Μετεμψύχωση ή σύμπτωση – Νίκος Θ. Μέντης
Μετεμψύχωση ή σύμπτωση Ο Γρηγόρης ανέμελος και ρέμπελος κατηφόριζε το βρεγμένο δρομάκι εκείνο το κρύο απόγεμα του Νοέμβρη, κάπου στην Αθήνα. Είχε βρέξει αρκετά, ο δρόμος έλαμπε χωρίς τα συνηθισμένα σκουπίδια, μαζεμένα στις άκρες των πεζοδρομίων, μα ο ουρανός ήταν ακόμη συννεφιασμένος, υποσχόμενος να το ξανακάνει και να ρίξει κι άλλη βροχή. Φύσαγε κι ένα παγωμένο βοριαδάκι κάνοντας το Γρηγόρη να ανασκουμπώνετε και να κλείνει το γκρι μπουφάν ως πάνω στο λαιμό. Δε βιαζόταν αλλά έπρεπε να είναι στην ώρα του στο ραντεβού του στο υπόγειο καφέ που βρισκόταν λίγα τετράγωνα πιο πέρα. Ήταν σημαντική συνάντηση κι έπρεπε να είναι συνεπής. Ο εκδότης του δεν συμπαθούσε την αργοπορία, και μάλιστα σιχαινόταν την καθυστέρηση ενός προγραμματισμένου ραντεβού. Κοίταξε το ρολόι του και είχε δεκαπέντε ακόμη λεπτά στη διάθεσή του. Ναι θα ήταν στην ώρα του. Μάλιστα υπολόγισε πως θα ήταν κι ένα λεπτό νωρίτερα στο προκαθορισμένο ραντεβού τους. Ο εκδότης του θα το εκτιμούσε ιδιαίτερα. Να γιατί επιτάχυνε και λίγο το βηματισμό του. Για καλό και για κακό. Μόνο αν τον πάταγε κανένα αυτοκίνητο ή του έπεφτε ένας μετεωρίτης στο κεφάλι, υπήρχε
-- 1 of 3 --
περίπτωση να αργοπορήσει ο Γρηγόρης. Εντάξει αναρωτήθηκε, ήταν καντέμης σε πολλά πράγματα, αλλά πίστευε πως όχι σε τέτοιο σημείο. Αν και κανείς δεν ξέρει η μοίρα τι του επιφυλάσσει την επόμενη στιγμή. Πέρασε με προσοχή την διασταύρωση πριν το τελευταίο τετράγωνο από το υπόγειο καφέ κι άρχισε να βρέχει ξανά με δύναμη. Δεν είχε μαζί του ομπρέλα, πέρα από το γκρι δερμάτινο μπουφάν του που ελάχιστα τον προφύλασσε κι η βροχή που έπεφτε σε χοντρές μαζικές σταγόνες δεν τον λυπόταν καθόλου. Επιτάχυνε το βηματισμό του κι ένοιωσε ανακούφιση βλέποντας στο βάθος του δρόμου στα δεξιά του, την φωτεινή ταμπέλα του υπόγειου καφέ. Ήταν δέκα ή δεκαπέντε μέτρα μακριά του. Απ’ τη δυνατή και πυκνή βροχή η ορατότητα είχε περιοριστεί αρκετά. Η κίνηση των οχημάτων δεν είχε μετριάσει στο ελάχιστο. Κι εκεί που ήθελε άλλα πέντε μέτρα για να φτάσει στο προορισμό του, ο Γρηγόρης ένοιωσε ένα δυνατό τράνταγμα να τον κτυπά στην αριστερή πλευρά και να τον ρίχνει κάτω στα λασπόνερα απ’ τη δύναμη της πρόσκρουσης. Ένα φορτηγό είχε γλιστρήσει, φρέναρε απότομα, δεν έπιασαν τα φρένα καλά κι έτσι γλίστρησε ακυβέρνητο κι έπεσε με τη μούρη πάνω στον ανύποπτο Γρηγόρη. Η πρόσκρουση ήταν σφοδρή. Το βαρύ φορτηγό σχεδόν καταπλάκωσε τον δύστυχο Γρηγόρη διαλύοντας και τα δυο του πόδια μονομιάς. Ο πόνος αβάσταχτος, το αίμα να αναβλύζει σα το νερό του σιντριβανιού κι η ζωή να τον εγκαταλείπει με γρήγορους ρυθμούς. Όλα πέρασαν αστραπιαία μπροστά από τα μάτια του. Η προηγούμενη ζωή του, φίλοι, φίλες, τα βιβλία που είχε εκδώσει, τα πάντα. Ακόμα και ο αγαπημένος του γκρι γάτος ο Ηρακλής! Το μόνο που πρόλαβε να δει και να απορήσει συνάμα, ήταν εκεί δίπλα του να βρίσκεται και να τον κοιτά με τα μεγάλα στρογγυλά του πράσινα μάτια ο Ηρακλής και να κουνάει ζωηρά την ουρά του. Τον