
Βιογραφικό
Σύγχρονος του Σολωμού, σημαντικότατος και πια αναγνωρισμένος ποιητής (1792-1869). Γεννήθηκε το 1792 στη Ζάκυνθο από μητέρα αρχοντοπούλα (την Ανδριανή Ρουκάνη) καί από πατέρα μικροαστό και τυχοδιώκτη (τον Ιωάννη Κάλβο). Το 1802 ο πατέρας Κάλβος παίρνει τα δύο παιδιά του, τον Ανδρέα καί τον κατά δύο χρόνια μικρότερο Νικόλαο, και εγκαταλείπει τη σύζυγο του για να εγκατασταθεί στο Λιβόρνο.
Η αγάπη του ποιητή για την πατρίδα των παιδικών του χρόνων και η νοσταλγία για τη μάνα που τόσο νωρίς στερήθηκε θα είναι δύο από τους πιο σημαντικούς παράγοντες που θα μορφώσουν αργότερα το έργο του. Η ανήσυχη, φορτισμένη οικογενειακή ζωή δεν εξομαλύνεται μετά το 1802. Ωστόσο το Λιβόρνο παρέχει στον Κάλβο δυνατότητες μόρφωσης, και, φιλομαθής καθώς είναι, πραγματοποιεί τις πρώτες επαφές του με τα ελληνικά γράμματα καί την κλασική ελληνική καί λατινική αρχαιότητα. Oλα αυτά όμως αποτελούν ευχάριστα μονάχα διαλείμματα της στερημένης οικογενειακής γαλήνης. Το 1805 βγαίνει το διαζύγιο εις βάρος του πατέρα του, καί αργότερα η μητέρα του ξαναπαντρεύεται. Την ίδια περίοδο ο Κάλβος ταξιδεύει μέ τον έμπορο πατέρα του καί σε κάποια νησιά του Αιγαίου. Στο Λιβόρνο γράφει ο Κάλβος καί το πρώτο του έργο, τον Yμνο στον Ναπολέοντα, κείμενο προτρεπτικό αντιπολεμικό, που αργότερα αποκηρύσσει (κι έτσι γνωρίζουμε την ύπαρξη του, μιά που το ίδιο δεν σώζεται). Τον ίδιο χρόνο πηγαίνει για λίγους μήνες στην Πίζα, όπου εργάζεται ως γραμματέας καί αμέσως μετά πηγαίνει στη Φλωρεντία, κέντρο τότε της πνευματικής ζωής και δημιουργίας. Το 1812 σημαδεύεται από τον θάνατο του πατέρα του και την ακόμη μεγαλύτερη οικονομική κάμψη που γνωρίζει αφ’ ενός, και από την γνωριμία του με τον Ugo Foscolo, τον πιο τιμημένο Ιταλό ποιητή και λόγιο της εποχής αφ’ ετέρου. Ο Foscolo θα γίνει δάσκαλος, καθοδηγητής καί μυητής του Κάλβου στον νεοκλασικισμό, στα αρχαϊκά πρότυπα, καί στον πολιτικό φιλελευθερισμό. Το 1813 ο Κάλβος, καί υπό την σκιά του Foscolo, γράφει στα ιταλικά τρεις τραγωδίες, τις Θηραμένης, Δαναΐδες καί Ιππίας, καί τέσσερις δραματικούς μονολόγους, όλα σύμφωνα με τις νεοκλασικιστικές επιταγές. Ο Foscolo αυτοεξορίζεται στο τέλος του 1813 στη Ζυρίχη. Ο Κάλβος τον ξανασυναντά εκεί το 1816, όταν μαθαίνει και για το θάνατο της μητέρας του, γεγονός που τον συγκλονίζει, όπως φαίνεται στην ωδή του “Εις θάνατον”. Εν τω μεταξύ έχει συνθέσει, από το 1814, καί την Ωδή εις Ιονίους.
