Ως εκπαιδευτικός λειτουργός της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, βρέθηκε σε αρκετές περιοχές της κεντροδυτικής Μακεδονίας και με παρόντα σταθμό την Έδεσσα. Ολοκλήρωσε παιδαγωγικές και ιερατικές σπουδές στην Εκκλησιαστική Παιδαγωγική Ακαδημία Βελλάς, ενώ πραγματοποίησε εξομοίωση στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης. Μετεκπαιδεύτηκε στην κατεύθυνση της Γενικής Αγωγής στο Διδασκαλείο Δημοτικής Εκπαίδευσης «Δημήτρης Γληνός» του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης. Φοίτησε στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών «Δημιουργική Γραφή» του Παιδαγωγικού Τμήματος Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και είναι υποψήφιος διδάκτορας του ιδίου Πανεπιστημίου στο γνωστικό πεδίο «Διδακτική των Φυσικών Επιστημών». Μεταξύ άλλων ενασχολήσεων, διαβάζει αποσπασματικά ποίηση–λογοτεχνία, ενώ από τις εφτακόσιες περίπου λέξεις που γράφει τη βδομάδα, κρατάει τις εβδομήντα. Δείγματα της γραφής του, μεμονωμένα ποιήματα και αυτοτελή πεζά ατομικού ύφους, έχουν φιλοξενηθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, λογοτεχνίας, ιστορίας, λαογραφίας. Επιστημονικές εργασίες ατομικές και ομαδικές ως μέλους ερευνητικών ομάδων, έχουν δημοσιευτεί σε πρακτικά συνεδρίων και συμπεριληφθεί σε τόμους συλλογικών εκδόσεων. Το “Σχολειοπωλείον” είναι το πρώτο του πεζογραφικό έργο.
Σχολειοπωλείον – Κώστας Σουλτάνης
Απαρνητές ενός τρόπου ζωής αμετάλλακτου στους αιώνες, εγκαθίστανται στο χωριό Κρανοβέργι αρχές δεκαετίας 1960 και δίνονται στον αγώνα της επιβίωσης και του κοινωνικού τους μετασχηματισμού. “Μα, και να λάμψουν ήθελαν, ως νεοφώτιστοί, εκεί στ’ απόσκιο της αγαθής φιλυποψίας του ανάδοχου κόσμου τους”. Σκοπός τους, να περάσει ο γόνος τους το κατώφλι του σχολείου, σαν βήμα στη χωριάτικη κοινωνία και μετά δρόμος για την αστική. “Έναν δρόμο που δεν θα γύριζε ποτέ στις παλιοστάνες πίσω και στο μπιζέριο των γονιών τους”. Ο ήρωας, το παιδί σχολικής ηλικίας, που αλληλεπιδρά στο σκηνικό μιας πολιτισμιής τοπιογραφίας πλαισιωμένης από τη βιωματική δυναμική σύνθετων συναισθημάτων, φοβικών προκαταλήψεων και διαισθητικών αντιλήψεων, βρίσκει στη φύση τη λύτρωση από τα σχολικά παθήματα. “Τι είν’ η αδράνεια του ‘λεγα ‘γω κι αυτός: το συνήθεια στα πράματα να στέκονται ασπάραγα, είναι, μου ‘λεγε. Α, κι το πώς πέφτει ο καβαλάρης, απ’ το σαμάρι, άμα προγκίξει το μουλάρ”. Η γλώσσα, με λιτά γεωγραφικά χαρακτηριστικά, αναδεικνύει τον αξιακό της χαρακτήρα, αντλεί υλικό από το βίωμα με ατόφιους συνδυασμούς λέξεων, μεταγράφοντας την ιδιόλεκτο προφορικότητα της εποχής σε πεζό λόγο και με σχεδόν προσωδιακή εκφώνηση, που γίνεται κατανοητή από ομιλητές της κοινολέκτου. Παραβλέποντας τη συντακτική κανονικότητα και τις καλές λέξεις, περιγράφει ιλαροτραγικά τις στιγμές των χαρακτήρων και υπονομεύοντας το ηθικό φορτίο τους, αφήνει τον ήρωα να το μεταφέρει με συνέπεια στον κόσμο του. “Στο σχήμα τ’ αβγού γυρνάει ο κόσμος όλος κι ο Θεός αντάμα, μη γελιέσαι. Κι αν δεν ξανοίξει το μυαλό απ’ όλες τις μπάντες, δε θα να ‘χει καταλάβει τίποτα. Μη γελιέσαι. Να το θυμιέσαι αυτό από μένα”. Κόσμοι διαφορετικοί, να στρέφουν γύρω από το αβγό και να επιστρέφουν στον κοινό κόσμο, με εκείνο το “ό,τι” που πήραν κάποτε από αυτόν. “Ο μπακάλης, ο δάσκαλος, ο κόσμος μας. Ο δικός μας αυτοτελής κι επίκαιρος μύθος. Διαποτίζουν αδιάκοπα με αμφιβολίες κι ερωτηματικά τους κόσμους μας”.
(απόσπασμα από τον Επίλογο της έκδοσης)
Νουβέλα, Γραφομηχανή, 2018, 100 σελ.
Σχολειοπωλείον (2018), Γραφομηχανή
Πηγές: Biblionet, Γραφομηχανή