι μου σχεδόν τρομαγμένος. Αυτό δεν ήταν όνειρο, αλλά εφιάλτης. Είχα βρεθεί -λέει- ξαφνικά μέσα σε έναν πόλεμο που μόλις είχε τελειώσει και γύρω μου ήταν όλα ερείπια. Δεν υπήρχε τίποτα όρθιο. Είπα να μη δώσω σημασία, αλλά διαπίστωσα ότι το όνειρο αυτό με ταλαιπωρούσε αρκετές ημέρες, και ανησύχησα. Ανησύχησα τόσο πολύ, που δεν πήγα ούτε σε μάγισσες, ούτε σε χαρτορίχτρες, αλλά πήγα κατευθείαν στο γιατρό. Όλο και κάποια λύση θα είχε να μου προτείνει.
«Γιατρέ μου έτσι κι έτσι». «Ε καλά μην ανησυχείς. Ένα όνειρο είναι». «Κάτσε ρε γιατρέ… μισό λεπτό σε παρακαλώ. Εδώ μιλάμε για ολόκληρο πόλεμο και μου λες να μην ανησυχώ; Ήρθα επειδή ταλαιπωρούμαι ακόμα απ' αυτό». «Ησύχασε. Τίποτα δεν συμβαίνει. Όλα είναι μέσα στο κεφάλι σου». «Ε μα αυτό είναι το θέμα. Ότι όλα είναι μέσα στο κεφάλι μου. Γιατρέ μήπως μου κάνεις πλάκα;». «Για ξάπλωσε εκεί στο κρεβάτι σε παρακαλώ. Ξάπλωσε και πέστα μου όλα». «Ε όχι και όλα». «Τι θα πει όχι και όλα; Όλα πρέπει να μου τα πεις». «Γιατρέ δεν γίνεται να σου τα πω όλα». «Παζάρια θα κάνουμε τώρα;». «Ε δεν γίνεται όλα γιατρέ. Πρέπει να το καταλάβεις αυτό. Αφού ήμουνα με τη φίλη μου. Γίνεται λοιπόν να σου τα πω όλα; Δεν γίνεται». «Ε τέλος πάντων, βάλε τα ανάλογα "μπιπ". Άντε ξεκίνα. Χαλάρωσε και ξεκίνα». «Είδα ότι ήμουνα με τη φίλη μου σε ένα μπαράκι. Ακούσαμε τις μουσικές μας, ήπιαμε τα ποτά μας, και κάποια στιγμή, είπαμε να φύγουμε και πήγαμε στο μέρος που είχαμε παρκάρει το αμάξι. Μπήκαμε μέσα και η φίλη μου ήθελε να με στριμώξει». «Να σε στριμώξει;». «Ναι!». «Η φίλη σου;». «Ναι!». «Για λέγε». «Ε παίζουμε με τη φίλη μου. Κάνουμε διάφορα παιχνίδια μεταξύ μας και μου ζήτησε να με στριμώξει. Δηλαδή τι θα πει "μου ζήτησε", μου την έπεσε κανονικά. Αλλά εκεί επάνω στο στρίμωγμα, πάνω στο "μπιπ" δηλαδή, ένιωσα ξαφνικά ένα φως να πέφτει επάνω μας και μια φωνή να λέει "Ντυθείτε και βγείτε έξω από το αυτοκίνητο". Έβγαλα το κεφάλι μου από το παράθυρο να δω ποιος είναι, αλλά δεν ήταν κανείς. Το φως ήταν μετέωρο και όχι μόνο δεν ήταν κανείς, αλλά ξαφνικά είχα την εντύπωση ότι η πόλη είχε ερημώσει». «Μα αν είχε ερημώσει, τότε ποιος φώναξε;». «Έλα ντε. Έκανα ένα μικρό κύκλο γύρω από το αμάξι, και αυτή η αίσθηση της ερημιάς ήταν πολύ έντονη. Δεν ήξερα ούτε τι να κάνω, ούτε πού να πάω. Είδα μπροστά μου έναν δρόμο και λίγο πιο πέρα ένα φως και πήγα προς τα εκεί, αλλά όταν έφτασα, είδα κάποιον να με σημαδεύει με ένα όπλο και άρχισα να τρέχω πανικόβλητος. Έφτασα μπροστά σε μία καντίνα με "βρώμικα" και είδα κάποιον εκεί να περιμένει. Μόλις όμως με είδε έβαλε τις φωνές και εξαφανίστηκε. Την ίδια στιγμή παρουσιάστηκε μπροστά μου μία πολύ όμορφη γυναίκα και μόλις την είδα, τα 'χασα. "Όπα! Τι γυναικάρα είναι αυτή;" »Είπα μέσα μου, και για να διώξω την αμηχανία, της πρότεινα να παίξουμε ένα παιχνίδι: "Θέλεις μωρό μου να παίξουμε τον Αδάμ και την Εύα;". "Δεν πας καλά. Τρελός είσαι αγόρι μου; Δεν είδες πώς κατάντησε ο κόσμος από τότε που έπαιξαν αυτό το παιχνίδι; Για κοίτα γύρω σου να δεις τι συμβαίνει". »Κοίταξα γύρω και τότε συνειδητοποίησα ότι τα πάντα ήταν γκρεμισμένα λες και είχε γίνει πυρηνική καταστροφή. Δε μπορούσα να πιστέψω στα μάτια μου. "Μα… τι συνέβη εδώ;". "Εδώ μόνο; Παντού έτσι είναι. Χαμπάρι δεν πήρες ε; Όλος ο κόσμος καταστράφηκε από τον πόλεμο κι εσύ θέλεις παιχνίδια;".
