
Βιογραφικό
Ο Κώστας Γαρίδης (1919-1984) γεννήθηκε στους Δολούς της Μάνης το 1919.
Εμαθε τα πρώτα γράμματα στην Καλαμάτα και τη Μεσσήνη (1940) όπου γνώρισε και τη συντρόφισσα της ζωής του, Νίκη Κακαβά.
Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και ταλαιπωρήθηκε από το μετεμφυλιακό καθεστώς. Βρέθηκε, όπως τόσοι κυνηγημένοι, στο Πέραμα το 1950 και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του. Τη γυναίκα του και τα τρία του παιδιά. Μετά τις ανώτερες σπουδές του στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, εντάχθηκε επαγγελματικά στο Τελωνείο, απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε με το βαθμό του διευθυντή.
Ευαίσθητος και σιωπηλός, έζησε βουβά όλες τις δυσκολίες της ζωής σαν προσωπική βιωματική εμπειρία που κατέγραψε στα ποιήματά του μ’ έναν άφθαστο λυρισμό και μια γλώσσα πολυσήμαντη, όπου το φως των Κυκλάδων και η θάλασσα αποτελούν οργανικά στοιχεία της τέχνης του.
Από την ποίησή του μεγάλο μέρος έχει συμπεριληφθεί σε ανθολογίες κι έχει μεταφραστεί. Η Εταιρεία Γραμμάτων και Τεχνών Πειραιά εξέδωσε ένα τόμο συγκεντρωτικό του έργου του το 1976 με τίτλο “Ο Χρόνος και η Διάσταση”.
Διετέλεσε μέλος πολλών φιλολογικών πρωτοβουλιών στον Πειραιά και στο Πέραμα. Επαιξε σημαντικό ρόλο στην έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού “Θερμοπύλες”, ενώ υπήρξε υπεύθυνος της φιλολογικής σελίδας της εφημερίδας “Ο Δημότης” και αρθρογράφος στα “Περαμαϊκά Νέα” και στο “Περαμαϊκό Μέλλον”. Εκλέχτηκε πρόεδρος του Θεάτρου Πειραιά, αντιπρόεδρος της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών Πειραιά και τακτικό μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.
Το 1989, το Πνευματικό Κέντρο Περάματος έδωσε στην ποιητική πτέρυγα της βιβλιοθήκης του το όνομά του. Τον ίδιο χρόνο, ο Δήμος Περάματος και το Πνευματικό Κέντρο οργάνωσαν προς τιμήν του παμπειραϊκό ποιητικό διαγωνισμό, που δυστυχώς δεν συνεχίστηκε.
Η ποίηση του Κ.Γαρίδη εντάσσεται στη μετεμφυλιακή λογοτεχνία της πικρής ήττας, της μελαγχολικής και λυρικής απόδοσης των βιωμάτων του σύγχρονου ανθρώπου που συνθλίβεται όχι μόνο υλικά, επηρεασμένος από το οικονμικό-κοινωνικό ασφυκτικό περιβάλλον, αλλά και ψυχικά, συναισθηματικά, σ’ ένα κόσμο αξιακής και ηθικής εκποίησης όπου εκείνο που “ίσταται καλώς” είναι η απλή ζωή των ανθρώπων, η εσωτερική ατομική σιωπή με τις διεργασίες της και ο έρωτας, “αυτό το φως” που απογκριζώνει τον πετρόσπαρτο βίο μας.
Η τέχνη του λόγου του στηρίζεται σ’ εσωτερικούς αχνούς καθαρμούς, σ’ εναπωλήσεις και μνήμες, σε κήπους με γιασεμιά, θαλασσινά ταξίδια-αποδράσεις και καλοκαιρινές αιθρίες.
Ολ’ αυτά σ’ ένα πλαίσιο καθημερινής πολιορκίας και συνάμα προσωπικής ουσιώδους αντίστασης για τα μικρά και, εν πολλοίς, αυτονόητα μιας ζωής που ζητά και στο τραγούδι τη δικαίωσή της.
Απ’ αυτή την άποψη, το Πέραμα με τους ανθρώπους του, διαμόρφωσε και τις συνθήκες και το υλικό της ποίησής του, όπου παρά την κάποια απαισιοδοξία της αφήνει να διαφαίνεται η ομορφιά και η αξία της ζωής και του αγώνα της, όπως τη βιώνει καθημερινά στην εργατούπολη του Περάματος με τις πολύ συχνές ατομικές μάχες των κατοίκων της για ένα σπιτικό, για ένα μεροκάματο και για ένα ποτήρι κρασί.
Ευαίσθητος, μετουσίωσε όλον αυτό τον κόσμο σε προσωπικό, σχεδόν βιολογικό, υλικό και, με τη συνδρομή μιας αβίαστης ποιητικής λαλιάς, τραγούδησε τους καημούς και τα πάθη του σύγχρονου ανθρώπου με μια εκφραστική συνέπεια κι επιμονή, που μόνο οι πραγματικοί δημιουργοί κατέχουν, αντέχοντας σ’ όλες τις σειρήνες της αγοραίας καταναλωτικής πρόκλησης.
Αυτή η στάση και η δουλειά του Κ.Γαρίδη ορίζουν τη διάστασή του στην πνευματική ζωή της πόλης του Περάματος, ως ακρογωνιαίου λίθου του σύγχρονου καλλιτεχνικού της οικοδομήματος. (Γιάννης Παπαοικονόμου: Συνάντηση – Οι Λογοτέχνες του Περάματος)
Έφυγε από τη ζωή το Σεπτέμβρη του 1984 στο Πέραμα.
