Μετάβαση στο περιεχόμενο
Σωτήρης Σκίπης

Σωτήρης Σκίπης

👁 4.8k προβολές

Βιογραφικό

Ο Σωτήρης Σκίπης (1881-1952) υπήρξε ένας αληθινός ποιητής με όλη τη σημασία της λέξης. Γεννήθηκε στην Πλάκα της Αθήνας το 1881, από πατέρα Αγρινιώτη και μητέρα Επτανήσια. Ο παππούς του ήτανε Σουλιώτης, έλαβε μέρος στην Επανάσταση, κατέβηκε στο Μεσολόγγι με την οικογένειά του και έλαβε μέρος στην άμυνα και στην ηρωϊκή έξοδο. Γιά να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων οι δυό κόρες του τις τουφέκισε. Οι Τούρκοι τις βρηκαν αιμόφυρτες, τις περιποιήθηκαν και τις πάντρεψαν με μπέηδες στη Λάρισα. Ο πατέρας του Σκίπη, που ήταν στρατιωτικός, μαθαίνοντας οτι οι αδερφές του ζούν, φρόντισε μόλις απελευθερώθηκε η Θεσσαλία να μετατεθεί στη Λάρισα, γιά να ιδεί τις αδερφές του. Ετσι ο Σωτήρης Σκίπης – παιδί ενός χρόνου – έζησε στη θεσσαλική πρωτεύουσα στο σπίτι της θείας του Νοϊλέ. Στον πόλεμο του 1897 βρέθηκε στην Αθήνα, όπου συνέχισε τις σπουδές του. Νωρίς εκδήλωσε το ποιητικό του ταλέντο και σε ηλικία δεκαεννέα χρονών κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή «Το τραγούδι της ορφανής».

Τo 1904, μαζί με τον Αριστο Καμπάνη συνδιεύθυνε γιά μιά διετία το περιοδικό «Ακρίτας». Υστερα ταξίδεψε στην Aίγυπτο, την Πόλη, τη Ρωσία και Γαλλία, όπου έζησε γιά χρόνια στο Παρίσι, με συντροφιά τον Ελληνογάλλο ποιητή Ζαν Μωρέας, και στη γαλλική Προβηγκία με τη συντροφιά του μεγάλου Γάλλου ποιητή και φιλέλληνα Φρειδερίκου Μιστράλ.

Στα 1914 ανέβασε στο θέατρο την επιθεώρηση «Ξεφαντώματα», η οποία παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή. Ο ανισόρροπος ποιητής Ηλίας Κουλουβάτος βρισκόμενος σε παροξυσμό της νευροπάθειάς του, νομίζοντας οτι ο Σκίπης τον εξευτελίζει, τον πυροβόλησε και τον τραυμάτισε επικίνδυνα. Τo κοινό που τον αγαπούσε και τον εκτιμούσε ιδιαίτερα, έδειξε αμέριστο ενδιαφέρον γιά τον ποιητή και η δίκη που επακολούθησε, στάθηκε μιά από τις σημαντικότερες φιλολογικές δίKες του τόπου μας.

Τo 1922 ο Σκίπης που μας είχε δώσει πάνω από δέκα ποιητικές συλλογές, συνολικά μας έδωσε είκοσι έξι – τιμήθηκε με το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών και το 1929 διορίστηκε διευθυντής της Σχολης Καλών Τεχνών. Θρεμμένος με τις λυρικές ονειροπολήσεις του γαλλικού συμβολισμού μας έδωσε με τα ποιήματά του λυρικά οράματα τρυφερης ευαισθησίας και υψηλού ποιητικού οίστρου. Μέ την ποίησή του εκδήλωνε και τις αντιδράσεις προς τα γεγονότα της πολιτικής και κοινωνικής ζωης της πατρίδας του. Μαχητικός στις πολεμικές εξάρσεις της χώρας μας, ελεγειακός και ενθουσιώδης στις νίκες μας, στα 1912-13, γίνεται μελαγχολίκός και πονεμένος με τη Μικρασιατική συμφορά. Εκλαψε μαζί με τους πρόσφυγες του 1922, όπως υμνολόγησε το ακάθεκτο κύμα, που ξεχείλισε από ελληνικά στήθη τον Οκτώβριο του 1940. Στα δίσεκτα χρόνια της Κατοχής 1941-45, εμψύχωνε το αντιστασιακό πνεύμα με πατριωτικά θούρια, που κυκλοφορούσε πολυγραφημένα, κρυφά και ανώνυμα. Γιά όλα αυτά, μετά την απελευθέρωση η Πολιτεία τον τίμησε με τον τίτλο του Ακαδημαϊκού.