Στα τέλη του 1816 οι δύο φίλοι καταφεύγουν στην Αγγλία και η μονόδρομη(;) επίδραση εξακολουθεί μέχρι τον Φεβρουάριο του 1817, οπόταν ο οξύθυμος και στριφνός χαρακτήρας αμφοτέρων διαλύει τη φιλία τους. Ο Κάλβος εξασφαλίζει τα προς το ζειν παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα ιταλικών και μεταφράζοντας στα ιταλικά και ελληνικά επί χρήμασι θρησκευτικά βιβλία, των οποίων τον απόηχο βρίσκουμε στις Ωδές του. Στα 1818 και 19 δίνει διαλέξεις με θέμα την σωστή προφορά των αρχαίων, οι οποίες προκαλούν αίσθηση. Συντάσσει καί εκδίδει μιά Νεοελληνική Γραμματική, μιά τετράτομη Μέθοδο Εκμάθησης Ιταλικών (στον τρίτο τόμο της οποίας τυπώνει τις Δαναΐδες) και ασχολείται με τη σύνταξη ενός αγγλοελληνικού λεξικού.
Το Μάιο του 1819 παντρεύεται την Τερέζα Τόμας η οποία πεθαίνει (πιθανότατα καί η κόρη που είχαν εν τω μεταξύ αποκτήσει) ένα χρόνο αργότερα. Αποτυχημένη είναι καί η ταυτόχρονη ερωτική του σχέση με την μαθήτρια του Σούζαν Ριντού. Τότε πιθανολογείται και μιά απόπειρα αυτοκτονίας του Κάλβου (περίπου το 1820). Στίς αρχές του 1820 εγκαταλείπει την Αγγλία.
Αξίζει να εξετάσουμε τα ως τώρα έξωθεν δεδομένα που επέδρασαν στο μετέπειτα σημαντικότατο έργο του. Οφείλει πολλά ο Κάλβος στην παραμονή του στην Ιταλία καί στον Foscolo, η επίδραση του οποίου άφησε ανεξίτηλα σημάδια στο έργο και στην κοσμοθεωρία του: ο ηθικοδιδακτισμός, ο γλωσσικός καί στιχουργικός αρχαϊσμός, η αισθητική, η θεματική, η απόρριψη της ομοιοκαταληξίας, η ομηρικού και πινδαρικού τύπου δυναμική των εικόνων, το ύφος, είναι όλα χαρακτηριστικά του νεοκλασικιστικού ρεύματος της εποχής, σε διαπλοκή μάλιστα με τον πολιτικό φιλελευθερισμό που διακήρυττε ο Διαφωτισμός. Στην Αγγλία ωστόσο ο ποιητής συναντά έναν κόσμο καινούργιο, τον κόσμο του προρομαντισμού. Eρχεται σε επαφή με την ποίηση της νύχτας και των τάφων, ιδιαίτερα με το έργο του Ed. Young – Night Thoughts – καί τον οσιανισμό, στοιχεία τους βρίσκουμε διάσπαρτα στο έργο του Κάλβου: νύχτα, σελήνη, τάφοι, σύννεφα, δάκρυα, συμμετοχή της φύσης, θαλασσινή ζωή, ηρωικές εικόνες κτλ. Η συνύπαρξη των αντιθετικών αυτών τάσεων στην ποίηση του Κάλβου συζητήθηκε από την κριτική εκτενέστατα. Πριν να την σχολιάσουμε ας ολοκληρώσουμε το ταξίδι της ζωής του.
Τον Σεπτέμβριο του 1820 επιστρέφει στη Φλωρεντία με μιά μικρής διάρκειας στάση στο Παρίσι. Εμπλέκεται στο κίνημα των Καρμπονάρων, συλλαμβάνεται και απελαύνεται στις 23 Απριλίου του 1821. Καταφεύγει στη Γενεύη, όπου περιβάλλεται με αγάπη από τον φιλελληνικό κύκλο. Εργάζεται καί πάλι ως καθηγητής ξένων γλωσσών, ενώ παράλληλα ασχολείται με την έκδοση ενός χειρογράφου της Ιλιάδος, που όμως δεν πραγματοποιείται. Συγκλονισμένος και συνεπαρμένος από το ξέσπασμα της επανάστασης εκδίδει το 1824 το πρώτο μέρος του ελληνόγλωσσου καί του μόνου με υψηλή ποιητική αξία έργου του, τη Λύρα, μιά συλλογή (ή ίσως σύνθεση) 10 ωδών. Οι ωδές του σχεδόν αμέσως μεταφράζονται καί στα γαλλικά καί βρίσκουν ευνοϊκότατη υποδοχή. Στίς αρχές του 1825 ο Κάλβος μεταβαίνει στο Παρίσι όπου ένα χρόνο αργότερα δημοσιεύει ακόμη δέκα ωδές, με οικονομική ενίσχυση των φιλελλήνων, τα Λυρικά, στον ίδιο τόμο και με κάποια λυρικά ποιήματα του Χριστόπουλου.
