Ο Λάμπρος Πορφύρας – φιλολογικό ψευδώνυμο του Δημητρίου Σύψωμου, είναι ο κυριότερος εκπρόσωπος του Πειραϊκού λυρισμού, όπως ο Νιρβάνας και ο Μελάς είναι του πεζού λόγου.
Γεννήθηκε στη Χίο, αλλά μικρό παιδί εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, όπου πέρασε όλη τη ζωή του. Τελειώνοντας το Γυμνάσιο γράφτηκε στη νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, χωρίς, όμως, να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Η φρεατύδα του Πειραιά στάθηκε η ποιητική πατρίδα του. Εκεί, στα γραφικά ταβερνάκια, στους απάνεμους κάβους και στο αέναο ψιθύρισμα των κυμάτων, που ξεψυχούσαν στα πόδια του, κοιτάζοντας νοσταλγικά την άπλα της θάλασσας, αναζητούσε καθημερινά τη λυτρωτική διέξοδο, που ποτέ δεν έρχονταν.
Επειτα από ένα ταξίδι του σε Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, επιστρέφει στην Ελλάδα το 1909 και συντάσσεται με τους δημοτικιστές και συγκαταλέγεται στους ιδρυτές της “Σοσιαλιστικής Δημοτικιστικής Ενωσης”. Θα λάβει μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους, αλλά από το 1917 και έπειτα θα αποτραβηχτεί στην Φρεαττύδα του Πειραιά, ζώντας μια μοναχική ζωή και ενασχολούμενος με τη λογοτεχνία.
«Στη Φρεαττύδα – όπως έγραψε κάποτε στον Κ. Χατζόπουλο – κατοικούσαν οι θεοί του». «Κι ήταν αυτοί οι θεοί – όπως παρατηρεί ο Γιάννης Χατζημανωλάκης – οι απλοϊκοί ψαράδες, οι βαρκάρηδες, οι άνθρωποι που τους βασάνισε η θάλασσα κ’ η φτώχεια και που τους καημούς και τις λαχτάρες τους τραγούδησε».
Πιές στου γιαλού τη σκοτεινή ταβέρνα το κρασί σου,
σε μi’ άκρη τώρα π’ άρχισαν ξανά τα πρωτοβρόχια,
πιές το με ναύτες και σκυφτούς ψαράδες αντικρύ σου,
μ’ ανθρώπους που βασάνισε κ’ η θάλασσα κ’ η φτώχεια.
Πιέ το η ψυχή σου αξένοιαστη τόσο πολύ να γίνει
που αν έρθει η μοίρα σου η κακιά να της xαμoγελάσεις,
καημοί καινούριοι αν έρθουνε, μαζί σου ας πιούν κ’ εκείνοι
κ’ αν έρθει ο χάρος ήσυχα κι αυτόν να τον κεράσεις…
O Πορφύρας έγραφε στίχους από δωδεκάχρονο παιδί. Στα δεκαπέντε του χρόνια τον πρωτοπαρουσίασε ο Π. Νιρβάνας, στο περιοδικό «Στάδιον» με το ποίημα Η θλίψη του μαρμάρου. Από τότε άρχισε συνεργασία σε όλα τα φιλολογικά περιοδικά της εποχής. Στα δεκατοχτώ του χρόνια μας έδωσε ένα από τα ωραιότερα ποιήματά του, το σονέτο “Στερνό παραμύθι”.
Φύση, όμως, ασθενική ο Πορφύρας, μιά «σκιά» κι ο ίδιος κατά τον πετυχημένο χαρακτηρισμό του Δημοσθένη Βουτυρά, δεν ένιωσε την ανάγκη να μεταφέρει τις ανησυχίες του και στο στίβο της πνευματικής δράσης. Εμεινε νεραϊδοπαρμένος κοντά στη θάλασσα, κοιτώντας την ακτή, το ακρογιάλι, την αμμουδιά. Μιά απέραντη θλίψη – σ’ αυτό συνέτεινε και το καθημερινό πιοτό – τον απομάκρυνε από όλα τα προβλήματα της ζωής, κι έζησε αθώος σαν παιδι, ένα κομμάτι του Θεού.