παραξένεψε πολύ, τι ήθελα εκεί ο Ηρακλής, πως βρέθηκε δίπλα του? Θυμάται καλά πως τον είχε αφήσει στο σπίτι κι είχε κλειδώσει φεύγοντας. Αυτές ήταν οι τελευταίες σκέψεις του Γρηγόρη, κοίταξε για άλλη μια φορά τον Ηρακλή, απορώντας κι έγειρε στο πλάι το κεφάλι του. Η ζωή έφυγε από μέσα του σε ελάχιστα δευτερόλεπτα κι έμεινε εκεί με τα μάτια ορθάνοιχτα να κοιτά το συννεφιασμένο βαρύ ουρανό. Ο Ηρακλής τον είχε πλησιάσει αρκετά και την ώρα που έφευγε ήταν δίπλα στο κεφάλι του σα να προσπαθούσε να πάρει την ανάσα του Γρηγόρη. Μόλις εκείνος άφησε και την τελευταία του πνοή, ο Ηρακλής έφυγε από κοντά του και πλησίασε το υπόγειο καφέ. Κοντοστάθηκε για λίγο στην είσοδο, μετά λες κι είχε πάρει την
-- 2 of 3 --
απόφασή του, μπήκε μέσα και κατηφόρισε τα δεκαπέντε σκαλοπάτια που οδηγούσαν μέσα στο καφέ. Ο εκδότης του Γρηγόρη καθόταν σε ένα γωνιακό τραπεζάκι, διαβάζοντας κάτι έγγραφα που είχε απλώσει μπροστά του. Ήταν το συμβόλαιο για το νέο βιβλίο του Γρηγόρη. Αυτή τη φορά του έδινε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους. Το αγαπούσε αυτό το παιδί, κι αναγνώριζε το συγγραφικό του ταλέντο. Κοίταξε το ρολόι του κι απόρησε λίγο. Ο Γρηγόρης είχε καθυστερήσει πέντε ολόκληρα λεπτά! Δεν το περίμενε, κι άρχισε να ανησυχεί. Όλος περιέργως εκεί που θα καθόταν ο Γρηγόρης, απέναντί του, είδε να έχει στρογγυλοκαθίσει ένας γκρι γάτος και να τον κοιτά με τα μεγάλα πράσινα μάτια του. Τα μάτια του λες κι έλαμπαν, τον κοιτούσαν επίμονα για πολύ ώρα. Του φαινόταν περίεργο, αλλά υπέθεσε ότι ίσως ο γάτος αυτός ήταν του μαγαζιού. Εκείνος εκεί. Κι ο εκδότης ακούγοντας τελικά φασαρία πάνω στην είσοδο του καφέ, κάτι είχε γίνει, θαμώνες είχαν σηκωθεί κι έτρεχαν να δουν τι είχε συμβεί. κόσμος έτρεχε, σηκώθηκε κι εκείνος από περιέργεια να πάει να δει. Ο γάτος πήδησε κάτω από την καρέκλα του Γρηγόρη και τον ακολούθησε στα σκαλιά προς την είσοδο, τρίβοντας την ουρά του στα πόδια του. Είχε γίνει κάποιο ατύχημα, ένα φορτηγό γλίστρησε δεν έπιασαν τα φρένα και παρέσυρε ένα πεζό. Η περιέργεια τον έκανε να πλησιάσει κοντά στο άψυχο σώμα που κειτόταν εκεί στην άκρη του δρόμου. Με το φόβο και τη φρίκη ζωγραφισμένα στο πρόσωπο του, ο εκδότης διαπίστωσε κατάχλομος πως ήταν ο Γρηγόρης πεσμένος στο έδαφος. Έμεινε εμβρόντητος, αποσβολωμένος από την έκπληξη και την πικρία! Μα πως! Τι έγινε? Γιατί! Κι ο γάτος επίμονος και χαδιάρης συνέχισε να τρίβεται νιαουρίζοντας στα πόδια του εκδότη. Εκείνος έσκυψε και τον χάιδεψε, κι ο γάτος του ανταπέδωσε το χάδι κοιτώντας τον με τα μεγάλα πράσινα λαμπερά του μάτια. Ο εκδότης έσκυψε και τον πήρε αγκαλιά. Κούρνιασε ο γάτος και γουργούριζε. Αγαπούσε τις γάτες ο εκδότης, ήδη είχε σπίτι του άλλες δυο αρσενικές. Τώρα θα τους πήγαινε κι αυτόν. Θα έκαναν καλή παρέα συλλογίστηκε και ξεμάκρυνε από το σημείο του ατυχήματος που είχε στοιχήσει τη ζωή στο Γρηγόρη. Ναι είχε ήδη σκεφτεί κι όνομα για το νέο του γάτο. Γρηγόρη θα τον έλεγε! Νίκος Θ. Μέντης - Ανέκδοτο διήγημα (26/11/2023)
-- 3 of 3 --