Στο τέλος του Ιουλίου του 1826 πηγαίνει στο Ναύπλιο. Απογοητεύεται όμως από την επικρατούσα διχόνοια και από την αδιαφορία για κείνον καί το έργο του. Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου πηγαίνει στην Κέρκυρα, όπου μέχρι το 1827 διδάσκει στην Ιόνιο Ακαδημία. Ως το 1836 ασχολείται με ιδιαίτερα μαθήματα, οπότε καί επανατοποθετείται στην Ακαδημία. Το 1841 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Κερκυραϊκού Γυμνασίου, παραιτείται όμως στο τέλος του χρόνου. Ταυτόχρονα συνεργάζεται με τοπικές εφημερίδες. Στο δύστροπο του χαρακτήρα του, αλλά καί στο ότι ποτέ δεν αναγνωρίστηκε στην πατρίδα του ίσως οφείλεται καί το ότι, παρά τη συνύπαρξη του στο νησί όλα αυτά τα χρόνια με τον Σολωμό, δεν φαίνεται να είχαν ποτέ προσωπική γνωριμία.
Στο τέλος του 1852 ο Κάλβος αφήνει την Κέρκυρα καί εγκαθίσταται στο Louth της Αγγλίας, όπου ένα χρόνο αργότερα παντρεύεται την Charlotte Wadans και διδάσκει στο παρθεναγωγείο της μέχρι το τέλος της ζωής του, στις 3 Νοεμβρίου του 1869.
Εκτός από τα έργα που έχουν ήδη αναφερθεί ο Κάλβος μετέφρασε στα ιταλικά από τη σικελική διάλεκτο ποιήματα του Giovanni Meli με το ψευδώνυμο Didimo Laico. Στην ιταλόγλωσση περίοδο εντάσσονται μιά μελέτη (“Σχέδιο των νέων αρχών των Γραμμάτων εφαρμοσμένο καί στις Καλές Τέχνες) και ένα δοκίμιο (“Απολογία της Αυτοκτονίας”) καθώς και κάποιες σκέψεις για τους “Χαρακτήρες” του Θεόφραστου καί ένα σχέδιο αντίκρουσης της ερασμιακής άποψης για την προφορά των αρχαίων ελληνικών. Πριν από το 1820 τοποθετούνται καί 81 ελληνικοί στίχοι, απόσπασμα από εκτενέστερο ποίημα ή, ίσως, απόπειρα μετάφρασης στα ελληνικά του Ύμνου στον Ναπολέοντα.
Το κυρίως ποιητικό έργο όμως του Κάλβου είναι αναμφισβήτητα οι είκοσι ωδές του. Eργο, το οποίο ήταν στην αφάνεια μέχρι το 1888, οπότε για πρώτη φορά το υποδεικνύει ο Παλαμάς. Ευρύτερη αποδοχή καί αναγνώριση βρήκαν οι “Ωδές” από τη γενιά του 1930 καί εξής.
Η γοητεία του πατριωτικού αυτού έργου φαίνεται πως έγκειται στη σύζευξη αντιθετικών στοιχείων, που ήδη αναφέρθηκαν. Πολύς λόγος έχει γίνει για τις αντινομίες αυτές που αντικατοπτρίζουν τις προσωπικές του εσωτερικές συγκρούσεις, αντινομίες που προσδίδουν έναν τόνο δραματικό. Απ’ τη μια η νεοκλασικιστική του παιδεία καί από την άλλη η ρομαντική του ψυχοσύνθεση συμπλέκουν στην ποίηση του το δραματικό με το ειδυλλιακό, το παγανιστικό με το χριστιανικό, τα αρχαιοελληνικά πρότυπα με την σύγχρονη επαναστατική επικαιρότητα, τον πουριτανισμό με τον λανθάνοντα ερωτισμό, την αυστηρότητα, τη μελαγχολία, την κλασικιστική φόρμα με το ρομαντικό περιεχόμενο, σύζευξη που είναι ορατή ακόμη καί στη γλώσσα (αρχαΐζουσα με βάση δημοτική) καί στη μετρική (αρχαϊκή στροφή καί μέτρο που συχνά δημιουργεί, σε δεύτερο επίπεδο, δεκεπεντασύλλαβους).