«Ψυχή μοναστική και φιλέρημη – παρατηρεί ο Μιχ. Περάνθης – γνώριμη των Πειραϊκών ακτών και των δύσεων, φρόντισε στην εφήμερη στάθμευσή του εδώ να γράψει τους γόους του και με τα σε πικρή διαστολή χείλη του να τραγουδήσει τις χρυσές αχλύες (ομίχλες), με τις οποίες κρυβόταν η ευπαθής ευαισθησία του. Δίχως σχεδόν ανησuχίες, χωρίς τόλμες, προεξέτεινε την ολιγάρκεια της ζωής του ως την τέχνη, ειδικότερα ως την ποίηση. Γιατί έγραψε αποκλειστικά ποίηση και διάβασε, τόσο στη γλώσσα μας όσο και στις άλλες δυό ξένες που κατείχε, μόνο ποίηση. Ολη του η εσωτερικότητα διαχύθηκε σε λιτή λυρική έκφραση, συντηρητική, διακριτική, που επιβλήθηκε εύκολα χάρη στη γοητευτική σύσταση ενός ιδιαίτερα επιμελημένου στοιχείου: της μουσικής διάθεσης».
Αληθινά, η ποίηση του Πορφύρα είναι ολόκληρη μιά υποβλητική μουσικότητα.
Ονειρο απίστευτο η λιόχαρη μέρα! Κι εγώ κι η Αννούλα,
λίγοι παλιοί σύντροφοί μου και κάποιες κοπέλες μαζί,
μπήκαμε μέσα σε μιά γαλανή, μεθυσμένη βαρκούλα,
μπήκαμε μέσα και πάμε μακριά στης Χαράς το νησί.
Ούτε ένα σύννεφο κι ούτ’ ένας μαύρος καπνός στον άγέρα.
Πλάι μας στήθη ερωτιάρικα κι άσπροι χιονάτοι λαιμοί.
Φως στα μαλλιά τα ξανθά, φως στο πέλαγο, φως πέρα ως πέρα:
Μα ποιός πήγε ποτέ του μακριά στης Χαράς το νησι;
Ω! τι με νοιάζει κι αν πάμε ως εκεί. Τι με νοιάζει; Γελάει
όλ’ η γλυκιά συντροφιά μου, γελάει η θλιμμένη ζωή,
στ’ άπειρο μέσα κυλάμε’ κι η Αννούλα τρελά τραγουδάει:
Οπου και να’ ναι μακριά, θα φανεί της Χαράς το νησί…
«Τo ταξίδι», – έτσι oνομάζεται το παραπάνω τραγούδι του Πορφύρα – πρέπει να το αναφέρω – έγραψε ο Μ. Μαλακάσης. Η χαλάρωση του στίχου του, η ψυχική εγκατάλειψη, εκείνο το αδιάφορο, τάχα, αλλά βέβαιο βαριέστημα, ο τραβηγμένος και χωρίς τομή στίχος του, είναι πραγματικά ευτυχισμένα ευρήματά του, από τα πιό απροσδόκητα στη νεοελληνική ποίηση (…). Είναι ένα πρωτοτυπότατο τραγούδι’ πραγματικά λαμπρό και χωρίς ίχνος σκιάς διαμάντι».
«Πρόσεξε όσο λίγοι τη δομή του στίχου του – παρατηρεί ο Γιάννης Χατζημανωλάκης – και πέτυχε να μας δώσει τραγούδια που, αν και αντλούν τα θέματά τους από τον κύκλο της καθημερινής ζωής κι από τη θλίψη των ανθρώπων και των πραγμάτων, συγκινούν βαθύτατα και διατηρούν ως τις μέρες μας μιά λυρική «πρωτοτυπία» – αυτή που επέβαλε τον Πορφύρα σαν ποιητή στον καιρό του, και έκαμε την ποίησή του ιδιαίτερα αγαπητή στο πλατύτερο κοινό. Βέβαια στους στίχους του Πορφύρα υπάρχει πολλή μελαγχολική διάθεση, πολλή θλίψη, πολλή μοναξιά. Αλλά έρχονται και στιγμές που προσπαθώντας να ξεφύγει απ’ αυτό το οδυνηρό – και μόνιμο σχεδόν – ψυχικό του κλίμα, καταλήγει σε μιά φωτεινή διέξοδο».