Ο Σκίπης στάθηκε ένας από τους πολυγραφότερους νεοέλληνες λυρικούς και γέμισε την πρώτη τριακονταετία του αιώνα μας με καταρρακτώδεις προσφορές στιχουργικού πλούτου. Υπηρξε ένας νεορομαντικός με συγκρατημένο λυρικό τόνο, λιτότητα στοχασμού και αφθονία εμπνεύσεων που κινδυνεύουν χάρη στην πολυγραφία του, να γίνουν εύκολογραφία ποιητικού στόμφου και χαλαρής μεγαληγορίας. Από όλες τις ποιητικές συλλογές του εκείνες που έμειναν και μας θυμίζουν τον πατριώτη ποιητή, τον ευαίσθητο δέκτη των ψυχικών μας εξάρσεων, αλλά και τον εκφραστή των συναισθηματικών μας αποχρώσεων και των ψυχικών μας περιπετειών, είναί τα ποιήματά του στο «Απολλώνείον Ασμα» και την «Αιολική Αρπα».

Εξέδωσε πλήθος ποιητικών συλλογών: «Τραγούδια της ορφανής», 1900, «Σερενάτα των Λουλουδιών», 1901, «Ο Γύρος των ωρών», 1905, «Η μεγάλη αύρα», 1908, «Ο Απέθαντος», 1909, «Δίχως φτερά», 1919, «Απολλώνιου Ασμα», 1919, «Προσφυγικοί καημοί», 1922, «Αιολική Aρπα», 1922, «Γαλάζια μεσημέρια», 1924, «Λουλούδια της Μοναξιάς», 1927, «Κολχίδες», 1931 κ.α.
Εκλογή από το έργο του κυκλοφόρησε από τον ίδιο σε τρείς τόμους με ποιήματα μιας πεντηκονταετίας (1900-1950), και με τίτλους «Λιμάνια και Σταθμοί» και «Κασταλία Kρήνη», 1950.
Μετάφρασε ποιήματα Γόλλων και Αγγλων ποιητών και το «Ρουμπα­γιάτ» του Πέρση Ομάρ Καγιόμ. Επίσης έγραψε Γαλλικά διάΦορα έργα και ανθολογίες ελληνικών ποιημάτων. Τέλος ασχολήθηκε με το θέατρο, έγραψε επιθεωρήσεις, δράματα και κωμωδίες, που παραστάθηκαν στο ελληνίκό θέατρο. Επίσης έγραψε διηγήματα, δοκίμια και πορτραίτα ποιητών, μουσουργών, ζωγράφων και άλλων ανθρώπων της τέχνης. Σημαντικός είναι ο έναρκτήριος λόγος του στην Ακαδημία με θέμα: «Κωστής Παλαμάς».

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα περνούσε ανάμεσα στη Γαλλία, όπου περνούσε τα καλοκαίρια του στην Προβηγκία (Νότια Γαλλία) και τον υπόλοιπο χρόνο στην Ελλάδα. Είχε παντρευτεί Γαλλίδα και τη Γαλλία τη θεωρούσε δεύτερη πατρίδα του. Κάθε χρόνο έδινε και από μιά διάλεξη στο Παρίσι, με θέμα κάποιο καυτό ελληνικό πρόβλημα, που την παρακολουθούσαν οι μεγαλύτερες πνευματικές προσωπικότητες της Γαλλίας. Έφυγε από τη ζωή το 1952, στη Γαλλία, όπου και θάφτηκε στο Ρουνιόκ της Προβηγκίας.

Εργογραφία

Κείμενα