Η ποητική παραγωγή του Κάλβου, ξεκίνησε ουσιαστικά το 1824 (ή το 1820, με τη σύνθεση των πρώτων ωδών) και τερματίστηκε το 1826. Το έργο του δεν αποτελεί κρίκο της παράδοσης ούτε άφησε συνεχιστές. Παραμένει παράταιρο καί μοναδικό.
Η αγάπη του ποιητή για την πατρίδα των παιδικών του χρόνων και η νοσταλγία για τη μάνα που τόσο νωρίς στερήθηκε θα είναι δύο από τους πιο σημαντικούς παράγοντες που θα μορφώσουν αργότερα το έργο του. Η ανήσυχη, φορτισμένη οικογενειακή ζωή δεν εξομαλύνεται μετά το 1802. Ωστόσο το Λιβόρνο παρέχει στον Κάλβο δυνατότητες μόρφωσης, και, φιλομαθής καθώς είναι, πραγματοποιεί τις πρώτες επαφές του με τα ελληνικά γράμματα καί την κλασική ελληνική καί λατινική αρχαιότητα. Oλα αυτά όμως αποτελούν ευχάριστα μονάχα διαλείμματα της στερημένης οικογενειακής γαλήνης. Το 1805 βγαίνει το διαζύγιο εις βάρος του πατέρα του, καί αργότερα η μητέρα του ξαναπαντρεύεται. Την ίδια περίοδο ο Κάλβος ταξιδεύει μέ τον έμπορο πατέρα του καί σε κάποια νησιά του Αιγαίου. Στο Λιβόρνο γράφει ο Κάλβος καί το πρώτο του έργο, τον Yμνο στον Ναπολέοντα, κείμενο προτρεπτικό αντιπολεμικό, που αργότερα αποκηρύσσει (κι έτσι γνωρίζουμε την ύπαρξη του, μιά που το ίδιο δεν σώζεται). Τον ίδιο χρόνο πηγαίνει για λίγους μήνες στην Πίζα, όπου εργάζεται ως γραμματέας καί αμέσως μετά πηγαίνει στη Φλωρεντία, κέντρο τότε της πνευματικής ζωής και δημιουργίας. Το 1812 σημαδεύεται από τον θάνατο του πατέρα του και την ακόμη μεγαλύτερη οικονομική κάμψη που γνωρίζει αφ’ ενός, και από την γνωριμία του με τον Ugo Foscolo, τον πιο τιμημένο Ιταλό ποιητή και λόγιο της εποχής αφ’ ετέρου. Ο Foscolo θα γίνει δάσκαλος, καθοδηγητής καί μυητής του Κάλβου στον νεοκλασικισμό, στα αρχαϊκά πρότυπα, καί στον πολιτικό φιλελευθερισμό. Το 1813 ο Κάλβος, καί υπό την σκιά του Foscolo, γράφει στα ιταλικά τρεις τραγωδίες, τις Θηραμένης, Δαναΐδες καί Ιππίας, καί τέσσερις δραματικούς μονολόγους, όλα σύμφωνα με τις νεοκλασικιστικές επιταγές. Ο Foscolo αυτοεξορίζεται στο τέλος του 1813 στη Ζυρίχη. Ο Κάλβος τον ξανασυναντά εκεί το 1816, όταν μαθαίνει και για το θάνατο της μητέρας του, γεγονός που τον συγκλονίζει, όπως φαίνεται στην ωδή του “Εις θάνατον”. Εν τω μεταξύ έχει συνθέσει, από το 1814, καί την Ωδή εις Ιονίους.