«Στις κύριες γραμμές της ποιητικής δημιουργίας του – γράφει ο Μαν.Θρ. Ρούνης – μένουν πάντα το σκοτεινό φθινόπωρο, η θολή συννεφιά, η βουβή και ανήκουστη διαμαρτυρία των παιδεμένων… Κι όμως οι χαρμόσυνοι δεκαεφτασύλλαβοι του Ταξιδιού, το ποίημα «Βράδυ σ’ ένα χωριό, κ’ η Δέηση γιά την ψυχή του Παπαδιαμάντη ανήκουν ασφαλώς στα κορυφαία λυρικά κατορθώματα πvευματικής αιθρίας και φαιδρής ψυχικής διαθέσεως»…
Αυτόν τον άδολο άνθρωπο – που το μόνο του ελάττωμα στάθηκε το πιοτό – που έζησε μακριά από τις ανθρώπινες διαμάχες, γιατί ήταν οικονομικά ανεξάρτητος και δεν εξάσκησε επαγγελματικά κανένα έργο’ που πολύ αγάπησε τους απλούς ανθρώπους και πολύ αγαπήθηκε απ’ αυτούς που γιά τους στίχους του ο Παλαμάς τον αποκάλεσε «jeune maitre» και του έγραψε εγκωμιαστικούς στίχους’ γνώρισε σκληρές κρίσεις γιά το έργο του – κυρίως από ανθρώπους που έζησαν με ιδανικό τους την άρνηση, όπως ο Γιάννης Αποστολόκης και ο Απόστολος Μελαχροινός. Αλλ’ αυτό δεν εμπόδισε τον Πορφύρα να είναι και στον καιρό του ο αγαπημένος του μεγάλου κοινού, η ποιητική συμπάθεια των νέων και των φιλόμουσων. Η λυπημένη του διάθεση, η μελωδική του σκέψη, οι καθαρές του εικόνες, η υποβλητική του σαφήνεια, και η ρομαντική του ρέμβη, συντελούν ώστε η συμπάθεια που άφησε να ανανεώνεται από γενιά σε γενιά.
Μιά μόνο ποιητική συλλογή κυκλοφόρησε ο ίδιος με τον τίτλο «Σκιές» το 1920, επανέκδοση το 1926. Οι «Σκιές» του χάρισαν το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών. Τα υπόλοιπα ποιήματά του τα εξέδωσε ο αδερφός του Θεοδ. Σύψωμος, με τον τίτλο «Μουσικές φωνές» το 1934. Τέλος το 1956, εκδόθηκαν με επιμέλεια του Γιώργου Βαλέτα, τα «Aπαντα» του Πορφύρα, στα οποία καταχωρίθηκαν και διάφορα άλλα κείμενά του, καθώς και η αλληλογραφία του με διάφορους πνευματικούς ανθρώπους του καιρού του.
Πέθανε το 1932 στον Πειραιά. Ο δήμος έδωσε τ’ όνομά του σε μια πλατεία, όπου έστησε και την προτομή του.
Ποιητικές συλλογές
Σκιές (1920)
Μουσικές Φωνές (1934)
Μια χώρα πάντα σιωπηλή (1999)
Συγκεντρωτικές εκδόσεις
Απαντα (1956)
Τα ποιήματα (1894-1932) (1993)
Βιβλιογραφία
Α.Θρύλου, Κριτικές μελέτες, (1924)
Κ.Βάρναλη, Ζωντανοί άνθρωποι
Π.Νιρβάνα, Φιλολογικά απομνημονεύματα (1930)
Θ.Ξύδη, Το έργο του Π. (1933)
Κλ.Μιμίκου, Η ζωή και το έργο του λυρικού ποιητή (1936)
Μ.Καραγάτση, Ο Λ.Π. χωρίς συναισθηματισμούς (1943)
Φ.Σκούρα, Η μελαγχολία του Πορφύρα (1947)
Κλ.Παράσχου, Λ.Π. Ελληνς λυρικοί (1953)
Κ.Ουράνη, Δικοί μας και ξένοι (1955)
Γ.Βαλέτα, Εισαγωγή στ’ Απαντα (1956)
Π.Χάρη, Οταν η ζωή γίνεται όνειρο (1957)
Γ.Μ.Πολυτάρχη, Πρόσωπα και ιδέες (1963)
Ι.Μ.Παναγιωτόπουλου, Τα πρόσωπα και τα κείμενα
Π.Κλέωνα, Δέκα Ελληνες λυρικοί
Πηγές: ΕΚΕΒΙ, Θ.Ροδάνθης