Εμαθε τα πρώτα γράμματα στην Καλαμάτα και τη Μεσσήνη (1940) όπου γνώρισε και τη συντρόφισσα της ζωής του, Νίκη Κακαβά.
Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και ταλαιπωρήθηκε από το μετεμφυλιακό καθεστώς. Βρέθηκε, όπως τόσοι κυνηγημένοι, στο Πέραμα το 1950 και εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του. Τη γυναίκα του και τα τρία του παιδιά. Μετά τις ανώτερες σπουδές του στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, εντάχθηκε επαγγελματικά στο Τελωνείο, απ’ όπου συνταξιοδοτήθηκε με το βαθμό του διευθυντή.
Ευαίσθητος και σιωπηλός, έζησε βουβά όλες τις δυσκολίες της ζωής σαν προσωπική βιωματική εμπειρία που κατέγραψε στα ποιήματά του μ’ έναν άφθαστο λυρισμό και μια γλώσσα πολυσήμαντη, όπου το φως των Κυκλάδων και η θάλασσα αποτελούν οργανικά στοιχεία της τέχνης του.
Από την ποίησή του μεγάλο μέρος έχει συμπεριληφθεί σε ανθολογίες κι έχει μεταφραστεί. Η Εταιρεία Γραμμάτων και Τεχνών Πειραιά εξέδωσε ένα τόμο συγκεντρωτικό του έργου του το 1976 με τίτλο “Ο Χρόνος και η Διάσταση”.
Διετέλεσε μέλος πολλών φιλολογικών πρωτοβουλιών στον Πειραιά και στο Πέραμα. Επαιξε σημαντικό ρόλο στην έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού “Θερμοπύλες”, ενώ υπήρξε υπεύθυνος της φιλολογικής σελίδας της εφημερίδας “Ο Δημότης” και αρθρογράφος στα “Περαμαϊκά Νέα” και στο “Περαμαϊκό Μέλλον”. Εκλέχτηκε πρόεδρος του Θεάτρου Πειραιά, αντιπρόεδρος της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών Πειραιά και τακτικό μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.
Το 1989, το Πνευματικό Κέντρο Περάματος έδωσε στην ποιητική πτέρυγα της βιβλιοθήκης του το όνομά του. Τον ίδιο χρόνο, ο Δήμος Περάματος και το Πνευματικό Κέντρο οργάνωσαν προς τιμήν του παμπειραϊκό ποιητικό διαγωνισμό, που δυστυχώς δεν συνεχίστηκε.
Η ποίηση του Κ.Γαρίδη εντάσσεται στη μετεμφυλιακή λογοτεχνία της πικρής ήττας, της μελαγχολικής και λυρικής απόδοσης των βιωμάτων του σύγχρονου ανθρώπου που συνθλίβεται όχι μόνο υλικά, επηρεασμένος από το οικονμικό-κοινωνικό ασφυκτικό περιβάλλον, αλλά και ψυχικά, συναισθηματικά, σ’ ένα κόσμο αξιακής και ηθικής εκποίησης όπου εκείνο που “ίσταται καλώς” είναι η απλή ζωή των ανθρώπων, η εσωτερική ατομική σιωπή με τις διεργασίες της και ο έρωτας, “αυτό το φως” που απογκριζώνει τον πετρόσπαρτο βίο μας.
Η τέχνη του λόγου του στηρίζεται σ’ εσωτερικούς αχνούς καθαρμούς, σ’ εναπωλήσεις και μνήμες, σε κήπους με γιασεμιά, θαλασσινά ταξίδια-αποδράσεις και καλοκαιρινές αιθρίες.
Ολ’ αυτά σ’ ένα πλαίσιο καθημερινής πολιορκίας και συνάμα προσωπικής ουσιώδους αντίστασης για τα μικρά και, εν πολλοίς, αυτονόητα μιας ζωής που ζητά και στο τραγούδι τη δικαίωσή της.
Απ’ αυτή την άποψη, το Πέραμα με τους ανθρώπους του, διαμόρφωσε και τις συνθήκες και το υλικό της ποίησής του, όπου παρά την κάποια απαισιοδοξία της αφήνει να διαφαίνεται η ομορφιά και η αξία της ζωής και του αγώνα της, όπως τη βιώνει καθημερινά στην εργατούπολη του Περάματος με τις πολύ συχνές ατομικές μάχες των κατοίκων της για ένα σπιτικό, για ένα μεροκάματο και για ένα ποτήρι κρασί.
Ευαίσθητος, μετουσίωσε όλον αυτό τον κόσμο σε προσωπικό, σχεδόν βιολογικό, υλικό και, με τη συνδρομή μιας αβίαστης ποιητικής λαλιάς, τραγούδησε τους καημούς και τα πάθη του σύγχρονου ανθρώπου με μια εκφραστική συνέπεια κι επιμονή, που μόνο οι πραγματικοί δημιουργοί κατέχουν, αντέχοντας σ’ όλες τις σειρήνες της αγοραίας καταναλωτικής πρόκλησης.
Αυτή η στάση και η δουλειά του Κ.Γαρίδη ορίζουν τη διάστασή του στην πνευματική ζωή της πόλης του Περάματος, ως ακρογωνιαίου λίθου του σύγχρονου καλλιτεχνικού της οικοδομήματος. (Γιάννης Παπαοικονόμου: Συνάντηση – Οι Λογοτέχνες του Περάματος)
Έφυγε από τη ζωή το Σεπτέμβρη του 1984 στο Πέραμα.