Στα τέλη του 1816 οι δύο φίλοι καταφεύγουν στην Αγγλία και η μονόδρομη(;) επίδραση εξακολουθεί μέχρι τον Φεβρουάριο του 1817, οπόταν ο οξύθυμος και στριφνός χαρακτήρας αμφοτέρων διαλύει τη φιλία τους. Ο Κάλβος εξασφαλίζει τα προς το ζειν παραδίδοντας ιδιαίτερα μαθήματα ιταλικών και μεταφράζοντας στα ιταλικά και ελληνικά επί χρήμασι θρησκευτικά βιβλία, των οποίων τον απόηχο βρίσκουμε στις Ωδές του. Στα 1818 και 19 δίνει διαλέξεις με θέμα την σωστή προφορά των αρχαίων, οι οποίες προκαλούν αίσθηση. Συντάσσει καί εκδίδει μιά Νεοελληνική Γραμματική, μιά τετράτομη Μέθοδο Εκμάθησης Ιταλικών (στον τρίτο τόμο της οποίας τυπώνει τις Δαναΐδες) και ασχολείται με τη σύνταξη ενός αγγλοελληνικού λεξικού.
Το Μάιο του 1819 παντρεύεται την Τερέζα Τόμας η οποία πεθαίνει (πιθανότατα καί η κόρη που είχαν εν τω μεταξύ αποκτήσει) ένα χρόνο αργότερα. Αποτυχημένη είναι καί η ταυτόχρονη ερωτική του σχέση με την μαθήτρια του Σούζαν Ριντού. Τότε πιθανολογείται και μιά απόπειρα αυτοκτονίας του Κάλβου (περίπου το 1820). Στίς αρχές του 1820 εγκαταλείπει την Αγγλία.
Αξίζει να εξετάσουμε τα ως τώρα έξωθεν δεδομένα που επέδρασαν στο μετέπειτα σημαντικότατο έργο του. Οφείλει πολλά ο Κάλβος στην παραμονή του στην Ιταλία καί στον Foscolo, η επίδραση του οποίου άφησε ανεξίτηλα σημάδια στο έργο και στην κοσμοθεωρία του: ο ηθικοδιδακτισμός, ο γλωσσικός καί στιχουργικός αρχαϊσμός, η αισθητική, η θεματική, η απόρριψη της ομοιοκαταληξίας, η ομηρικού και πινδαρικού τύπου δυναμική των εικόνων, το ύφος, είναι όλα χαρακτηριστικά του νεοκλασικιστικού ρεύματος της εποχής, σε διαπλοκή μάλιστα με τον πολιτικό φιλελευθερισμό που διακήρυττε ο Διαφωτισμός. Στην Αγγλία ωστόσο ο ποιητής συναντά έναν κόσμο καινούργιο, τον κόσμο του προρομαντισμού. Eρχεται σε επαφή με την ποίηση της νύχτας και των τάφων, ιδιαίτερα με το έργο του Ed. Young – Night Thoughts – καί τον οσιανισμό, στοιχεία τους βρίσκουμε διάσπαρτα στο έργο του Κάλβου: νύχτα, σελήνη, τάφοι, σύννεφα, δάκρυα, συμμετοχή της φύσης, θαλασσινή ζωή, ηρωικές εικόνες κτλ. Η συνύπαρξη των αντιθετικών αυτών τάσεων στην ποίηση του Κάλβου συζητήθηκε από την κριτική εκτενέστατα. Πριν να την σχολιάσουμε ας ολοκληρώσουμε το ταξίδι της ζωής του.
