Ο Ιππότης, Ο Δράκος & Η Βασιλοπούλα – Γιώργος Μπιλικάς

Γιώργος Μπιλικάς

Ο Ιππότης, Ο Δράκος & Η Βασιλοπούλα (Από τη συλλογή «Οι Προφήτες Με Τα Λυπημένα Μάτια») Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας ιππότης που καθώς τα χρόνια περνούσαν και δεν υπήρχαν πια πόλεμοι για να πάει να πολεμήσει, είχε αράξει στον πύργο του, και κύλαγε έτσι ήσυχα ο καιρός. Κάποια στιγμή, για να ξεμουδιάσει από την απραξία, αποφάσισε να πάει μια βόλτα προς τα έξω, να δει τι συμβαίνει στον κόσμο. Έβγαλε λοιπόν τα όπλα του από την “κατάψυξη”, ανέβηκε στο άλογό του και ξεκίνησε. Στον δρόμο του, όλοι τον χαιρετούσαν και αρκετοί που τον γνώριζαν, χάρηκαν που τον είδαν ξανά να περιφέρεται ανάμεσά τους. Καθώς όμως κάλπαζε πάνω στ’ άλογό του και οι σκέψεις του, τον είχαν συνειρμικά απορροφήσει, μπήκε χωρίς να το καταλάβει στο διπλανό βασίλειο και αμέσως μόλις πέρασε τα σύνορα, βρέθηκε κοντά σε έναν πύργο. Πηγαίνοντας προς τα εκεί, συνάντησε μερικούς χωρικούς. «Σε ποιον ανήκει αυτός ο μεθοριακός πύργος;». «Στον βασιλιά μας ευγενικέ ιππότη». «Και είναι καλός μαζί σας ο βασιλιάς;». «Είναι πολύ καλός, αλλά εδώ και λίγο καιρό είναι πολύ στεναχωρημένος».

-- 1 of 4 --

«Γιατί;». «Γιατί ένας δράκος άρπαξε τη βασιλοπούλα και την κρατάει φυλακισμένη στη σπηλιά του». «Μπα;». «Ναι και ο βασιλιάς δίνει πολύ μεγάλη αμοιβή σε όποιον καταφέρει να τη σώσει από τον δράκο». «Τι αμοιβή δίνει;». «Τη βασιλοπούλα για γυναίκα του και φυσικά ολόκληρο το βασίλειο δικό του». «Και μέχρι τώρα δεν έχει βρεθεί κανένας να τη σώσει;» «Δεν είναι εύκολο. Ο δράκος είναι φοβερός και τρομερός». «Χμ… Αυτό θα το δούμε». Και ο ιππότης αποφάσισε να πάει στη σπηλιά του δράκου για να σώσει τη βασιλοπούλα. Σκέφτηκε πως θα ήταν πολύ έξυπνο να στήσει μια παγίδα στον δράκο και να τον παρασύρει μακριά από τη σπηλιά. Έτσι, θα του ήταν πολύ εύκολο μετά, να πάρει τη βασιλοπούλα και να την πάει στον πατέρα της τον βασιλιά. Μόλις όμως η βασιλοπούλα είδε τον ιππότη, του φώναξε: «Αχ καλέ μου ιππότη, τι κάνεις εκεί; Ετοιμάζεις παγίδα; Καλύτερα να του επιτεθείς στα ίσια. Σώσε με και ο πατέρας μου θα σε ανταμείψει πολύ γενναία». Τότε ο ιππότης, όρμησε έφιππος με το σπαθί του εναντίον του δράκου. «Αχ, όχι έφιππος καλέ μου. Πρέπει να προσέχεις πολύ, γιατί ο δράκος είναι πολύ επικίνδυνος. Είναι πολύ καλύτερα να είσαι πεζός». Και ο ιππότης ξεπέζεψε. «Ναι αλλά αφού τώρα είσαι πεζός, καλύτερα να πάρεις το τόξο και να τον χτυπήσεις από μακριά».

-- 2 of 4 --

Και ο ιππότης άφησε το σπαθί και πήρε το τόξο, αλλά δεν μπορούσε να κάνει μεγάλη ζημιά στον δράκο. «Θα σου έλεγα να δοκιμάσεις με το ακόντιο. Είναι καλύτερα». Είπε η βασιλοπούλα. Και ο ιππότης, πήρε το ακόντιο. Όμως οι φλόγες που έβγαζε ο δράκος από το στόμα του, δεν τον άφηναν να πλησιάσει πιο κοντά. «Να βάλεις και την ασπίδα σου για προστασία από τις φλόγες». Είπε η βασιλοπούλα. «Μα με το τόξο έπρεπε να τον χτυπήσω. Από μακριά». «Όχι με το τόξο καλέ μου. Καλύτερα από κοντά, για να του κάνεις μεγαλύτερη ζημιά. Πάρε τον κεφαλοθραύστη». Δυστυχώς όμως, ούτε με το ακόντιο, αλλά ούτε και με τον κεφαλοθραύστη μπορούσε να κάνει ζημιά στον δράκο που ξέρναγε φωτιές και δεν άφηνε τον ιππότη να πλησιάσει. Ο στριφνός δράκος, παρέμενε αγέρωχος με τις φλόγες του και ο ιππότης απογοητευμένος ανέβηκε στο άλογό του και ετοιμάστηκε να φύγει. «Πού πας καλέ μου; Φεύγεις;». «Ε μα τι να σου πω χρυσή μου; Άσε με επιτέλους να κάνω τη δουλειά μου όπως ξέρω εγώ». «Μα…». «Τι θα πει μα; “άσε το τόξο, πάρε το ακόντιο, άσε το ακόντιο, πάρε το σπαθί, άσε το σπαθί, κατέβα από το άλογο, ανέβα στο άλογο, πιάσε την ασπίδα, άσε την ασπίδα…”, Τι είναι αυτά; Άσε με χρυσή μου να κάνω τη δουλειά μου έτσι όπως έχω μάθει να την κάνω. Τι ξέρεις εσύ από όπλα και δράκους; Για όνομα του Δία δηλαδή…».

-- 3 of 4 --

Γιώργος Μπιλικάς

-- 4 of 4 --