»Είχε δίκιο. Την παράτησα και έφυγα και βρέθηκα μπροστά σε μια βιτρίνα με αυτοκίνητα. Εκεί ήταν ένας ολόλευκος άγγελος σαν κι αυτούς τους κλόουν που κάθονται ακίνητοι στους πεζόδρομους, που κρατούσε στα χέρια του ένα μάτσο κλειδιά και μου έδωσε ένα. Το πήρα και μπήκα σε ένα αυτοκίνητο. Το έβαλα μπρος, και άρχισα να κάνω βόλτες μέσα στους δρόμους της άδειας πόλης, αλλά όπως σου είπα γιατρέ, τα πάντα γύρω ήταν ερείπια. Τέλος πάντων, έκανα τις βόλτες μου αλλά όταν προσπάθησα να ανοίξω το ραδιόφωνο για να μάθω από τις ειδήσεις τι είχε συμβεί, μία γυναικεία φωνή σαν χάδι μου ψιθύρισε: "Δεν έχεις πληρώσει τη ΔΕΗ χρυσό μου και θέλεις να ακούσεις και ραδιόφωνο;".
»Τελικά γιατρέ, μας παρακολουθούν από παντού. Ακόμα και στον ύπνο μας, μας θυμίζουν ότι χρωστάμε. Να μη σου τα πολυλογώ, αυτή η φωνή με ιντριγκάρισε και έψαχνα να βρω από πού μπορεί να ήρθε, γιατί ένιωθα πολύ μόνος, ήθελα να μιλήσω με κάποιον, αλλά τριγύρω δεν υπήρχε ψυχή. Έβγαλα το κινητό μου και πήρα την ώρα για να ακούσω έστω από κει μια ανθρώπινη φωνή: "Στον επόμενο τόνο, η ώρα θα είναι τρεις ακριβώς. Στον επόμενο τόνο, η ώρα θα είναι τρεις ακριβώς". »Έτσι έλεγε και ξανάλεγε αυτή η φωνή σα να είχε κολλήσει». «Λοιπόν το πράγμα έχει πολύ ενδιαφέρον -πετάχτηκε ο γιατρός- γιατί το ίδιο όνειρο το έχω δει κι εγώ, αλλά με μια διαφορά. Στο δικό μου όνειρο, ο μόνος που γλύτωσε ήμουν εγώ. Εσένα δεν σε είδα πουθενά». «Άσε μας ρε γιατρέ. Πλάκα μας κάνεις; Τι θα πει δεν με είδες; Αφού σου λέω εκεί ήμουνα και έκοβα βόλτες με τ' αμάξι. Ψέματα θα σου πω τώρα;». «Ε εγώ ψέματα θα σου πω;». «Τελικά νομίζω γιατρέ μου ότι όλοι βλέπουμε τα ίδια άσχημα όνειρα. Όλοι βλέπουμε τον εαυτό μας να τριγυρίζει ολομόναχος και γύρω να μην υπάρχει ψυχή. Και όπως εσύ δεν είδες εμένα, έτσι κι εγώ δεν είδα εσένα πουθενά». «Σε βεβαιώνω όμως ότι ήμουν εκεί». «Μα κι εγώ γιατρέ ήμουν εκεί, αλλά εσένα δεν σε είδα». «Βρε εκεί ήμουνα σου λέω. Μπα σε καλό σου…». «Ναι αλλά μπορεί να ήσουνα σε διαφορετικό σημείο. Ήσουνα εκεί που είναι η καντίνα με τα βρώμικα; Εκεί στη γωνία που έχει ένα περίπτερο;». «Χμ… Δεν το θυμάμαι το περίπτερο. Την άλλη φορά που θα ξαναδώ το όνειρο, θα το τσεκάρω και θα σου πω». «Ε κάπου εκεί θα δεις κι εμένα. Μάλλον στην καντίνα θα είμαι, αλλά καλού-κακού να τσεκάρεις και τον άγγελο μπροστά στην έκθεση αυτοκινήτων, γιατί μπορεί να μην έχω φτάσει ακόμα». «Σωστά. Μπορεί να μην έχεις φτάσει ακόμα. Μήπως όμως θέλεις να δώσουμε κάποιο ραντεβού;». «Καλή ιδέα γιατρέ, αλλά η δουλειά μου έχει τόσο τρελό ωράριο που δεν μπορώ να το υποσχεθώ και ίσως φανώ ασυνεπής». «Χμ… Έχεις δίκιο. Ναι!». «Γιατρέ μου, κάποιες φορές, οι μισοί από μας έχουμε δίκιο και κάποιες άλλες φορές, έχουν δίκιο οι άλλοι μισοί. Ποτέ όμως δεν έχουμε δίκιο όλοι μαζί. Γι αυτό ας βλέπει ο καθένας τα δικά του όνειρα, κι αν συμβεί να συναντηθούμε, έχει καλώς. Ας το αφήσουμε στην τύχη. Τι οφείλω γιατρέ μου για την επίσκεψη;».