Τον Σεπτέμβριο του 1820 επιστρέφει στη Φλωρεντία με μιά μικρής διάρκειας στάση στο Παρίσι. Εμπλέκεται στο κίνημα των Καρμπονάρων, συλλαμβάνεται και απελαύνεται στις 23 Απριλίου του 1821. Καταφεύγει στη Γενεύη, όπου περιβάλλεται με αγάπη από τον φιλελληνικό κύκλο. Εργάζεται καί πάλι ως καθηγητής ξένων γλωσσών, ενώ παράλληλα ασχολείται με την έκδοση ενός χειρογράφου της Ιλιάδος, που όμως δεν πραγματοποιείται. Συγκλονισμένος και συνεπαρμένος από το ξέσπασμα της επανάστασης εκδίδει το 1824 το πρώτο μέρος του ελληνόγλωσσου καί του μόνου με υψηλή ποιητική αξία έργου του, τη Λύρα, μιά συλλογή (ή ίσως σύνθεση) 10 ωδών. Οι ωδές του σχεδόν αμέσως μεταφράζονται καί στα γαλλικά καί βρίσκουν ευνοϊκότατη υποδοχή. Στίς αρχές του 1825 ο Κάλβος μεταβαίνει στο Παρίσι όπου ένα χρόνο αργότερα δημοσιεύει ακόμη δέκα ωδές, με οικονομική ενίσχυση των φιλελλήνων, τα Λυρικά, στον ίδιο τόμο και με κάποια λυρικά ποιήματα του Χριστόπουλου.
Στο τέλος του Ιουλίου του 1826 πηγαίνει στο Ναύπλιο. Απογοητεύεται όμως από την επικρατούσα διχόνοια και από την αδιαφορία για κείνον καί το έργο του. Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου πηγαίνει στην Κέρκυρα, όπου μέχρι το 1827 διδάσκει στην Ιόνιο Ακαδημία. Ως το 1836 ασχολείται με ιδιαίτερα μαθήματα, οπότε καί επανατοποθετείται στην Ακαδημία. Το 1841 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Κερκυραϊκού Γυμνασίου, παραιτείται όμως στο τέλος του χρόνου. Ταυτόχρονα συνεργάζεται με τοπικές εφημερίδες. Στο δύστροπο του χαρακτήρα του, αλλά καί στο ότι ποτέ δεν αναγνωρίστηκε στην πατρίδα του ίσως οφείλεται καί το ότι, παρά τη συνύπαρξη του στο νησί όλα αυτά τα χρόνια με τον Σολωμό, δεν φαίνεται να είχαν ποτέ προσωπική γνωριμία.
Στο τέλος του 1852 ο Κάλβος αφήνει την Κέρκυρα καί εγκαθίσταται στο Louth της Αγγλίας, όπου ένα χρόνο αργότερα παντρεύεται την Charlotte Wadans και διδάσκει στο παρθεναγωγείο της μέχρι το τέλος της ζωής του, στις 3 Νοεμβρίου του 1869.
Εκτός από τα έργα που έχουν ήδη αναφερθεί ο Κάλβος μετέφρασε στα ιταλικά από τη σικελική διάλεκτο ποιήματα του Giovanni Meli με το ψευδώνυμο Didimo Laico. Στην ιταλόγλωσση περίοδο εντάσσονται μιά μελέτη (“Σχέδιο των νέων αρχών των Γραμμάτων εφαρμοσμένο καί στις Καλές Τέχνες) και ένα δοκίμιο (“Απολογία της Αυτοκτονίας”) καθώς και κάποιες σκέψεις για τους “Χαρακτήρες” του Θεόφραστου καί ένα σχέδιο αντίκρουσης της ερασμιακής άποψης για την προφορά των αρχαίων ελληνικών. Πριν από το 1820 τοποθετούνται καί 81 ελληνικοί στίχοι, απόσπασμα από εκτενέστερο ποίημα ή, ίσως, απόπειρα μετάφρασης στα ελληνικά του Ύμνου στον Ναπολέοντα.
Το κυρίως ποιητικό έργο όμως του Κάλβου είναι αναμφισβήτητα οι είκοσι ωδές του. Eργο, το οποίο ήταν στην αφάνεια μέχρι το 1888, οπότε για πρώτη φορά το υποδεικνύει ο Παλαμάς. Ευρύτερη αποδοχή καί αναγνώριση βρήκαν οι “Ωδές” από τη γενιά του 1930 καί εξής.
