Με το φεγγάρι μια αγκαλιά – Νίκος Θ. Μέντης

Νίκος Θ. Μέντης


Με το φεγγάρι μια αγκαλιά

Ήταν ένα βράδυ του Δεκέμβρη, ασυννέφιαστο αλλά κρύο, με τον αγέρα παγωμένο να αναδεύει ελαφρά τα λιγοστά φύλλα των δέντρων. Ο Ηλίας μόλις είχε τελειώσει από τη δουλειά του και γύρναγε στο σπίτι. Πάντα με τα πόδια γιατί του άρεσε η διαδρομή. Ξεφεύγοντας από το θόρυβο και τη πολυκοσμία του κέντρου και μπαίνοντας στον κυρίως δρόμο της επιστροφής με τα πανύψηλα κυπαρίσσια δεξιά κι αριστερά στα πεζοδρόμια, λες κι η νύχτα αγκάλιαζε με τρυφεράδα τα δέντρα, τα σπίτια και τον Ηλία.
Ρίχνοντας μια ματιά προς τα πάνω ίσα-ίσα έβλεπε το φεγγάρι ολόγιομο και φωτεινό να ξεπροβάλει πάνω από τα θεόρατα κυπαρίσσια. Σαν ένα μικρό ήλιο να λαμποκοπά στης νύχτας την απεραντοσύνη. Μα τούτο το φεγγάρι δεν ήταν ίδιο σαν τις άλλες βραδιές. Κάτι είχε που μαγνήτιζε το βλέμμα, κέντριζε τη φαντασία, κι ο Ηλίας ένοιωθε ρίγη να τον διαπερνούν σα ηλεκτροφόρα ρεύματα. Στοίχημα έβαζε, πως το φεγγάρι απόψε ήταν τελείως διαφορετικό από άλλες φορές...

Συνέχισε το δρόμο του αμέριμνος ο Ηλίας, μια και τα βήματά του ήξεραν πολύ καλά τη διαδρομή που ακολουθούσαν σχεδόν κάθε βράδυ, από τη δουλειά στο σπίτι. Κοντοστάθηκε και κοίταξε για άλλη μια φορά το φεγγάρι. Ιδέα του ήταν; Παιχνίδι του μυαλού του;
Το φεγγάρι, άρχισε να φεύγει από τη γνώριμη θέση του, και να πλησιάζει προς τη Γη...
Ο Ηλίας μόλις αντιλήφθηκε την κίνηση αυτή, το κοίταξε με δέος κι απορία. Μια αδιόρατη ανησυχία άρχισε να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του. Τι να σήμαινε άραγε αυτό;
Πως ήταν δυνατό το φεγγάρι να φεύγει έτσι από τη γνώριμη τροχιά του και να πλησιάζει τη Γη. Χωρίς φανερή αιτία ή σκοπό.
Αστραπιαία πέρασαν από το μυαλό του δοξασίες, κάτι που είχε ακούσει μικρός, ότι έρχεται η συντέλεια του κόσμου... ότι είναι ένα κοσμολογικό γεγονός... ένα σημάδι, πως κάτι πολύ σημαντικό επρόκειτο να συμβεί ή ήδη συμβαίνει στο κόσμο.
Τα ’χασε ο Ηλίας και δεν ήξερε τι να πιστέψει. Όλα γινόντουσαν τόσο γρήγορα.
Το φεγγάρι πλησίαζε περισσότερο, τώρα ήταν δυο φορές μεγαλύτερο από πριν και η λάμψη του ακόμα πιο φωτεινή. Η φύση λες και κρατούσε την ανάσα της, δεν ακουγόταν τίποτα. Κι ο αγέρας είχε πάψει προ πολλού.
Κανείς δεν φαινόταν τριγύρω, λες κι είχαν πανικοβληθεί κι είχαν κρυφτεί όλοι μέσα στην απατηλή ασφάλεια του σπιτιού τους... Η ίδια η ζωή έμοιαζε σα να κοντοστάθηκε, απορημένη κι εκείνη από τη κίνηση του φεγγαριού. Και το φεγγάρι όλο και πλησίαζε πιο κοντά στη Γη... λες κι ήθελε να της προσφέρει μια θανάσιμη παγωμένη αγκαλιά.
Κι η θάλασσα άρχισε να φουσκώνει και ν' ανεβαίνει προς τα πάνω... μια κι η έλξη του φεγγαριού όλο και μεγάλωνε και γιγάντωνε…
Τα δέντρα άρχισαν να τραβιούνται από τις ρίζες τους και να ξεσκίζουν τα πλακόστρωτα πεζοδρόμια. Σαν να είχαν ραντεβού στον ουρανό κι έπρεπε οπωσδήποτε να μη το χάσουν.
Η βαρύτητα έπαιζε περίεργα παιχνίδια κι έβαζε σε δοκιμασία τις ανθρώπινες αντοχές...

Ο Ηλίας δεν ήξερε τι του γινόταν. Από τη μια το φεγγάρι όλο και μεγάλωνε, όλο και πλησίαζε θανάσιμα, απειλητικά τη Γη. Κρύος ιδρώτας έλουζε το πρόσωπο του, κι ένοιωθε σαν ηλεκτρικό ρεύμα να τον διαπερνά πέρα ως πέρα. Όλα γύρω του στροβιλίζονταν ανεξέλεγκτα.


Κι εκεί που ο Ηλίας περίμενε να συμβεί το «μοιραίο»... το φεγγάρι να «αγκαλιάσει» τη Γη, τη τελευταία στιγμή σα να το μετάνιωσε, σα να δείλιασε και να σταμάτησε τη τρελή πορεία του, τρεμούλιασε το φως του κι άρχισε αργά-αργά να ξεμακραίνει πάλι, χωρίς λόγο και αιτία και να φτάνει στη παλιά γνώριμη, φιλική του θέση στον ουρανό..

Ήταν ένα βράδυ του Δεκέμβρη κι ο Ηλίας για άλλη μια φορά λιποθύμησε εκεί στην άκρη του δρόμου, στο πλακόστρωτο, λίγο πριν φτάσει στο σπίτι του.

Μικρό απόσπασμα από τη νουβέλα «Πέρα από το όνειρο»

Νίκος Θ. Μέντης