Η γοητεία του πατριωτικού αυτού έργου φαίνεται πως έγκειται στη σύζευξη αντιθετικών στοιχείων, που ήδη αναφέρθηκαν. Πολύς λόγος έχει γίνει για τις αντινομίες αυτές που αντικατοπτρίζουν τις προσωπικές του εσωτερικές συγκρούσεις, αντινομίες που προσδίδουν έναν τόνο δραματικό. Απ’ τη μια η νεοκλασικιστική του παιδεία καί από την άλλη η ρομαντική του ψυχοσύνθεση συμπλέκουν στην ποίηση του το δραματικό με το ειδυλλιακό, το παγανιστικό με το χριστιανικό, τα αρχαιοελληνικά πρότυπα με την σύγχρονη επαναστατική επικαιρότητα, τον πουριτανισμό με τον λανθάνοντα ερωτισμό, την αυστηρότητα, τη μελαγχολία, την κλασικιστική φόρμα με το ρομαντικό περιεχόμενο, σύζευξη που είναι ορατή ακόμη καί στη γλώσσα (αρχαΐζουσα με βάση δημοτική) καί στη μετρική (αρχαϊκή στροφή καί μέτρο που συχνά δημιουργεί, σε δεύτερο επίπεδο, δεκεπεντασύλλαβους).
Η ποητική παραγωγή του Κάλβου, ξεκίνησε ουσιαστικά το 1824 (ή το 1820, με τη σύνθεση των πρώτων ωδών) και τερματίστηκε το 1826. Το έργο του δεν αποτελεί κρίκο της παράδοσης ούτε άφησε συνεχιστές. Παραμένει παράταιρο καί μοναδικό.
Εργογραφία
Άλλα
Ξενόγλωσσα έργα
Διάφορα
Ποίηση
📖
Τα λυρικά – Κάλβου και Χριστοπούλου
1826
📖
Η Λύρα – Ωδαί Ανδρ.Κάλβου
1824
📖
Ωδή 10η: Ο Βωμός της Πατρίδος
📖
Ωδή 9η: Εις τον Προδότην
📖
Ωδή 8η: Εις την Νίκην
📖
Ωδή 7η: Το Φάσμα
📖
Ωδή 6η Αι Ευχαί
📖
Ωδή 5η: Εις Σούλι
📖
Ωδή 4η: Εις Σάμον
📖
Ωδή 3η: Τα Ηφαίστεια
📖
Ωδή 2η: Εις Ψαρά
📖
Ωδή 1η: Η Βρεττανική Μούσα
📖
Ωδή 10η: Ο Ωκεανός
📖
Ωδή 9η: Εις Ελευθερίαν
📖
Ωδή 8η: Εις Αγαρηνούς
📖
Ωδή 7η: Εις Πάργαν
📖
Ωδή 6η: Εις Χίον
📖
Ωδή 5η: Εις Μούσας
📖
Ωδή 4η: Εις τον Ιερόν Λόχον
📖
Ωδή 3η: Εις Θάνατον
📖
Ωδή 2η: Εις Δόξαν
📖
Ωδή 1η: Ο Φιλόπατρις
📖
Επίκληση στις Μούσες
Ελληνικές εκδόσεις
📖
Ανδρέας Κάλβος
2018
📖
Το ατάρακτον βλέμμα: Ο ποιητής Ανδρέας Κάλβος (1792-1869)
2018
📖
Ανδρέας Κάλβος
2016
📖
Εις θάνατον. Εις τον Ιερόν Λόχον
2016
📖
Ωδαί
2015
📖
Ωδαί: Λύρα
2014
📖
Αλληλογραφία 1819-1869
2014
📖
Αλληλογραφία 1813-1818
2014
📖
Ωδαί
2009
📖
Ωδαί
2009
📖
Άπαντα: Λύρα – Ωδαί
2009
📖
Ωδαί
2008
📖
Φάσμα Κάλβου
2007
📖
Ωδές
2005
📖
Ωδαί
2005
📖
Ωδαί
2003
📖
Μικρές ωδές και άλλα ποιήματα
2002
📖
Ωδαί
2001
📖
Ωδαί
2001
📖
Ωδαί
2000
📖
Ωδαί
1999
📖
Ωδαί
1999
📖
Ωδαί
1997
📖
Ωδαί
1995
📖
Ωδαί 1-20
1994
📖
Η Ιωνιάς
1992
📖
Ωδές
1992
📖
Ωδαί
1988